Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Μια φορά κι έναν καιρό

Μια φορά κι έναν καιρό, ο κολοσσός ήταν απλώς μια επιτύμβια πέτρα περίβλεπτη, απιθωμένη στο χώμα – ψυχρή, τυφλή, άπνοη κι άμορφη. Όμως θα ήταν πιο σωστό να την φανταστούμε μόνον εν μέρει ορατή, σαν τοποθετημένη σ’ ένα κατώφλι – μισή μέσα, μισή έξω. Γιατί, αν η μια πλευρά της δεχόταν το φως του ήλιου, τις πνοές και τα χρώματα της γης, η άλλη, απηχώντας τις ιδιότητες του λίθου, ήταν σαν να έβλεπε στον αόρατο κόσμο – να ‘φερνε και ν’ αποθησαύριζε το σκοτάδι του εδώ, μπρος στα μάτια μας, συσπειρωμένο κι ακαταμάχητο. Εν συνόψει, η επιτύμβια πέτρα ήταν ο θεμέλιος λίθος της αντιφατικής σχέσης μας με το Αλλού και το Άλλο, με τον πιεστικό και ακατανόητο θάνατο – που είναι το αντίθετό μας, η άρνησή μας, κι όμως βαραίνει εδώ, καταμεσίς της ζωής.

Εκκρεμούσε όμως κάτι που θα «κινούσε» (μεταφορικά) την ασάλευτη πέτρα, όπως ο Δαίδαλος τα αγάλματα. Κάτι που θ’ απελευθέρωνε την εγκλωβισμένη αντίφαση – λαξεύοντας, ας πούμε, τις φευγαλέες μορφές της μνήμης ακριβώς πάνω σε μιαν ύλη αιώνια και συνώνυμη της λήθης. Όντως, όταν το πρώτο γραπτό ποίημα χαράχτηκε πάνω σ’ αυτόν τον λίθο που συναιρεί αναθέματα κι επικλήσεις, ο περαστικός που το διάβαζε (όχι ακόμη σιωπηλά όπως εμείς, όχι ακόμη μ’ ασάλευτα χείλη) ήταν σαν να υπέκλεπτε τη φωνή εκείνου που λείπει για πάντα και το σχήμα των άσαρκων χειλιών του. Γιατί το ποίημα εκείνο, γραμμένο σε πρώτο πρόσωπο, ήταν, κατά κάποιον –παράλογο– τρόπο (κι αυτό απέδιδε η ρητορική του), τα λόγια του ίδιου του πεθαμένου... Έτσι, το «εγώ» του λυρισμού δέθηκε απ’ τη γέννα του με τα ξόρκια του άλλου κόσμου... Ώστε μπορούμε, ωσότου ξοφλήσουμε με την κατεξοχήν ποίηση (ή απλώς: τη μόνη που μας απέμεινε, τη λυρική), να την υποθέτουμε, όπου και όπως κι αν γράφεται, χαραγμένη πάνω σ’ αυτήν την παράδοξη πέτρα. Και η κοινότοπη υπόθεσή μας, που διακρίνει σε κάθε ποίημα, ερήμην θέματος, το μετάφρασμα ενός πρωτότυπου επιτύμβιου, γραμμένου με τα κεφαλαία εκείνα με τα οποία μιλούν απ’ τα ερέβη οι νεκροί, εξηγεί πριν απ’ όλα την υπεραναπληρωτική προσήλωση του λυρισμού, μια στιγμή μετά τη γέννησή του κι ώς σήμερα, στο ερωτικό εγκώμιο: Όλο το κόλπο είναι, όντως, να μιλάς λες κι η πέτρα έφτασε ώς εδώ επειδή αποκεκύλισται μ’ όλο το βάρος της (που μεγαλώνει αφόρητα λίγο πριν η ποίηση χαθεί και, μια φορά κι έναν καιρό, το πέρασμα κλείσει). Όλο το κόλπο είναι να φαντάζεσαι μιαν ανάσταση βλέποντας μπροστά σου απλώς έναν λίθο –ψυχρό σαν δεξιοτέχνη, τυφλό σαν μάντη, άπνοο σαν ρήτορα που εξεμέτρησε τον λόγο, άμορφο σαν τ’ όνομά σου στη μνήμη των μεταγενέστερων. Αυτό το τετριμμένο και παλιό παραμύθι κυλάει σαν ζαριά, πάλι και πάλι, κι από ζαριά σε ζαριά τροποποιείται αδιόρατα και, ακριβώς επειδή είναι παμπάλαιο, μπορεί να γίνει απόλυτα σύγχρονο, ακόμη και άθελά μας. Πράγματι, τον ήχο των ζαριών που κυλούν τον ακούμε και σήμερα, αν και αμυδρό κάτω από μοντερνιστικά απολιθώματα ή εκκωφαντικό σαν έκρηξη στην επιφάνεια μεταμοντέρνων αναπαραστάσεων.

Γι’ αυτό και ο εναντιωματικός ελιγμός του Παντελή Μπουκάλα, η απόφασή του να ρίχνει, σήμερα, τα ζάρια φανερά, στο τραπέζι, και να ‘ναι η ζαριά ευθέως κι απροσχημάτιστα ο ποιητικός τρόπος του (κι όχι αναπαράσταση στοχασμού), προσθέτει στα γνήσια ποιήματά του την αντοχή ενός κατ’ ουσίαν ηθικού εγχειρήματος. Κι επειδή αυτό το σταυρόλεξο ηθικότητας αυθόρμητα θα ξεκίναγα να το λύσω κατακορύφως, μ’ ενδιαφέρει διπλά η οριζόντια κίνηση του Μπουκάλα – ο τρόπος με τον οποίο τον ενσφηνώνει στο πιο επίκαιρο άγχος και στο κατεξοχήν πρόβλημα της ποίησης η επιλογή του να σημαδέψει εκεί που ήταν ανέκαθεν το κέντρο της: Να μεταφράζει θρήνους ή επιτύμβια και ταυτοχρόνως να εμμένει, ως πρωτότυπος συγγραφέας, σε μυθολογικά μοτίβα ή σε αρχετυπικές φιγούρες – στον μάντη που βλέπει τ’ αληθινά σχήματα όντας σαν πέτρα τυφλός, στο φυσικό σχήμα του πλάτανου που παρεμβάλλεται, σαν τις καρυδιές του Άλτενμπουργκ, ανάμεσα στο τεχνουργημένο ακρόπρωρο και το άμορφο ξύλο, ανάμεσα στο ξυλόγλυπτο και το κούτσουρο... Το ότι, κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο διαρκής αναστοχασμός επί του ποιητικού γεγονότος (αναπόφευκτος πια, εφόσον δεν θέλουμε να μεταμφιέζουμε σε δήθεν γνησιότητα και από καρδίας έκφραση τον αναλφαβητισμό και την ανεπίτρεπτη αφέλεια) διεκπεραιώνεται, ας πούμε, με παραβολές κι όχι με το παιγνίδισμα των μορφών, αφαιρεί από την ποίηση του Μπουκάλα χιούμορ και απόγνωση και της προσθέτει σοβαρότητα και βάθος: την κάνει αδρή (αυτό είναι το λίκνο της τρυφερότητάς της) και γεμάτη αντίλαλους – ώστε (αυτή είναι η άλλη όψη τής τεχνουργημένης «αντικειμενικότητάς» της) να μην εντοπίζεται η στοά απ’ όπου προέρχεται η σπαρακτική εξομολόγηση την οποία ποτέ δεν απέφυγε ο λυρισμός.

Ο Μπουκάλας υφαίνει με τον μίτο των προσωπικών φόβων και της παιδικής αφοσίωσης το άρραφο φόρεμα μιας προμήτορος όπως την βλέπουμε στις πρωταρχικές αναπαραστάσεις: λαβυρινθώδους, με σώμα που αποτελεί προέκταση του μίτου – και θα ξηλωνόταν μαζί του αν έστω και μια κλωστούλα κρεμόταν.

*

Ο Παντελής Μπουκάλας υφίσταται ως αυθεντικός ποιητής (γεγονός σπάνιο)  – όχι επειδή η θεματική του είναι κρίσιμη, επειδή αναστοχάζεται, επειδή τα μοτίβα του εκκρεμούν μεταξύ του καταθλιπτικά οικείου και του παραμυθητικά υψηλού ή επειδή, εντέλει, μιλάει «για τον έρωτα και το θάνατο» (για τι άλλο θα μπορούσαμε να μιλάμε;), αλλά επειδή αυτά τα στοιχεία περιστρέφονται ιλιγγιωδώς μέσα στη γλώσσα και συνδυάζονται σ’ ένα διακύβευμα που αλλιώς θα έμενε αόρατο (δηλαδή: χωρίς νόημα). Η ποίηση είναι, πριν απ’ όλα, η περιστροφή αυτού του δίσκου του Νεύτωνος.

Στον πρωτόλειο, κι επομένως ανεπανάληπτα σαφή χάρη στην αδεξιότητά του, Αλγόρυθμο (Άγρα, 1979), ο νευτώνειος δίσκος του Μπουκάλα περιστρέφεται ακόμη αργά – και οι πρώτες ύλες της ποίησής του εκτίθενται σχεδόν ασυνδύαστες. Όμως είναι ήδη ορατές στοιχειώδεις ενώσεις (της επίμονης παρήχησης, π.χ., με την ανυπεράσπιστη, σχεδόν μελοδραματική συγκίνηση) και αποσαφηνισμένο ένα είδος στιχουργικού, άρα και νοηματικού, staccato (τα σήματα μορς της αμφιθυμίας), που ποτέ δεν εγκαταλείφθηκε ολοκληρωτικά, γιατί εξασφάλιζε, πρωθύστερα, τη στίξη και τη συντακτική ανάλυση μιας ουσιώδους πρότασης, καμωμένης απ’ αυτές τις ζωντανές ύλες κι ακόμη, τότε, αδιατύπωτης. Τρία χρόνια αργότερα, στην Εκδρομή της ευδοκίας (τώρα στην Άγρα, όπως και όλα τα βιβλία του), ο Μπουκάλας έχει βρει τον τρόπο της δικής του αλήθειας, ξέρει πώς να διατυπώσει  την πρότασή του και τι θα λέει αυτή η ολοένα πιο πλούσια και περίπλοκη πρόταση. Παρά την κατά περιπτώσεις μετατόπιση της έμφασης στο μικρό ποίημα (κατασκευή στηριγμένη στο staccato, αλήθεια χορηγημένη σε «δόσεις εφόδου»), το πλήρες νόημα φέρεται από κείμενα μακράς πνοής, χτισμένα με δομικό λίθο το «εδάφιο», ρυθμισμένα έτσι ώστε κλειδί της παρτιτούρας να είναι η σύνταξη κι όχι κάποια προφανής μορφοπλασία, κλειδί του νοήματος να είναι η λέξη κι όχι ο ίσκιος της. Επιπλέον, τα κείμενα προσανατολίζονται χάρη σε μιαν ενδογλωσσική πυξίδα, κι έτσι βρίσκουν το στίγμα τους – όσον αφορά είτε το γεωγραφικό πλάτος της αδιάσπαστης, τρισχιλιετούς ελληνικής γλώσσας είτε το γεωγραφικό μήκος της ετυμολογίας. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο Μπουκάλας εκδραματίζει στα γραπτά του το άγχος για την έντεχνη φύση της ποίησης και καθίσταται ευάλωτος στις τέρψεις των ευρημάτων και του γνωμικού στίχου – αναπόφευκτα, αφού τέτοιο άγχος πραΰνεται μόνο σε μέγα βάθος: στα έγκατα της λέξης, μέσα στο έτυμον, ή στα θεμέλια της φόρμας, μέσα στο συλλογικό και ανώνυμο, εκεί που άπειρες ακροάσεις επέτρεψαν στο νόημα ν’ αποκρυσταλλωθεί και να λάβει ένα σχήμα σχεδόν φυσικό. Εξού και ο Μπουκάλας παραιτείται από την προσωπική του ρυθμοποιΐα μόνο όταν την αντικαθιστά με το προφανές τραγούδι ή τη δημοτική ποίηση. Εξού και μεταφράζει εντός της γλώσσας του – αποκλειστικά.

Δεν θα μπορούσα ποτέ να γράψω την ποίηση που γράφει, πρωτότυπα ή μεταφράζοντας, ο Παντελής – όμως η επιτυχία της έγκειται στο ότι το διακύβευμά της δεν παύει να με αφορά. Γιατί, όντως, η ποίηση ενδέχεται ν’ αποτελεί μιαν αναμόχλευση στα έγκατα της ακινησίας – σαν σκαραβαίος στα δαχτυλίδια των νεκρών, που ζωντανεύει κι αντανακλά στο σκληρό του κέλυφος όλα τα χρώματα της σφύζουσας ζωής. Όντως, η ποίηση μπορεί να είναι μια εναγώνια σύσπαση, μια αναδίπλωση του νοήματος γύρω από την κρυμμένη στους ήχους αλήθεια του – ώστε το νόημα αυτό, συμπιεσμένο απ’ το βάρος της ζωής σαν ελατήριο, να εκτιναχθεί εκτυλίσσοντας τις σπείρες μιας αψεγάδιαστης ρητορικής. Μια ρητορική που θα ήταν η ποίηση των σοφιστών, αν οι σοφιστές είχαν τελέντο κι έγραφαν ποίηση, είναι, εφόσον δεν θέλουμε να ψευτίσουμε τα λόγια μας, η μόνη οδός που διανοίγεται όταν απαρνηθούμε την κωμική ή απέλπιδα κυβεία της μορφοπλασίας. Καμιά ειρωνική διάθεση να μην διαταράσσει την υφή του ποιήματος, κανένας σαρκασμός να μη διασπά τη συνοχή της επώδυνα υφασμένης αναμονής: αναμονής του πάθους (που οι λέξεις το αποδέχονται και το προϋποθέτουν ταυτοχρόνως απόν), αναμονής της σάρκας (που όμως χλομιάζει στο φώς τους), αναμονής της συνάφειας – χωρίς τις παρενθέσεις των λέξεων που την αφηγούνται.

Αλλ’ αυτή η σοβαρότητα, αυτή η αναμονή μπροστά στην επιτύμβια πέτρα έχει μιαν έξοδο – καταπώς το ‘θελε για την άβυσσο ο Νίτσε: αν την κοιτάξεις για πολύ, κοιτάει κι εκείνη μέσα σου. Κι η επιτύμβια πέτρα κείται στο σύνορο δυο κόσμων, το είπαμε. Ώστε, μπορεί ξαφνικά να ξεχειλίσει απ’ το τίποτα, οίστρος ζωής – όπως τον όρισε άπαξ δια παντός ο Εμπειρίκος: απλώς, ο φόβος του θανάτου αντεστραμμένος... Ο Μπουκάλας μετέφρασε, διαβάζω στον κατάλογο της Άγρας, μετά τα επιτύμβια, συμποτικά επιγράμματα – τι πιο λογικό για κάποιον που μεγάλωσε στα μέρη του Τάκη Πλούμα και του Θανάση Μπαταριά; Φέρνει ο καιρός «στυγίους λύπας», φέρνουμε κι εμείς «τερπνάς ακοάς». Έρχονται «θάνατοι, δειναί τε τύχαι σφάλλουσι δόμους» – μα εμείς «μούση και πολυχόρδοις ωδαίς» όλ’ αυτά τα ξορκίζουμε, όλοι οι φίλοι μαζί, έστω για λίγο. Η αμίλητη πέτρα είναι πάντα εκεί, μπροστά μας, στο σύνορο – μα σαν ν’ αποκεκύλισται: έτσι την βλέπουμε πίνοντας, όλοι οι φίλοι μαζί. Κι αναμένοντας. Κι αν το τραπέζι είναι άδειο – ε, τόσο το καλύτερο: «ίνα δ’ εύδειπνον δαίτες, τι μάτην τείνουσι βοήν;».  Αν όλα πήγαιναν καλά, για ποιο λόγο θα τραγουδάγαμε – όλοι μαζί; Έτσι το φιλοσόφησε από σκηνής ο Ευριπίδης – και το μόνο που με ανησυχεί είναι ότι διάλεξε, Κύριος οίδε γιατί, να το φιλοσοφήσει στη Μήδεια, που την διαβάζω πάλι και πάλι αυτόν τον καιρό. Αλλά αυτή είναι άλλη ιστορία, που δεν άπτεται της λογοτεχνικής κριτικής – και δεν αφορά, προφανώς, τον Μπουκάλα...

 

2.

Επί του προσωπικού

 

Τέλος επισκέψεων

 

....τακερός δ' Έρως...

ΑΝΑΚΡΕΩΝ

 

Μ' άφησες πια.

Οι επισκέψεις σου αραίωσαν

ως το μηδέν.

Σκοτείνιασαν τα ρήματά σου,

το βλέμμα σου απανθρακωμένο,

το τακερό ως πριν.

Στρώνω τραπέζι,

τροχίζω το μολύβι

στην πέτρα της αναμονής,

καλό κρασί θερμαίνει το γυαλί,

τέλος παγώνει ορφανό.

 

Άργησες.

Κάν δεν ήρθες.

Μάλλον θα το ΄νιωσες πως πια

σε προσκαλεί η πεινασμένη ανάγκη

κι όχι η έφηβη αυτοπεποίθηση

πως όλα λέξεις

και όλα ξαναγίνονται αποξαρχής.

Και στράφηκες αλλού

με τη φαρμακερή παραμυθία σου.

Δεν σου κρατώ κακία.

 

Έξω απ' το πάθος πια,

όμορφα ηττημένος,

μετρώ τα πράγματα

με τη δικαιοσύνη της παραδοχής.

Έτσι ήταν το γραμμένο

κι έτσι γράφτηκε.

Να μου δοθείς ως την εξάντληση

των λογισμών μου δέσποινα ανεξάντλητη.

 

Είμαστε τα ταξίδια που αρνηθήκαμε.

 

Έτσι αρχίζει να μιλάει, στην καινούργια, μετά δέκα έτη, ποιητική συλογή του «Ρήματα» ο φίλος μου ο Παντελής Μπουκάλας. Έτσι – απλά, σπαραχτικά και ευθύβολα: μ’ ένα ποίημα (πολύ καλό, χρειάζεται να το πω; το διαβάσατε) που ξαναβρίσκει στην απέναντι όχθη, της ωριμότητας, τον τόνο που είχα ν’ ακούσω, τόσο ξεκάθαρο, από τον πρωτόλειο Αλγόρυθμο και την μονοκοντυλιά που ακολούθησε: την Εκδρομή της ευδοκίας.

Έχω ξαναγράψει για την ποίηση του Παντελή, χωρίς να μ’ εμποδίσει η επίγνωση ότι μιλάω για έναν σχεδόν αδερφό μου, μια και «η δικαιοσύνη προσδέεται φιλίας» (Αριστοτέλης, Ηθικά Νικομάχεια), δηλαδή η αγάπη μάς κάνει πιο δίκαιους κριτές: κοιτάμε με μεγαλύτερη έγνοια, βαθύτερα, αυστηρότερα. Κι αν τον Αλγόρυθμο τον έχω συνδέσει στο νού μου με τις καταλήψεις του ’79, τόσο το καλύτερο: διευκολύνεται η επανεστίαση, έτσι που να βλέπω ολοκάθαρα πια αυτό που είναι έτσι κι αλλιώς η ουσία της ποίησης του Παντελή – τον ηθικό πυρήνα της. Γιατί ο Μπουκάλας, μ’ όλα τα χούγια του, είναι πάνω απ’ όλα μοραλιστής ποιητής, το λέω όπως θα το έλεγα για τον Μανόλη Αναγνωστάκη. Ε, λοιπόν, σε τούτο εδώ το βιβλίο, το απόλυτα, απερίφραστα εξομολογητικό, ο ηθικός πυρήνας λάμπει ακάλυπτος. Κι έτσι, ο Παντελής μιλάει – κι είναι σαν να τον βλέπω να μου μιλάει. Και μήπως δεν μου μιλάει άλλωστε; Μήπως δεν λέει, όπως το κάνει πάντα η καλή ποίηση, αυτά που θα ‘θελα και δεν εύρισκα λόγια να πω;

 

Ανέφικτο

Κανένα ποίημα δεν είπε δεν θα πει

το σπαραγμό στο βάθος του

εκεί που κατοικεί γυαλί τριμμένο

Κανένα ποίημα ποτέ του

δεν απέδωσε δεν θ' αποδώσει

τον άνθρωπο

γυναίκα άντρας

που φεύγει απ' τη δουλειά

ο ήλιος νυχτωμένος

και σπίτι του τα πόδια του πεισματωμένα

δεν τον στρέφουν

τον περιμένουν δεν τον περιμένουν

και να χαθεί, αυτό ποθεί,

κομμάτια κομματάκια

να μηδενιστεί

γιατί έχει νύχτα μέσα του αυθόρμητη

βαρύτερη απ' του ήλιου

κι έχει το δέρμα πέτρινο από μια θλίψη

που της περιττεύουν οι αιτίες

Κανένα ποίημα ποτέ του

δεν τραγούδησε και δεν θα τραγουδήσει

την αγωνία όποιου αγαπά και δέεται

να φύγει γρήγορα να φύγει ο χρόνος

όσον γεωργεί σμιγμένος με την αγαπώ του

για να 'ρθει γρήγορα πιο γρήγορα να ρθεί

ο άλλος χρόνος ο επόμενος

να σμίξει πάλι με την απγαπώ

να γεωργηθούνε

Κανένα ποίημα ποτέ του

δεν ιστόρησε και δεν θα ιστορήσει

τον πανικό να μη θυμάσαι

καν τί μήνας

ποιά η μέρα

έτσι όπως τα φύλλα στο ημερολόγιο

καθηλωθήκαν στο φθινόπωρο

Κανένα ποίημα ποτέ του δεν ετόλμησε

δεν θα τολμήσει να το πει

πως αληθεύει με το ψέμα του ο άνθρωπος

- και δίχως όχι

Κανένα ποίημα ποτέ του δεν υψώθηκε

και δεν θα υψωθεί

όσο χελιδονάκι ταπεινό χωμάτινο

που απ' το πολύ το μαύρο του

ολολευκαίνεται

 

Κανένα

 

Γι' αυτό και συνεχίζουμε να γράφουμε

 

 

Μπράβο και σ’ ευχαριστώ, Παντελή.

 

 

Δείτε όλα τα σχόλια