Του Φίλιπ Στίβενς
Η Αμερική μίλησε. Οι φίλοι της στην Ευρώπη αντέδρασαν με συγκρατημένους πανηγυρισμούς. Αν υπήρχε ειλικρίνεια στη διπλωματία, οι περισσότεροι εταίροι της Ουάσιγκτον στο ΝΑΤΟ θα παραδέχονταν πως ήλπιζαν ότι οι ενδιάμεσες εκλογές θα επιφέρουν ένα πολύ μεγαλύτερο πλήγμα στον Πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ. Σε εποχές σαν αυτήν παίρνουν ό,τι μπορούν να πάρουν.
Δεν έχουν συμπληρωθεί δύο χρόνια από την έναρξη της θητείας του προέδρου Τραμπ και το παράδοξο έχει μετατραπεί σε κάτι συνηθισμένο. Δεν έχει περάσει πολύς καιρός από τότε που οι Ευρωπαίοι ήταν αρκετά ξεκάθαροι για την ιεραρχία των απειλών για την ήπειρο τους. Ο επιθετικός απομονωτισμός της εξωτερικής πολιτικής "Πρώτα η Αμερική" έχει «θάψει» τις παλιές βεβαιότητες.
Ο ρεβανσισμός της Ρωσίας του Βλαντίμιρ Πούτιν ήταν ψηλά στον κατάλογο με τις απειλές. Το ίδιο ήταν και ο υπαρκτός κίνδυνος της ισλαμικής τρομοκρατίας καθώς και η πιθανή επέκταση των συγκρούσεων στη Μέση Ανατολή. Πιο κάτω βρίσκονταν οι στρατηγικές επιδιώξεις της Κίνας, οι πιέσεις από το μεταναστευτικό και η υπαρξιακή πρόκληση της κλιματικής αλλαγής.
Σήμερα οι περισσότεροι Ευρωπαίοι ηγέτες θα πρόσθεταν και τον Ντόναλντ Τραμπ σε αυτόν τον κατάλογο. Αντίπαλοι και δυνητικοί αντίπαλοι θέλουν να διαβρώσουν τους κανόνες και τους θεσμούς που έχουν διατηρήσει ασφαλή την Ευρώπη μετά το 1945.
Η Αμερική, σύμμαχος και αρχιτέκτονας αυτής της ευρωπαϊκής τάξης, δείχνει πως θέλει να την ξεφορτωθεί. Ο Ντόναλντ Τραμπ βάζει τις συμφωνίες πάνω από τους συμμάχους, τη στρατιωτική ισχύ πάνω από τους κανόνες. Ο Ψυχρός Πόλεμος κερδήθηκε από μια δυτική συμμαχία που βασιζόταν τόσο στη στρατιωτική ισχύ όσο και σε αξίες. Με τον κύριο Τραμπ στον Λευκό Οίκο οι αξίες δεν είναι πλέον κοινές.
Όταν οι ηγέτες του κόσμου συναντηθούν στο Παρίσι αυτό το Σαββατοκύριακο για τα εκατό χρόνια από την ανακωχή του 1918, ο Αμερικανός Πρόεδρος θα νιώθει πιο άνετα δίπλα στον Βλαντίμιρ Πούτιν και τον Τούρκο Πρόεδρο Ταγίπ Ερντογάν παρά με τη Γερμανίδα καγκελάριο Άνγκελα Μέρκελ ή τον Γάλλο Πρόεδρο Εμανουέλ Μακρόν. Δεν είναι τυχαίο που οι δύο φίλοι του Ντόναλντ Τραμπ στην Ευρώπη είναι ο επίμονα ανελεύθερος Ούγγρος πρωθυπουργός Βίκτορ Όρμπαν και ο ηγέτης του Νόμου και της Τάξης στην Πολωνία Γιαροσλάβ Κατσίνσκι.
Αυτό που ήλπιζε η Ευρώπη από τις ενδιάμεσες εκλογές ήταν μια ξεκάθαρη ένδειξη ότι ο Πρόεδρος Τραμπ οδεύει σε μια ήττα στις εκλογές του 2020. Το σχέδιο θα ήταν «να περιμένουν μέχρι να αποχωρήσει», να ελπίζουν ότι μπορούν να πείσουν το Ιράν να τηρήσει τη διεθνή συμφωνία για τα πυρηνικά, ότι ο επόμενος Πρόεδρος θα επαναφέρει τις ΗΠΑ στη Συμφωνία του Παρισιού για την κλιματική αλλαγή και ότι οι φωτιές που άναψαν οι εμπορικοί πόλεμοι του Τραμπ θα μπορούσαν να τεθούν υπό έλεγχο.
Το πρόβλημα είναι ότι τέτοιες εκλογικές αναμετρήσεις σπάνια αποτελούν έναν αξιόπιστο οδηγό για τις προεδρικές εκλογές που ακολουθούν. Ο Ρόναλντ Ρέιγκαν, ο Μπιλ Κλίντον και ο Μπάρακ Ομπάμα ηττήθηκαν στις ενδιάμεσες εκλογές, αλλά επανεξελέγησαν για δεύτερη προεδρική θητεία. Στην περίπτωση του Ντόναλντ Τραμπ οι εκλογές αυτής της εβδομάδας αποτέλεσαν κυρίως μια υπενθύμιση για τις βαθιές διαιρέσεις στην αμερικανική κοινωνία. Οι Δημοκρατικοί απέκτησαν τον έλεγχο της Βουλής των Αντιπροσώπων, αλλά η ακραία, εθνικιστική καμπάνια Τραμπ ενίσχυσε την κυριαρχία των Ρεπουμπλικανών στη Γερουσία.
Οι Ευρωπαίοι πρέπει να αντιληφθούν ότι ο Πρόεδρος δεν είναι ο μόνος που πιστεύει πως οι ΗΠΑ θα πρέπει να φροντίσουν τον εαυτό τους παρά να ανησυχούν για τις απόψεις και τα προβλήματα των ξένων συμμάχων.
Ο έλεγχος της Βουλής από τους Δημοκρατικούς βάζει ουσιαστικά τέλος στις όποιες ελπίδες είχε ο Τραμπ να περάσει νομοθεσία για εσωτερικά ζητήματα πριν από το 2020. Δεν υπάρχει αμφιβολία, πως θα αυξηθεί η πίεση στον Λευκό Οίκο με μυριάδες ερωτήσεις και έρευνες για την προεκλογική εκστρατεία του προέδρου και τις οικονομικές υποθέσεις του.
Αλλά αυτό που δεν μπορεί να κάνει το Κογκρέσο είναι να περιορίσει τις κινήσεις του Τραμπ στο εξωτερικό. Και αν ο Πρόεδρος αποφασίσει να ξεκινήσει περισσότερους εμπορικούς πολέμους, θα λάβει τα εύσημα και από ορισμένους Δημοκρατικούς, εκτός από τους Ρεπουμπλικανούς.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η εξωτερική πολιτική θα γίνει πιο εύκολη για τον Ντόναλντ Τραμπ. Τα πρώτα δύο χρόνια περιορίστηκε κυρίως σε μια σειρά συμβολικών κινήσεων. Σε κάποιο σημείο θα πρέπει να δείξει πού οδηγούν, αν οδηγούν οπουδήποτε. Η συνάντηση κορυφής με τον Κιμ Γιονγκ Ουν της Βόρειας Κορέας ήταν σίγουρα ένα βήμα. Αλλά είναι ήδη εμφανές πως ο Κιμ δεν έχει καμία πρόθεση να διαλύσει το πυρηνικό πρόγραμμα της χώρας του.
Ο Πρόεδρος έβαλε επίσης ένα μεγάλο στοίχημα στο Ιράν. Υποθέτει ότι η επαναφορά των αμερικανικών κυρώσεων θα γονατίσει την Τεχεράνη. Τίποτα στο παρελθόν δεν υποδηλώνει ότι θα συμβεί κάτι τέτοιο, ειδικά από τη στιγμή που η Ευρώπη, η Κίνα και η Ρωσία επιμένουν ότι η συμφωνία για τα πυρηνικά πρέπει να γίνει σεβαστή.
Ασκώντας εξωτερική πολιτική με το ένστικτό του ο Ντόναλντ Τραμπ επέλεξε τη Σαουδική Αραβία για την πρώτη του επίσκεψη στο εξωτερικό. Είναι άλλη μια επιλογή που φαίνεται εξαιρετικά τραβηγμένη μετά τη δολοφονία του Σαουδάραβα δημοσιογράφου Τζαμάλ Κασόγκι στην Κωνσταντινούπολη. Όσον αφορά τους εμπορικούς πολέμους, θα ήταν ανοησία να υποτιμήσει την αποφασιστικότητα της Κίνας.
Τούτων λεχθέντων, η στρατηγική της Ευρώπης δεν μπορεί να είναι να περιμένει να καλυτερεύσουν τα πράγματα. Δεν είναι αυταπόδεικτο ότι ο διάδοχος του Τραμπ στον Λευκό Οίκο -είτε το 2021 είτε αργότερα- θα επαναφέρει τις ΗΠΑ στην πολιτική της πολυμέρειας.
Η Ευρώπη δεν μπορεί να απαλλαγεί με μιας από την εξάρτησή της από τις ΗΠΑ. Είναι επίσης εύλογο να υποθέσει κανείς ότι ακόμα και ο Ντόναλντ Τραμπ μπορεί ενίοτε να πειστεί ότι οι σύμμαχοι είναι χρήσιμοι, ακόμα και ότι το ΝΑΤΟ λειτουργεί ως εμπροσθοφυλακή της άμυνας των ΗΠΑ.
Αυτό για το οποίο θα έπρεπε να προετοιμάζονται οι Ευρωπαίοι είναι μια πιο χαλαρή δέσμευση. Η διατήρηση αυτού που μπορεί να διατηρηθεί από μια παγκόσμια τάξη με κανόνες θα απαιτήσει μεγαλύτερη συνεισφορά από την Ευρώπη και στενότερη συνεργασία με δημοκρατίες όπως ο Καναδάς, η Ιαπωνία και η Αυστραλία. Οι τελετές στο Παρίσι θα αποτελέσουν μια υπενθύμιση για το τι συνέβη την προηγούμενη φορά που οι ΗΠΑ αποφάσισαν να μείνουν σπίτι τους. Αυτή τη φορά η Ευρώπη θα πρέπει να είναι καλύτερα προετοιμασμένη.