Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Το νέο Λύκειο ως αναβάθμιση της εκπαιδευτικής διαδικασίας

Ποιο μπορεί να είναι το σημείο ισορροπίας ανάμεσα στη μόρφωση του αυριανού πολίτη και στην επιτυχία με αξιώσεις στις εξετάσεις για τα ΑΕΙ; Σε αυτό το μείζον πρόβλημα, η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση που ψηφίστηκε τον Απρίλιο ήρθε να δώσει μια προοπτική λύσης με την ολοκλήρωση της εγκύκλιας παιδείας στη Β’ Λυκείου, την ενίσχυση του ρόλου προετοιμασίας της Γ’ Λυκείου μέσα στο ίδιο το σχολείο, την ελεύθερη πρόσβαση και, σημαντικότατα, τον αναβαθμισμένο τρόπο απόκτησης του απολυτηρίου

Των Ερρίκου Βεντούρα - Σπύρου Κωνσταντάτου

 

Ένα από τα ζητήματα που σίγουρα απασχολούν την επικαιρότητα στο τέλος του Αυγούστου είναι η ανακοίνωση των βάσεων εισαγωγής στα Πανεπιστήμια. Το κομβικό ζήτημα της εισαγωγής στα Πανεπιστήμια, όπως όλοι γνωρίζουμε, έχει ως υπόβαθρο τις σπουδές στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, με μεγαλύτερη βαρύτητα στα χρόνια του Λυκείου. Έχει μεγάλη σημασία να αντιληφθούμε τη διπλή οπτική με την οποία έχουμε συνηθίσει ως κοινωνία να βλέπουμε τις σπουδές στο Λύκειο. Η μία οπτική βλέπει τον δρόμο της μάθησης και της παιδείας, που ξεκινά από το Δημοτικό και σταδιακά δίνει γνώσεις, μόρφωση και συνολικότερα παιδεία στον άνθρωπο που αναπτύσσεται και ετοιμάζεται να ανοίξει τα φτερά στην ενήλικη ζωή του, ως πολίτης της κοινωνίας. Η θέαση αυτή δίνει βάρος στον δρόμο, στην πορεία και αφήνει το μέλλον ανοιχτό. Η άλλη οπτική βλέπει όλο τον δρόμο από το τέλος του, ή τουλάχιστον από το σημείο που θεωρείται ότι «όλα» κρίνονται: αυτό των πανελλαδικών εξετάσεων. Όλη η πορεία γίνεται απλώς ένας μακρύς, ανηφορικός προθάλαμος για μια εξεταστική διαδικασία, που κορυφώνεται στα τελευταία χρόνια του Λυκείου και ιδίως στην Γ’ Λυκείου. Η πορεία, σύμφωνα με την οπτική αυτή, κρίνεται ανάλογα με το αποτέλεσμα της δοκιμασίας.

Τι «πάει λάθος»;

Και όπως δείχνουν τα στατιστικά στοιχεία, είτε τα θέματα των εξετάσεων είναι δύσκολα είτε εύκολα, μεγάλο ποσοστό των υποψηφίων έχει επιδόσεις που δεν δικαιολογούνται εύκολα μόνο από τις διανοητικές ικανότητες και την προετοιμασία του υποψηφίου. Τι «πάει λάθος»; Ο υποψήφιος δεν μπόρεσε, στην πορεία των γυμνασιακών και λυκειακών χρόνων να δημιουργήσει βάσεις και υποδομή για να αντεπεξέλθει; Μήπως η εργαλειοποιημένη απορρόφηση τεχνικών για την υποτιθέμενη βελτιστοποίηση των επιδόσεων στις εξετάσεις δεν ήταν πετυχημένη ή δεν κατανοήθηκε καλά;

Ποιο μπορεί να είναι το σημείο ισορροπίας ανάμεσα στις δύο αυτές οπτικές, της μόρφωσης του αυριανού πολίτη και της επιτυχίας με αξιώσεις στη διαγωνιστική διαδικασία; Όπως πάντα σε πολυπαραγοντικά προβλήματα, οι λύσεις δεν είναι ούτε μονοσήμαντες ούτε απλές. Το πιθανότερο είναι η εξήγηση να βρίσκεται κάπου στη μέση.

Σε αυτό το μείζον πρόβλημα η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση που ψηφίσθηκε τον Απρίλιο ήρθε να δώσει μια προοπτική λύσης με την ολοκλήρωση της εγκύκλιας παιδείας στη Β’ Λυκείου, την ενίσχυση του ρόλου προετοιμασίας της Γ’ Λυκείου μέσα στο ίδιο το σχολείο, την ελεύθερη πρόσβαση και, σημαντικότατα, τον αναβαθμισμένο τρόπο απόκτησης του απολυτηρίου.

Η ολοκλήρωση της εγκυκλίου παιδείας στη Β’ Λυκείου, που περιλαμβάνει και την κατάργηση των κατευθύνσεων προσανατολισμού, έχει ως στόχο τη βαθμιαία απεμπλοκή του μορφωτικού ρόλου του Λυκείου από τον ρόλο της προετοιμασίας για τις Πανελλαδικές εξετάσεις. Η αναμόρφωση της Γ’ Λυκείου, στην οποία επιλέχθηκε να δοθεί το βάρος σε τέσσερα κύρια μαθήματα με αυξημένες ώρες διδασκαλίας κοινά για όλους τους υποψηφίους της Ομάδας Προσανατολισμού, δημιουργεί δυναμική επαναφοράς του ενδιαφέροντος των μαθητών στη σχολική διαδικασία, ενώ παράλληλα δίνει τη δυνατότητα στους εκπαιδευτικούς να εμβαθύνουν στα κύρια γνωστικά πεδία. Ώς εδώ, θα μπορούσε να πει κανείς ότι έχουμε «τεχνικής φύσης» ρυθμίσεις. Το τρίτο όμως σκέλος, η ελεύθερη πρόσβαση, με τον τρόπο που προτάθηκε και νομοθετήθηκε, αποτελεί για τα ελληνικά δεδομένα σαφώς ρηξικέλευθη τομή. Δίνει τη δυνατότητα στον υποψήφιο, αν στα (π.χ. 10) κύρια Τμήματα προτίμησής του υπάρχει Τμήμα όπου ο αριθμός υποψηφίων που το επιλέγουν είναι μικρότερος του αριθμού θέσεων, να εισαχθεί σε αυτό το Τμήμα χωρίς εξετάσεις. Αυτό επιτρέπει στους υποψηφίους να εισαχθούν σε Τμήματα που, ενώ τους ενδιαφέρουν και ενδεχομένως είναι κοντά στον τόπο κατοικίας τους, συνήθως χάνουν την πρόσβαση σε αυτά λόγω του φαινομένου «ντόμινο» από υποψηφίους που αποκλείονται από Τμήματα υψηλής ζήτησης και οι οποίοι δηλώνοντας το σύνολο των Τμημάτων στο μηχανογραφικό εισαγωγής με πανελλαδικές εξετάσεις εισάγονται στο Τμήμα π.χ. 15ης ή 20ής προτίμησης.

Η αναβάθμιση του απολυτηρίου

Μακροπρόθεσμα όμως, το σημαντικότερο μέτρο, που ολοκληρώνει τα παραπάνω, είναι ο αναβαθμισμένος τρόπος λήψης του απολυτηρίου. Αυτή τη στιγμή το απολυτήριο έχει χάσει κάθε αξιοπιστία ως κατοχύρωση επιπέδου γνώσεων. Αυτό αντανακλά και στο ενδιαφέρον για την εκπαιδευτική διαδικασία, τόσο στην τελευταία τάξη του Λυκείου όσο και στις προηγούμενες, μια που το αναξιόπιστο απολυτήριο αποτελεί το επιστέγασμα μιας ανάλογης πορείας σε όλα τα προηγούμενα χρόνια σπουδών. Η πρόταση που νομοθετήθηκε, δηλ. εξετάσεις λίγων μαθημάτων σε ομάδες σχολείων και ταυτόχρονα μικρή συμμετοχή του βαθμού του απολυτηρίου στον τελικό βαθμό εισαγωγής για όσους δώσουν Πανελλαδικές εξετάσεις, ισορροπεί μεταξύ του σημερινού συστήματος, όπου οι βαθμοί του απολυτηρίου προκύπτουν από αμιγώς ενδοσχολικές διαδικασίες, και του άλλου άκρου, όπου θα υπάρχει ένα «εθνικό απολυτήριο» με πλήρεις διαδικασίες πανελλαδικών εξετάσεων.

Η εφαρμογή τής παραπάνω νομοθετημένης δέσμης μέτρων θα μπορούσε να δώσει κίνητρα για την αναβαθμισμένη προσπάθεια όλων των συμμετεχόντων, τόσο των μαθητών όσο και των εκπαιδευτικών, με συνακόλουθη βελτίωση επιδόσεων. Και ως επιδόσεις δεν νοούνται μόνο οι βαθμοί σε μια διαγωνιστική διαδικασία, αλλά κυριότερα η ανάπτυξη των ικανοτήτων αφομοίωσης γνώσης και όχι αποστήθισης κειμένων ή τεχνικών. Και εδώ αγγίζουμε το δυσκολότερο σημείο: αυτή η ανάπτυξη απαιτεί μια μακροπρόθεσμη αφοσίωση και εστίαση στην αναβάθμιση της εκπαιδευτικής διαδικασίας, σε όλο το χρονικό φάσμα της σχολικής ζωής.

 

* Ο Ερρίκος Βεντούρας είναι καθηγητής, Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής και ο Σπύρος Κωνσταντάτος είναι φιλόλογος, τ. διευθυντής Σπουδών, Προγραμμάτων και Οργάνωσης Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης ΥΠΑΙΘ.

 

 

Δείτε όλα τα σχόλια