Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Τα κορίτσια του Πολυτεχνείου

Της Αλκμήνης Ψιλοπούλου - H δίψα για ελευθερία είναι που έκανε το Πολυτεχνείο αυτό που ήταν. Κάτι περισσότερο σωματικό παρά ιδεολογικό. Η ανάγκη μας για αυτοπροσδιορισμό, για να εξουσιάζουμε εμείς και κανένας άλλος τις ζωές μας

Της Αλκμήνης Ψιλοπούλου

 

Μπροστά σε μια λευκή κόλα, ή μάλλον σελίδα PC, προσπαθώ να πάω 50 χρόνια πίσω. Ναι, είναι πολλά. Οι αναμνήσεις χάνονται με τα χρόνια και μένουν μόνο κάτι θολές εικόνες σαν φαντάσματα, δεν υπάρχουν πρόσωπα, καμιά φορά ούτε και ονόματα. Ωστόσο υπάρχει μια αίσθηση, κάτι που προκαλεί ένα ανατρίχιασμα στην καρδιά, ένα κενό στο στομάχι. Είναι η νοσταλγία. Η νοσταλγία των νιάτων μας, των 18 χρόνων, των ημερών εκείνων που μέχρι να πεθάνουμε θα βρίσκονται αποθηκευμένες στο εσωτερικό μας αρχείο και είναι κάτι παραπάνω από αναμνήσεις, είναι βιώματα, είναι αυτά που ζήσαμε όντας αγνοί, αθώοι και ρομαντικοί. Πολλοί από μας εξακολουθούν να είναι ρομαντικοί καθώς ένα κομμάτι μας παραμένει 18 χρονών, μοιάζει με πείσμα, μια μάχη με τον χρόνο τον σκληρό...

Είναι λοιπόν 17 Νοέμβρη. Τότε χωρίς κινητά, ένα τηλέφωνο από τηλεφωνικό θάλαμο μας ειδοποιεί ότι έγινε κατάληψη στο Πολυτεχνείο. Κατάληψη; Από ποιους; Πότε; Και ποιοι είναι μέσα; Και πώς έγινε αυτό;

Ήμασταν πολλοί συναγωνιστές μαζεμένοι σε ένα σπίτι και αποφασίστηκε να πάνε τα δυο κορίτσια, δηλαδή εγώ με την κολλητή μου τη Μίκα, να δούμε τι γίνεται. Και πήγαμε, και μπήκαμε και δεν ξαναβγήκαμε.

Τα κορίτσια ήταν όλα μέσα στο Πολυτεχνείο. Ή τουλάχιστον τα περισσότερα. Στη Φιλοσοφική όπου φοιτούσαμε, το 80% ήταν γυναικείος πληθυσμό και φυσικά αυτό προκαλούσε όλα τα αγόρια από τις άλλες σχολές να θέλουν επαφές με αυτό το κοριτσομάνι. Κάποιες από μας κρυβόντουσαν, άλλες ήμασταν στην «μπροστάντζα», στη «νόμιμη»- ημιπαράνομη δράση, στα σκαλάκια, στον συνδικαλισμό.

Εγώ, η Κλειώ, η Λίκα, η Αγγελική, η Βέρα, η Αριάδνη, η Τιτίκα και άλλες πολλές, να με συγχωρούν που δεν θυμάμαι όλα τα ονόματα, ήμασταν η μπροστάντζα της Φιλοσοφικής.

Μέσα στο Πολυτεχνείο συναντηθήκαμε και με τις κοπέλες των άλλων σχολών, πολλές από αυτές τις γνωρίσαμε μέσα.

Φυσικά, όλες μας δεν κάναμε τίποτα διαφορετικό από τα αγόρια. Δεν υπήρχε κανένας φυλετικός διαχωρισμός, προς Θεού, ήμασταν μέσα στην καρδιά της εξέγερσης, της ισότητας, της σεξουαλικής απελευθέρωσης, η γενιά του Μάη, των χίπις και των αιμάτινων λουλουδιών.

Λοιπόν, δεν ήμασταν μόνον εμείς που μαγειρεύαμε τα συσσίτια του Πολυτεχνείου. Ήταν και τα αγόρια. Ειδικευμένα στις φασολάδες... Συμμετείχαμε μαζί με τα αγόρια στην περιφρούρηση, αλλά βέβαια προτιμούσαμε να κάνουμε αυτή τη δουλειά με τις φίλες μας, και δεν χρειαζόταν να αποδείξουμε ότι είμαστε καλύτερες από τους αρσενικούς συναγωνιστές μας - κάτι που δεν συνέβη στη μετέπειτα επαγγελματική μας ζωή... Ήμασταν, βλέπετε, και φεμινίστριες εκτός από αγωνίστριες...

Καπνίζαμε όλες σαν φουγάρα. Κι όταν τελείωναν τα τσιγάρα, καπνίζαμε τις γόπες της αυλής.

Νιώθαμε ότι γινόταν κάτι σαν πανηγύρι. Τουλάχιστον τις πρώτες δύο μέρες. Περιφερόμασταν στην αυλή και στις σχολές και στα σκαλιά, ήτανε μια γιορτή, κι αν έβραζε το αίμα της νεότητας μέσα μας, γινόταν πυρκαγιά και φωτιά και έξαρση μαγευτική και συντροφικότητα και αλληλεγγύη, κι όλα αυτά δεν χρειαζόταν να τα δηλώσουμε, υπήρχαν αυτούσια και πρωτόγονα μέσα μας και γύρω μας.

Φυσικά, υπήρχε κι ένας έντονος ερωτισμός μέσα σ’ αυτή την κοσμοχαλασιά. Φλέρτ και σχέσεις, με συντρόφους και φίλους μας. Θυμάμαι έντονα, κι αυτό δεν το κατάπιε ο χρόνος, μέσα στη μισοσκότεινη αίθουσα, όταν κόπηκε το ρεύμα, ξαπλωμένοι όλοι στο πάτωμα να ακούμε τους τραγουδιστές να τραγουδούν και να σιγομουρμουρίζουμε κι εμείς τα τραγούδια, και να κρατάμε στα χέρια μας ένα κεφάλι, χωρίς να γνωρίζουμε σε ποιον ανήκε, δεν είχε καμιά σημασία σε ποιον ή σε ποιαν ανήκε, και να του χαϊδεύουμε τα μαλλιά εξορκίζοντας τον μεγάλο φόβο.

Γιατί, κάποια στιγμή, ζόρισαν τα πράγματα. Όταν είδαμε τα πρώτα φορεία των τραυματιών να μπαίνουν μέσα και μυρίσαμε-νιώσαμε το αίμα να αιωρείται στην ατμόσφαιρα κι όταν συνειδητοποιήσαμε ότι οι σφαίρες που έπεφταν πάνω από τα κεφάλια μας δεν ήταν παιχνιδάκια αλλά σφαίρες πραγματικές, τότε μας έζωσε ο φόβος. Όμως καμιά μας δεν διανοήθηκε να βγει έξω. Ηρωισμός; Ίσως όχι. Πιο πολύ ήταν τα αισθήματα συντροφικότητας που μας κρατούσαν εκεί, και το δίκιο μας. Και η δίψα μας για ελευθερία. Πιστεύω πως αυτή η δίψα για ελευθερία είναι που έκανε το Πολυτεχνείο αυτό που ήταν. Κάτι περισσότερο σωματικό παρά ιδεολογικό. Η ανάγκη μας για αυτοπροσδιορισμό, για να εξουσιάζουμε εμείς και κανένας άλλος τις ζωές μας.

Και αυτό, νομίζω, είναι που επιβιώνει ακόμα και σήμερα, σαν ανάγκη και σαν ανάμνηση από το τότε Πολυτεχνείο.

 

 

 

Δείτε όλα τα σχόλια
Κύριο άρθρο

Κατάντια για μια παραγραφή

Η κωμωδία που ανεβάζουν στην Προανακριτική η Ν.Δ. και το ΚΙΝ.ΑΛΛ. συνεχίστηκε και χθες. Το υπόμνημα που είχε καταθέσει ο εισαγγελέας Αγγελής από τις 6 Δεκεμβρίου διέρρευσε σε ιστοσελίδες πριν δοθεί στα ίδια τα μέλη της Επιτροπής. Και η προσπάθεια δημιουργίας εντυπώσεων έδωσε και πήρε.

Δειτε ολοκληρο το αρθρο