Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Περί ονομάτων ορθότητος

Ονομάτων ουν στασιασάντων, και των μεν φασκόντων εαυτά είναι τα όμοια τη αληθεία των δ’ εαυτά, τίνι έτι διακρινούμεν, ή επί τι ελθόντες;

Πλάτων, Κρατύλος, 438 D

 

Λίγους μήνες μετά τη δημοσίευση των Ελεγείων της Οξώπετρας, τα εγκώμια κινδυνεύουν κιόλας ν’ αποδειχθούν τετριμμένα κι οι αναγνώσεις αναμασήματα. Την τελευταία συλλογή του Ελύτη η κριτική την εγκωμιάζει ομοθύμως – και ο γράφων ελάχιστα μπορεί να προσθέσει σ’ αυτήν τη δίκαιη κατάφαση, για να την πλουτίσει ή να την εντείνει. Άλλωστε το Ύψος των Ελεγείων, η κλασική (αν δεν φοβόμαστε τη λέξη) ισορροπία εντός τους –και δι’ αυτών– των ποικίλων ροπών τής ποίησης του Ελύτη, επιβάλλει εφεξής τη συνολική επανεκτίμηση του έργου του.

Η ομόθυμη, ρητή κατάφαση απέφερε και δευτερεύοντα κέρδη. Διαθέτουμε, για παράδειγμα, έναν χάρτη κριτικών προσεγγίσεων, χάρτη σχεδιασμένο από ρήσεις και αποσιωπήσεις, που επιτρέπει να εντοπίσουμε ορισμένες εμμονές της κριτικής – όσον αφορά στην οδό προσεγγίσεως μάλλον παρά στο εκάστοτε σημείο αφίξεως. Δεν θα ήταν, πράγματι άτοπο να μιλήσουμε –μεταξύ άλλων– για μιαν επίμονη πολιτική ανάγνωση του έργου του Οδυσσέα Ελύτη.

Τώρα βέβαια, η κοινοτοπία καραδοκεί: κάθε ανάγνωση μπορεί, ως γνωστόν, να εννοηθεί ως πολιτική ανάγνωση – είτε πρόκειται για το αγοραίο δημοσιογραφικό εύρημα περί «ποιητή τού Αιγαίου» (αλλά και για κάθε λογής ανόητο έπαινο ή χολερικό ψόγο) είτε πρόκειται, στο άλλο άκρο του φάσματος, για μια προγραμματικά α-πολιτική (σε πρώτο επίπεδο τουλάχιστον) ανάγνωση σαν αυτήν που προτείνει π.χ. ο Ευγένιος Αρανίτσης. Ορισμένοι κριτικοί όμως επεχείρησαν ουσιωδώς και εκδήλως πολιτική προσέγγιση του έργου του Ελύτη. Αναφέρω δύο ονόματα, απλώς για να εντοπίσουμε τα όρια αυτής της ταλάντωσης – κι είναι πιθανό ν’ αδικώ άλλους, εξίσου επαρκείς μελετητές.

Ο Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, στο κείμενό του «Η πολιτική ουσία τού λαϊκισμού» (Η Ρωμιοσύνη στον Παράδεισο, Έρασμος, σελ. 27-37), αποσυναρμολογεί το Άξιον Εστί εις τα εξ ων συνετέθη ιδεολογήματα – και ανακαλύπτει τουριστικό το ήθος του, νόθο το είδος του, επιθετική την αφέλειά του, εθνικοαπελευθερωτικά αποφόρια τις ιδέες του, ανιστόρητες τις αναφορές του, ελληνοχριστιανικό τον μύθο του, ρατσιστικά τα εναντιωματικά σχήματα στα οποία προσφεύγει ο ποιητής («ο διάβολος είναι πάντα ο “αλλοεθνής”»), λαϊκιστικό τον πυρήνα του, αφού, όπως γράφει, συστατικό στοιχείο της ιδεολογίας του είναι ο, τυπικός για τον λαϊκισμό, διανοουμενίστικος αντιδιανοουμενισμός. Στο επόμενο κείμενο του βιβλίου («Η ιδεολογία της μη-ιδεολογίας», σελ. 38-43), ο Λυκιαρδόπουλος αναγνωρίζει στη Μαρία Νεφέλη μιαν ειδική μορφή πολιτικής «αντιπολιτικότητασς» και την θεωρεί «υπόδειγμα ιδεολογικής συναίρεσης δύοι γενεών “αμφισβήτησης” –σε εισαγωγικά– που τις χωρίζουν κάπου σαράντα χρόνια». Και καταλήγει: «Όπως ένας νεάζων μπαμπάς δενείζεται καμιά φορά το μοντέρνο πουλόβερ τού γιού του, ο παλιός “σουρεαλιστής” Ελύτης δέχεται τα διδάγματα της σημερινής νεολαίας και της τα επιστρέφει επάνω στο σεξουαλικό ποδήλατο της Μαρίας Νεφέλης».

Στο άλλο άκρο της ταλάντωσης, ο Άρης Μπερλής εκκινεί από την ίδια φαινομενικά αφετηρία: «Όσο κι αν η φωνή της ποίησης κυνηγάει το ποίημα, ωστόσο χρησιμοποιεί λέξεις λίγο-πολύ διαφανείς, σημεία βεβαρημένα ήδη με αναφορικότητα... Το κείμενο δεν είναι ουδέτερο, έχει τη σκιά του: λίγη ιδεολογία, λίγη αναπαράσταση, λίγο θεματικό υλικό... Ο ποιητής, πέρα από την πρόθεσή του να δώσει ένα καλλιτεχνικό αντικείμενο, θέλει να μας πει κάτι...». Όμως, όλ’ αυτά υπόκεινται σε μιαν ουσιώδη διάκριση. λέει ο Μπερλής: «Κι αν η αξία της λογοτεχνίας δεν μπορεί να εκτιμηθεί ποτέ με αποκλειστικά λογοτεχνικά κριτήρια, η αλήθεια και το κύρος των πολιτικών και ιδεολογικών όρων της δεν μπορεί ποτέ να κριθεί με μόνο εξωλογοτεχνικά μέτρα» («Η πραγματικότητα και η δυνατότητα», Χάρτης 21-23, σελ, 335-347).

Έτσι λοιπόν, ο Μπερλής ανεπιφύλακτα ελέγχει τα «ποιητικώς άτρεπτα» θέματα της Ιδιωτικής οδού, διατυπωμένα σε «πεζό, ευθύ και άμεσο λόγο» – αλλά, προκειμένου για τα ποιήματα του Ελύτη, επιφυλάσσεται. Ήδη ανιχνεύοντας τον νεοπλατωνισμό των Τριών ποιημάτων με σημαία ευκαιρίας εισάγει έναν τελεστή «ποιητικής κύρωσης» του νοήματος. Αφηγούμενος, σε άλλο κείμενο, τη φαινομενική μεταστροφή τού Ελύτη στο Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου, διερωτάται: πότε πρέπει να πιστέψουμε τον ποιητή; – δηλαδή: πότε λέει την αλήθεια; Με κριτήριο την ποιητική κύρωση του νοήματος, η απάντηση είναι προφανής: και τότε και τώρα. Τέλος, αποφεύγοντας να αναγνωρίσει πολλαπλή ή και αντιφατική την ποιητικώς κεκυρωμένη αλήθεια τού ποιητή, ο Μπερλής δείχνει να διχάζεται: προϋποθέτει την αλήθεια του ενιαία και απλώς, στην Ιδιωτική οδό, ανενεργό (διότι προκύπτει από λόγο μόνον αναφορικό και όχι –πρωτίστως– μεταφορικό) – αλλά όταν, στα Ελεγεία, την συναντά κεκυρωμένη (πλην με συνειρημμένες, και διόλου καταργημένες, τις αντιφάσεις της), αναζητεί ένα σχήμα πέραν της αληθείας και (ορθώς, κατά τη γνώμη μου, αν και απαιτούνται λεπτές διακρίσεις) τείνει να δεχτεί πως η αλήθεια των στίχων

 

Και άλλοι άλλα σ’ άλλες. Αλλ’

η αλήθεια μόνον έναντι θανάτου δίδεται

 

είναι το «αλ-αλ-αλ-αλ-αλ»: μια καθαρή παρήχηση.

 

Το πρόβλημα παραμένει κοινό και στους τους δύο: Ο Ελύτης αποσκοράκισε από το ποιητικό του corpus την Αλβανιάδα και την Καλοσύνη στις λυκοποριές (και δύσθυμα, νομίζω, διατήρησε το Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας) – αλλά, απ’ την άλλη μεριά, ολόκληρο το έργο του (κι όχι μόνο το αυτονόητο Άξιον εστί), προσφεύγοντας ακόμη και σε ευθείες, εμβόλιμες διατυπώσεις (όπως στη “Villa Natascha”), προσκαλεί σε πολιτική ανάγνωσή του. Το πρόβλημα μάλιστα αναδιπλασιάζεται όταν, δι’ αλληλοτροφοδοσίας, το Άξιον εστί μαρτυρεί τη βούληση συγγραφής «εθνικού έργου» και ο Ελύτης λειτουργεί εξ αντικειμένου ως «εθνικός ποιητής»: στη Στοκχόλμη προφέρει τις κρίσιμες λέξεις ελληνικά διεκδικώντας τον διαρκή ήχο τους ως ιστορικό και οντολογικό επιχείρημα. Προσφάτως μάλιστα, ο Παντελής Μπουκάλας αντέστρεψε (και επομένως κατέδειξε κι ίσως προσεπικύρωσε) το σχήμα αυτής της αλληλοτροφοδοσίας: «Ο Ελύτης είναι υπήκοος γλώσσας, όχι έθνους ή κράτους», γράφει στην κριτική του για τα Ελεγεία («Το μετέωρο ρήμα τού ποιητή», Καθημερινή, 19.11.1991, σ. 12).

Ο Λυκιαρδόπουλος λοιπόν κρίνει την ιδεολογική αλήθεια των ποιημάτων του Ελύτη ερήμην τού τελεστή «ποιητικής κυρώσεως»· ο Μπερλής εισάγει τον τελεστή και ως εκ τούτου δεν κρίνει την αλήθεια των ποιημάτων, αφού ο ποιητής ή λέει κάθε φορά άλλην αλήθεια (εξίσου έγκυρη) ή λέει αλλιώς (με παρηχήσεις; ίσως με αυτό του οποίου οι παρηχήσεις αποτελούν ηχητική μετάφραση) την αλήθεια του. Το πρόβλημα πάντως παραμένει: στον Ελύτη, αυτή η αλήθεια είναι πάντοτε ουσιωδώς πολιτική. Και το ερώτημα εκκρεμεί: πού και πώς να την αναζητήσουμε; Διότι, εφόσον είναι πολιτική, υπόκειται σε έλεγχο· είναι δηλαδή ενεργός αλήθεια.

Διερωτώμεθα άραγε περί όνου σκιάς; Παρατήρησαν ότι, στα Ελεγεία, ο Ελύτης, την ίδια στιγμή που μιλά για τα κρίσιμα ζητήματα (τον θάνατο ή ό,τι άλλο), τα αναδιαπραγματεύεται ως ζητήματα ποιητικής. Δεν είναι τυχαίο που τα ψήγματα πολιτικών αναγνώσεων φάνηκαν όποτε οι κριτικοί ανέλυαν το κατεξοχήν ποίημα ποιητικής: “Το ρήμα το σκοτεινόν”. Στο εν λόγω ποίημα λοιπόν υπάρχει ο στίχος «δεν υπακούουν τα πράγματα στα ονόματά τους». Εδώ, πολιτική και ποίηση συναιρούνται – κι ο Ελύτης δίνει το στίγμα της κρυφής, ανεξαγόραστης τύψης αλλά και του προπατορικού αμαρτήματος της ποίησης εν γένει. Ναί, όσοι γράφουν το ξέρουν – κι ίσως γράφουν γι’ αυτό: γιατί «δεν υπακούουν τα πράγματα στα ονόματά τους».

Λέει αλήθεια όμως ο ποιητής; Αν ναι, αναγνώσεις τύπου Λυκιαρδόπουλου τον αδικούν: άλλη τάξη αξιών ιδρύει το ποίημα. Αν όχι, καταλήγουμε στο παράδοξο του Επιμενίδη: Ο Επιμενίδης, που είναι Κρητικός, είπε πως όλοι οι Κρητικοί είναι ψεύτες – οπότε...

Αλλά γιατί να μας παιδεύουν αυτά τα ξηρά ερωτήματα; Γιατί να μην προσφύγουμε στην καθαρή απόλαυση και να μην εμπιστευτούμε την υποκειμενική αντίδρασή μας;

Διότι –είναι μία από την απαντήσεις, η εκ των πραγμάτων πιο βίαιη–, στις 28.3.92, συνυπογράφει ένα πολιτικό κείμενο, με θέμα τα Σκόπια και την ελληνικότητα της Μακεδονίας, στο οποίο δηλώνεται ρητώς: «Για μας, η ψυχή μας είναι το όνομά μας». Δηλαδή, στην προκειμένη περίπτωση, τα πράγματα όχι απλώς υπακούουν στα ονόματά τους αλλά και ιδρύονται απ’ αυτά; Τότε δεν εγκαταλείπουμε τα ονόματα για «ονόματα έτερα άλλα τούτων»· «δήλον», λέει ο Πλάτων, «ότι άλλ’ άττα ζητητέα πλην ονομάτων, α ημίν εμφανιεί άνευ ονομάτων... δείξαντα δήλον ότι την αλήθειαν των όντων». Σωστά – όμως αυτός ο κρατυλισμός (που μπορεί και ν’ αποτελεί τη σιωπηρή συνθήκη τής ποίησης εν γένει) εδώ οδηγεί σε παράδοξο· γιατί ο ποιητής Ελύτης τον επικαλείται ως «ποιητής» (εννοώ την κοινωνική διάσταση του όρου) αλλά εκτός ποιητικών συμφραζομένων, στην «ποιητικώς άτρεπτη» γλώσσα μιας πολιτικής διακήρυξης. Οπότε το κύρος του ως ποιητή σε τι χρησιμεύει; Και πώς, με ποιον τρόπο λειτουργεί εδώ ως εθνικός ποιητής ο Οδυσσέας Ελύτης;

Ίσως μόνο στην ποίηση να συμβαίνει να μην υπακούουν τα πράγματα στα ονόματά τους· αλλά τότε θα διασώζαμε την αλήθεια του ποιήματος αναιρώντας τις προϋποθέσεις που επιτρέπουν να αληθεύει το ποίημα – και θα αρνούμασταν εν προκειμένω στην ποίηση το προνόμιο μιας εξαιρετικά οξυδερκούς πολιτικής κριτικής. Η διαρκής πρόκληση του Ελύτη να αναγνωσθεί η ποίησή του πολιτικά ασφαλώς δεν υποστηρίζει έναν άνευ ορίων και όρων αισθητισμό.

Ίσως πάλι να μη μιλάει ο ίδιος άνθρωπος. Αυτό δεν θα σήμαινε πως λέει δύο αλήθειες αλλά πως η αλήθεια που προσυπογράφει ως «ποιητής» (δηλαδή ως δημόσιο, προσδιορισμένης κοινωνικής λειτουργίας και αναγνωρίσιμης βιογραφίας πρόσωπο) είναι μοναδιαία, ενώ η αλήθεια που σε κάθε ποίημά του διατυπώνει, υπαινίσσεται ή αποσιωπά είναι τυχαία, πολλαπλή, μη αναγώγιμη – και τότε ποιος διατυπώνει αυτήν την εκάστοτε αλήθεια; Και ποιο είναι το όνομά του;

Μια και μιλάμε για ονόματα, καλό είναι να θυμόμαστε πως ανάλογα ερωτήματα είναι πολύ παλαιότερα από τις παρούσες απλοϊκές διατυπώσεις τους: τον 14ο αιώνα, οι νομιναλιστές μιλούσαν για μια θεία βούληση απείρως μεταβλητή, συνεπώς για τυχαία τάξη τού σύμπαντος, από την οποία έκριναν αδύνατον να τεκμαίρεται η ύπαρξη και η απόλυτος ισχύς της θεότητος· περιορίζονταν λοιπόν σ’ ένα είδος εμπειρικής, κερματισμένες γνώσης. Στον μικρόκοσμο της λογοτεχνικής κριτικής (μολονότι η λογοτεχνία ενδέχεται να είναι το πλήρες σύμπαν) αυτά τα θεωρήματα αναδιατυπώνονται ως πρωτότυπες ευρέσεις. Δεν ξέρω αν τα σύστοιχα προβλήματα είναι ομοίως ζωτικά. Είναι δύσκολο να συναγάγουμε την ιδεολογική λειτουργία ενός ποιήματος χωρίς να παρεισφρέει ένας τελεστής «ποιητικής κύρωσης» (που μπορεί όμως, αν διαβάζουμε πολιτικά, να είναι τελεστής ανατροπής) – κι είναι άτοπο να μην το επιχειρούμε διαρκώς. Είναι διπλά δύσκολο να συναγάγουμε από τα εκάστοτε ποιήματα την ιδεολογική θέση ενός ποιητή, να την αναγνωρίσουμε συνεκτική και βάσει αυτής να ελέγχουμε και την πέραν των ποιημάτων πολιτική πρακτική του – κι είναι διπλά άτοπο να εγκιβωτίζουμε το ποίημα στην οιονεί αυτοαναφορικότητά του και ν’ αρνούμαστε στον ποιητή το στοιχειώδες δικαίωμα του πολίτη να κριθεί για όλα τα έργα του. Μπορούμε από το ποίημα να οδηγηθούμε στον ποιητή; Ειδικά γα «εθνικό ποιητή», το ερώτημα είναι δίκοπο. Λύνεται ή οξύνεται το πρόβλημα αν μιλήσουμε για «υπήκοο γλώσσας»;

 

Δείτε όλα τα σχόλια