Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Το ευρώ, με τους τραπεζίτες και χωρίς τους πολίτες

Η ΕΚΤ αποκτά εξαιρετικές εξουσίες που της επιτρέπουν να καθοδηγεί, με αδιαφάνεια, την οικονομική και κοινωνική πολιτική των χωρών της Ένωσης και μάλιστα χωρίς να είναι εκλεγμένη, χωρίς να δίνει λογαριασμό κάπου. Ποτέ στην οικοδόμηση μιας εθνικής ή περιφερειακής οντότητας, εκτός βέβαια από περιόδους πολέμου ή στρατιωτικής κατοχής, η υποχώρηση της δημοκρατίας και η μεταβίβαση κυριαρχίας δεν έφτασαν σε τέτοιο βαθμό

Επιμέλεια: Θανάσης Κούτσης

 

Μάιος του 1998 και όλα είναι έτοιμα να υποδεχθούν το ευρώ σε έντεκα χώρες, την 1η Ιανουαρίου του επόμενου χρόνου. Ωστόσο υπάρχουν οικονομολόγοι, όπως ο Λωράν Καρουέ, που κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου για τις πολιτικές λιτότητας που αναγκαστικά θα επιφέρει η εισαγωγή στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση.

Του Laurent Carroué*

Η ξέφρενη πορεία προς το ευρώ, η οποία από τη συνθήκη του Μάαστριχτ και μετά καθορίζει το σύνολο των πολιτικών των Δεκαπέντε, θα καταλήξει την 1η Ιανουαρίου 1999 στην κυκλοφορία του νέου νομίσματος και τη λειτουργία του θεσμικού μηχανισμού που θα το διαχειρίζεται: της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Οι αποφάσεις, που ελήφθησαν μεταξύ 1ης και 3ης Μαΐου από τους υπουργούς Οικονομικών και Εθνικής Οικονομίας των Δεκαπέντε και το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, αποσκοπούν να δημιουργήσουν μια αμετάκλητη κατάσταση, ώστε να ανακόψουν έναν διογκούμενο, και μάλιστα απειλητικό, ευρωσκεπτικισμό. Αυτό το βίαιο πέρασμα εξηγείται από τέσσερα σημαντικά διακυβεύματα:

- Τη δημιουργία ενός νομισματικού οργάνου που θα επιτρέπει και θα επιταχύνει την ελεύθερη κυκλοφορία του κεφαλαίου, ενώ, ταυτοχρόνως, θα εγγυάται την αξία και την αποδοτικότητα του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου.

- Την επιθετική είσοδο της γηραιάς ηπείρου στον ανηλεή οικονομικό και χρηματοπιστωτικό πόλεμο, στον οποίο έχουν αποδυθεί οι πολυεθνικές με περιφερειακή βάση.

- Την πλήρη αναδιάρθρωση των κοινωνικών και παραγωγικών δομών της Ευρώπης, σύμφωνα με το αγγλο-σαξονικό «μοντέλο»: μέγιστη αποδοτικότητα του κεφαλαίου, μείωση των εισοδημάτων των εργαζομένων, απορύθμιση, ευελιξία στις εργασιακές σχέσεις, γενικευμένη αβεβαιότητα, ιδιωτικοποιήσεις, ταμεία σύνταξης κ.λπ.

- Τέλος, η ζώνη του ευρώ αντιστοιχεί σε ένα γερμανικό γεωπολιτικό σχέδιο, δηλαδή το σχέδιο της ποιοτικής ενίσχυσης και της γεωγραφικής επέκτασης της ζώνης του μάρκου. Ο κ. Ρολφ Χ. Χάσε, διευθυντής του Ινστιτούτου Πολιτικής Οικονομίας του πανεπιστημίου Μπούντεσβερ του Αμβούργου, είναι εξαιρετικά σαφής, σ' αυτό το θέμα. «Το 'μονοπώλιο' του μάρκου και η παντοδυναμία της Μπούντεσμπανκ θα λάβουν τέλος με το ευρώ. Αλλά η επίδρασή του θα συνεχιστεί. Από γερμανική άποψη, η ζώνη του μάρκου -και οι στόχοι της για σταθερότητα- κατά κάποιο τρόπο θα νομιμοποιηθούν και θα 'εξευρωπαϊστούν'».

Και υπενθυμίζει ότι στους κόλπους των οργάνων λήψης αποφάσεων στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ορισμένοι τραπεζίτες θα είναι πιο ίσοι από τους άλλους: «Σε περίπτωση που υπάρξει πρόβλημα ή σύγκρουση, το οικονομικό και νομισματικό βάρος της χώρας από την οποία προέρχεται κάθε κεντρικός τραπεζίτης θα παίξει ασφαλώς κάποιο άτυπο ρόλο κατά τη διάρκεια των συζητήσεων».

Μέσα από αυτό το πρίσμα, η διεκδίκηση ενός μη υπερτιμημένου ευρωπαϊκού νομίσματος, σε σχέση με το δολάριο, δηλαδή ενός «αδύναμου» ευρώ, δεν έχει κανένα νόημα. Η Μπούντεσμπανκ αποφάσισε κυρίαρχα ότι το ευρώ, όπως το μάρκο, θα είναι «ισχυρό» και το κατέστησε σαφές, χωρίς περιστροφές, στους «εταίρους» της, προβαίνοντας στο τέλος του 1997 σε αύξηση των επιτοκίων της, την οποία δεν δικαιολογούσε κανένας κίνδυνος πληθωρισμού. Και, πολύ συμβολικά, ο Χέλμουτ Κολ επέβαλε ως έδρα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας τη Φραγκφούρτη, κοντά στην Κεντρική Τράπεζα της Γερμανίας.

Αυτές οι επιλογές εξηγούν την επιβολή -για τη συμμετοχή στο ευρώ- αυστηρά μονεταριστικών κριτηρίων (δημόσιο έλλειμμα, δημόσιο χρέος, πληθωρισμός, ύψος επιτοκίων), τα οποία, σε περιόδους μαζικής ανεργίας, έχουν ως μοναδικό στόχο τη σταθερότητα του νομίσματος και την πάλη κατά του πληθωρισμού. Τα κριτήρια αυτά, των οποίων η επεξεργασία έγινε σε περίοδο σταθερού ρυθμού μεγέθυνσης της οικονομίας και με σχετικά υψηλό πληθωρισμό,1 έρχονται σήμερα σε αντίθεση προς την οικονομική συγκυρία -η ανάπτυξη ανέρχεται μόλις στο περίπου 1,5% τον χρόνο από το 1991 και μετά- κυρίως στη Γαλλία και τη Γερμανία.

Τα κριτήρια έχουν γίνει πραγματική παγίδα, όπως παραδέχονται όλο και περισσότερες προσωπικότητες, οι οποίες ωστόσο είναι υπέρ του ενιαίου νομίσματος. Πράγματι, τα κριτήρια αυτά είναι τόσο δρακόντεια, που, κατά τρόπο παράδοξο, στο τέλος του 1997, μόνο δύο από τις έντεκα χώρες που θα συμμετάσχουν στο ευρώ (η Φινλανδία και το Λουξεμβούργο) πληρούσαν αυστηρά τα πέντε κριτήρια του Μάαστριχτ. Μπροστά σ' αυτή την πραγματικότητα, οι υπέρμαχοι του σχεδίου, δογματικοί, αυτιστικοί ή τυφλοί, δεν διστάζουν να παραβούν τους ίδιους τους νόμους τους.

Η υιοθέτηση του ευρώ αποτελεί για τα κράτη μια πλήρη και οριστική αποκήρυξη κάθε κυριαρχίας σε νομισματικά θέματα, προς όφελος ενός νέου υπερεθνικού θεσμού, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Η απόλυτη προτεραιότητά του θα είναι, όπως είδαμε, η σταθερότητα των τιμών και η διατήρηση ενός ισχυρού ευρώ.

Αλλά οι συνέπειες είναι πολύ ευρύτερες. Η ύπαρξη ενός ενιαίου νομίσματος απαιτεί, αναγκαστικά, την εναρμόνιση της χρηματοδοτικής, δημοσιονομικής, φορολογικής πολιτικής και, συνολικά, της οικονομικής πολιτικής των κρατών: φόροι και δασμοί, εισοδήματα, κοινωνική πρόνοια, μισθολογική πολιτική, πολιτική απασχόλησης και πολιτική αγοράς εργασίας... Ένα τυραννικό σύμφωνο, το λεγόμενο «σταθερότητας και ανάπτυξης», προστέθηκε σ' αυτόν τον μηχανισμό από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Άμστερνταμ, τον Ιούνιο του 1997. Το σύμφωνο στοχεύει να τιμωρεί οικονομικά κάθε παραβάτη, να χαλιναγωγεί και ακόμη να απαγορεύει εντελώς κάθε εναλλακτική οικονομική ή κοινωνική πολιτική. Η ΕΚΤ αποκτά λοιπόν εξαιρετικές εξουσίες, που της επιτρέπουν να καθοδηγεί, με μυστικότητα και με αδιαφάνεια, την οικονομική και κοινωνική πολιτική των χωρών της Ένωσης.

Οι εξουσίες αυτές είναι ακόμα πιο υπερβολικές, εφόσον η ΕΚΤ, που δεν είναι εκλεγμένη, και άρα δεν είναι αντιπροσωπευτική, δεν δίνει λογαριασμό σε κανένα και εφόσον τα μέλη του διευθυντηρίου της είναι αμετακίνητα για οκτώ χρόνια. Οικοδομείται, έτσι, μπροστά στα μάτια μας, μια Ένωση που εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους, γιατί είναι εντελώς σχιζοφρενική. Ποτέ στην οικοδόμηση μιας εθνικής ή περιφερειακής οντότητας, εκτός βέβαια από περιόδους πολέμου ή στρατιωτικής κατοχής, η υποχώρηση της δημοκρατίας και η μεταβίβαση κυριαρχίας δεν έφτασαν σε τέτοιο βαθμό. Εφαρμόζεται έτσι μια πραγματική κατάσταση έκτακτης ανάγκης, εν αγνοία των πολιτών, αλλά με την ενθουσιώδη, καρτερική ή αισχρή υποστήριξη -ανάλογα με την περίπτωση- των κυβερνώντων, που δεν θα έχουν πλέον και σπουδαία πράγματα για να κυβερνήσουν.

 

1 Το 1990, έντεκα από τα δεκαπέντε μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης είχαν πληθωρισμό υψηλότερο του 3%

 

* Ο Laurent Carroué είναι γεωγράφος, εξειδικευμένος στην Οικονομική Γεωγραφία, καθηγητής στο πανεπιστήμιο Paris - VIII.

 

Διαβάστε ολόκληρο το κείμενο στη διεύθυνση: https://monde-diplomatique.gr/?p=3509

 

Δείτε όλα τα σχόλια
Κύριο άρθρο

Η ΕΡΕ είναι εδώ

Είναι βγαλμένη από τις καλύτερες παραδόσεις της ΕΡΕ η πρακτική του Τ. Θεοδωρικάκου απέναντι στους δήμους. Ξεσήκωσε θύελλα διαμαρτυριών καταργώντας το πρόγραμμα "Φιλόδημος" που είχε σχεδιάσει η προηγούμενη κυβέρνηση

Δειτε ολοκληρο το αρθρο