Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

18 Οκτωβρίου 1977

Οι συνθήκες απομόνωσης στις οποίες κρατούνταν είχαν προκαλέσει το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης και είχαν προσελκύσει διάσημους επισκέπτες, όπως ο Ζαν-Πωλ Σαρτρ. Σύμφωνα με τις αρχές, οι κρατούμενοι αυτοκτόνησαν· όμως άλλες πηγές υπέθεσαν σκόπιμη εγκληματική ενέργεια από το κράτος και τις γερμανικές μυστικές υπηρεσίες.

Στις 18 Οκτωβρίου 1977 οι Αντρέας Μπάαντερ, Γιαν-Καρλ Ράσπε και Γκούντρουν Ένσλιν βρέθηκαν νεκροί στα κελιά τους στις φυλακές Σταμχάιμ στη Στουτγάρδη. Ήταν μέλη της οργάνωσης Φράξια Κόκκινος Στρατός (RAF), γνωστής και ως Ομάδα Μπάαντερ-Μάινχοφ, που προέκυψε ως αντίδραση στην πολιτική κατάπνιξης και εξουδετέρωσης της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς από το γερμανικό κράτος, υιοθετώντας αρχές του αντάρτικου πόλεων (με σχετική εκπαίδευση σε παλαιστινιακά στρατόπεδα στον Λίβανο) και κηρύσσοντας τον ένοπλο αγώνα για την εξουδετέρωση του καπιταλιστικού και ιμπεριαλιστικού κρατικού μηχανισμού στη Δυτική Γερμανία.

Οι συνθήκες απομόνωσης στις οποίες κρατούνταν είχαν προκαλέσει το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης και είχαν προσελκύσει διάσημους επισκέπτες, όπως ο Ζαν-Πωλ Σαρτρ. Σύμφωνα με τις αρχές, οι κρατούμενοι αυτοκτόνησαν· όμως άλλες πηγές υπέθεσαν σκόπιμη εγκληματική ενέργεια από το κράτος και τις γερμανικές μυστικές υπηρεσίες. Η Ούλρικε Μάινχοφ, εκ των ιδρυτικών μελών της οργάνωσης, έχοντας συλληφθεί και καταδικαστεί σε οκταετή φυλάκιση για τη βομβιστική επίθεση στο κεντρικό κτήριο του εκδοτικού οίκου Axel Springer στο Αμβούργο το 1972, κατηγορήθηκε στη δίκη τού Σταμχάιμ για τετραπλή ανθρωποκτονία. Στις 7 Μαΐου την επισκέφθηκε ένας Ιταλός, συνήγορος των Ερυθρών Ταξιαρχιών, μεταφέροντάς της την επιθυμία για επικοινωνία μεταξύ των δυο οργανώσεων. Ήταν ο τελευταίος επισκέπτης της. Στις 9 Μαΐου 1976 η Μάινχοφ βρέθηκε απαγχονισμένη στο κελί της. Στην αδελφή της, Βίνκε Τσίτσλαφ, σε ανύποπτο χρόνο, είχε πει: Αν μάθεις πως αυτοκτόνησα, να είσαι σίγουρη ότι ήταν φόνος. Η απόδοση του θανάτου της σε αυτοκτονία αμφισβητείται εντόνως μέχρι σήμερα, αλλά δεν έχει ώς τώρα παρουσιαστεί κανένα στοιχείο που να ανατρέπει την επίσημη εκδοχή. Διεθνής επιτροπή από επιστήμονες και δημοσιογράφους προσπάθησε να διαλευκάνει το ζήτημα, ωστόσο το γερμανικό κράτος δεν της αναγνώρισε δικαίωμα έρευνας. Η επιτροπή, στηριζόμενη στα επίσημα έγγραφα, κατέληξε ότι η Μάινχοφ είχε πεθάνει πριν απαγχονιστεί, το πόρισμά της όμως παραμένει αμφισβητούμενο.

*

Γεννημένος το 1932 στη Δρέσδη, ο Ρίχτερ πέρασε στη Δύση το 1961, λίγο πριν χτιστεί το τείχος του Βερολίνου. Εκπαιδεύτηκε στον σοσιαλιστικό ρεαλισμό, το 1959 όμως, κατά τη διάρκεια της έκθεσης Documenta στο Κάσελ, εντυπωσιάστηκε από το έργο τού Τζάκσον Πόλοκ και του Λούτσιο Φοντάνα. Έχοντας υπηρετήσει την τέχνη ως γλύπτης, φωτογράφος, ζωγράφος, έχοντας επιζωγραφίσει φωτογραφίες και κάνει εγκαταστάσεις με κρύσταλλα και καθρέφτες, ο Ρίχτερ είναι επίσης από τους πρώτους Γερμανούς καλλιτέχνες που εστίασαν στην ιστορία τού εθνικοσοσιαλισμού, ζωγραφίζοντας πορτρέτα μελών της οικογένειάς του που υπήρξαν μέλη ή και θύματα του ναζιστικού κόμματος, ενώ ποτέ δεν έπαψε να ανταποκρίνεται σε σημαντικές στιγμές της ιστορίας: Στη σειρά έργων 18 Οκτωβρίου 1977 το θέμα του είναι η Ομάδα Μπάαντερ-Μάινχοφ. Πρόκειται για 15 πίνακες που έκανε το 1988, βασισμένους σε φωτογραφίες των μελών τής οργάνωσης. Ανάμεσά τους υπάρχει ένα μόνο νεανικό πορτρέτο της Ούλρικε Μάινχοφ· τα υπόλοιπα έργα τής σειράς, θολά ή φλουταρισμένα, σε αποχρώσεις τού γκρίζου (σήμα κατατεθέν του Ρίχτερ), απεικονίζουν τα μέλη της ομάδας νεκρά, έτσι όπως βρέθηκαν στα κελιά υψίστης ασφαλείας των φυλακών του Στανχάιμ.

*

Εδραιώνοντας αντικειμενικές συστοιχίες, κατασκευάζοντας, δηλαδή, έναν μορφικό τύπο, ένα πλαίσιο γεγονότων που λειτουργεί όπως το πλαίσιο ενός στόχαστρου, ο Ρίχτερ αποτυπώνει μια πλοκή και στοιχειοθετεί τη φόρμουλα μιας ειδικής συγκίνησης· αυτήν της συναρπαγής τού να διασχίζει κανείς, με βήμα κλονισμένο και ασταθές, πρόδηλα κατανυκτικός και ενδομύχως ασεβής, τη selva oscura μιας εποχής που τρέμει σύγκορμη σ' αυτόν τον ωντενικό απόηχο, ο οποίος ακούγεται σαν προσταγή: Αν αλήθεια θέλουμε να ζήσουμε, καλύτερα ν' αρχίσουμε τώρα αμέσως. / Αν δεν το θέλουμε, δεν πειράζει, αλλά καλύτερα ν' αρχίσουμε να πεθαίνουμε. Κοινώς, ας πολιορκήσουμε εντατικά το ρίσκο να μιλήσουμε· για ζωή, για θάνατο, για οτιδήποτε - αλλά, ει δυνατόν, με διαφορετική και αποφασιστικότερη φωνή.

 

 

Δείτε όλα τα σχόλια