Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Στην πόλη του τροπικού γκόθικ - Περιήγηση στη βικτωριανή Βομβάη

Οι αψίδες, τα βιτρό, τα πλακάκια Μπάτερφιλντ (από το όνομα του Βρετανού αρχιτέκτονα της Γοτθικής Αναβίωσης και του Κινήματος της Οξφόρδης Ουίλιαμ Μπάτερφιλντ, που σχεδίασε και επιμελήθηκε τα μωσαϊκά, τα στασίδια και άλλα μέρη στην Αφγανική Εκκλησία ή Εκκλησία του Αγίου Ιωάννου του Ευαγγελιστού) δίνουν ένα έντονο γοτθικό χρώμα στον νοτιότερο χριστιανικό ναό της Κολάμπα, του Νότου της Βομβάης

Από τον Κίπλινγκ και την Βικτώρια, στη σεφραδίτικη συναγωγή και την αφγανική εκκλησία

Κείμενο - φωτογραφίες: ΘΑΝΟΣ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ

 

Στις 10 από τις 11 φορές που έχω έλθει στην Ινδία χρειάστηκε να περάσω τράνζιτ από χώρα της Μέσης Ανατολής και να φθάσω ξημερώματα ή και αξημέρωτα. Αυτό έχει ένα κακό, ότι φθάνω άυπνος, και ένα καλό, την αίσθηση ότι φθάνοντας συγχρονίζομαι καλύτερα με τους ρυθμούς της πόλης.

Ο κόσμος που πηγαίνει στις δουλειές του, οι πλανόδιοι που στήνουν τα καρότσια τους, οι μαγαζάτορες που ανοίγουν τα καταστήματα, οι αγουροξυπνημένες φάτσες των μαθητών, όλο αυτό το σκηνικό μου δίνει την εντύπωση ότι καταφέρνω να σχηματίσω μια πιο "γεμάτη" και πιο αντιπροσωπευτική πρώτη εικόνα του τόπου που επισκέπτομαι, παρά αν έφθανα απόγευμα ή, ακόμη περισσότερο, αν έφθανα βράδυ, χωρίς την ένταση, τη βουή και την κίνηση του πλήθους, στοιχεία που διαφέρουν από πόλη σε πόλη.

Η πτήση ήταν και αυτήν τη φορά γεμάτη με οικονομικούς μετανάστες. Πολλοί Ινδοί εργάζονται στις χώρες του Κόλπου και μάλλον έτσι εξηγείται, υποθέτω, το γιατί σχεδόν όλες οι αεροπορικές εταιρείες της αραβικής χερσονήσου έχουν τόσο πυκνά δρομολόγια τα μεσάνυχτα. Το πιο βολικό για τον Ινδό μετανάστη είναι να φτάσει νωρίς το πρωί σε μια μεγαλούπολη της πατρίδας του, Δελχί, Καλκούτα, Τσενάι ή Βομβάη, και από εκεί με τρένο ή λεωφορείο να είναι στο χωριό του μεσημέρι, απόγευμα ή ενδεχομένως αργά το βράδυ της ίδιας ημέρας.

Με τον έναν στους δύο φορτωμένο, όπως διαπίστωσα χαζεύοντας τους ιμάντες των αποσκευών, με ηλεκτρονικά και ψηφιακά γκάτζετ για την οικογένεια και με τους περισσότερους να κουβαλάνε οθόνες τηλεόρασης τελευταίας τεχνολογίας, αγορασμένες προφανώς με πολλά κιλά ιδρώτα από κάποια χώρα του Κόλπου. Και κυρίως με πορτοφόλια φουσκωμένα με αιματηρές θυσίες για την προίκα της αδελφής, ένας θεσμός που ακόμη επικρατεί.

Αυτή τη φορά έφθασα στη Βομβάη 6 και τέταρτο το πρωί ερχόμενος από Ντουμπάι. Ο συνδυασμός βραδινό ταξίδι - ενδιάμεσος σταθμός - μεταμεσονύκτια πτήση αποδείχθηκε μεν κουραστικός, με την κούραση πάντως να έχει μετριαστεί από τις δύο ταινίες Μπόλιγουντ που παρακολούθησα στη διαδρομή εν είδει πολιτιστικού πρελούδιου της άφιξής μου, αλλά ήταν και ο πιο προσιτός οικονομικά.

Ωστόσο μου φάνηκε παράλογο που δύο χώρες τουριστικοί προορισμοί, όπως η ευρωπαϊκή Ελλάδα και η ανερχόμενη οικονομικά Ινδία του ενός και πλέον δισεκατομμυρίου πληθυσμού, δεν συνδέονται με απευθείας πτήση. Όταν μάλιστα οι Ινδοί που ταξιδεύουν στο εξωτερικό ξεπερνούν κάθε χρόνο τα 13 εκατομμύρια, τη στιγμή που οι Ιάπωνες, κατ’ εξοχήν ταξιδευτής λαός, φθάνουν τα 16 εκατομμύρια, συν το ότι οι πλούσιοι της Ινδίας είναι πολύ πλούσιοι και στο συνάλλαγμα που αφήνουν κάνουν για πολύ περισσότερους.

Εκτός από παράλογο, όμως, η έλλειψη απευθείας σύνδεσης για όσους επισκέπτονται συχνά την Ινδία κάνει το ταξίδι τους περισσότερο κουραστικό και βεβαίως περισσότερο δαπανηρό.

Όπως κάνω κάθε φορά στην προσγείωση, τράβηξα από το παράθυρο μερικές φωτογραφίες του αεροδρομίου προτού βγω από το αεροσκάφος. Θα μπορούσα να δημιουργήσω άλμπουμ ολόκληρο με φωτογραφίες σε προσγείωση ως ανυπόμονη εισαγωγή της ανακάλυψης ενός καινούργιου τόπου που επισκέπτομαι είτε σε απογείωση ως νοσταλγική κατακλείδα ενός ταξιδιού που τελείωσε. Και αυτός είναι ο βασικός λόγος που αποφεύγω τις θέσεις κοντά στο φτερό του αεροπλάνου, αφού χαλάει το φόντο στις φωτογραφίες.

Με γκρίζο ουρανό

Ο ουρανός της Βομβάης ήταν γκρίζος και συννεφιασμένος και η υγρασία στην ατμόσφαιρα που είχε θολώσει το τζάμι του παραθύρου εμφανής σε όλα τα καρέ που τράβηξα. Τόσο έντονη ήταν η υγρασία ώστε σε κάποιες φωτογραφίες εμφανίζονταν θολά τα περιγράμματα. Ωστόσο το αποτέλεσμα εικαστικά δεν ήταν κακό, ίσα - ίσα ήταν αυτό που λέμε «ατμοσφαιρικό».

Ήταν η πρώτη φορά που ήλθα καλοκαίρι στη Βομβάη. Μόνο χειμώνα και άνοιξη είχα καταφέρει να την δω έως τώρα, εποχές που τα τελευταία χρόνια τις έσπαζα με ταξίδια σε προορισμούς με ζεστά κλίματα. Γενικά προτιμώ να ταξιδεύω χειμώνα. Δεν είναι μόνο ότι γλιτώνω την κατάθλιψη της άσχημης χειμωνιάτικης τσιμεντούπολης, αλλά με απλή αριθμητική τα κοινόχρηστα του πετρελαίου δύο μηνών τις κρύες ημέρες του χειμώνα κάνουν όσο και τα εισιτήρια aller - retour στον Ινδικό.

Η αλήθεια είναι πως ήξερα προτού καν αναχωρήσω τι καιρό θα βρω και ήρθα κατάλληλα προετοιμασμένος και από πλευράς εξοπλισμού -ουσιαστικά με μια σπαστή ομπρέλα στο σακίδιο- και από ψυχολογικής. Όσο και αν αυτό το τελευταίο ακούγεται υπερβολικό ή και άσχετο, το να βρεθείς Φεβρουάριο μήνα σε ζεστό μέρος, όπως επίσης και το να συναντήσεις μέσα Ιουλίου συννεφιασμένο ουρανό και βροχές, συνεπάγεται ψυχολογικά ένα μικρό «μετεωρολογικό σοκ». Πάνω - κάτω σαν το σοκ του βοσκού που περιγράφεται στο σονέτο του πρέστο στο «Καλοκαίρι» του Βιβάλντι από την ξαφνική καταιγίδα με ό,τι αυτή ετοιμάζεται να φέρει:

«E piange il Pastorel, perche sospesa

Teme fiera borasca, e 'l suo destino».

Τα στατιστικά δεδομένα που διάβασα προτού έλθω στη Βομβάη έκαναν λόγο για βροχοπτώσεις τουλάχιστον 800 χιλιοστών με 73,4 ώρες μέσο μηνιαίο όρο ηλιοφάνειας. Αν αυτοί οι αριθμοί δεν λένε τίποτε, μπορεί να λένε πολλά αν ληφθεί υπόψη ότι δεν πρόκειται ούτε καν για τις μισές από τις 192,1 ώρες ηλιοφάνειας του Λονδίνου Ιούλιο μήνα. Η δε κλίμακα Köppen κατατάσσει τη Βομβάη στο ξηρό / υγρό τροπικό κλίμα, γνώρισμα του ινδικού Νότου.

Την υπόλοιπη χώρα τη χωρίζει σε άλλες πέντε ομάδες: ξηρό κλίμα της ερήμου στο Ρατζαστάν, ημίξηρη σαν μισοφέγγαρο ζώνη στα ανατολικά του, «αλπική τούντρα» σε Κασμίρ και Ιμαλάια, υγρό υποτροπικό κλίμα νοτιότερα έως την Μποπάλ και τη Ραϊπούρ και «υγρό τροπικό κλίμα» στον απώτατο Νότο. Αυτά ως προς τον γεωγραφικό προσδιορισμό του κλίματος μιας χώρας που βρίσκεται μεταξύ των χιονισμένων Ιμαλαΐων και των ζεστών νερών του Ινδικού.

Ως προς τον χρονικό προσδιορισμό, οι Ινδοί αναγνωρίζουν τέσσερις εποχές, όχι όμως σαν αυτές που ξέρουμε στην Ευρώπη. Έχουν χειμώνα που κρατάει Δεκέμβριο με Φεβρουάριο, καλοκαίρι Μάρτιο με Μάιο, εποχή των μουσώνων Ιούνιο με Σεπτέμβριο και εποχή ξηρασίας Οκτώβριο και Νοέμβριο.

Ζεστή υγρή αίσθηση

Έχοντας μεσημεριάσει, μπόρεσα να πω ότι όλες αυτές οι πληροφορίες για το κλίμα μου φάνηκαν μεν χρήσιμες, όμως οι αριθμοί και οι λέξεις αδυνατούν να περιγράψουν αυτήν τη χαρακτηριστική ζεστή υγρή αίσθηση που επικρατούσε όλη εκείνη την ημέρα από το πρωί. Δεν είχα παρά λίγες ώρες που είχα φθάσει, ωστόσο γρήγορα αντιλήφθηκα, νιώθοντας την ατμόσφαιρα του ινδικού Νότου Ιούλιο μήνα, τι είναι αυτό που προσελκύει κάθε καλοκαίρι στην Ινδία φανατικούς τουρίστες των θερινών μουσώνων.

Είναι η μοναδική αίσθηση που προκαλούν αυτές οι ζεστές καταρρακτώδεις μπόρες τις οποίες φέρνουν οι υγρές αέριες μάζες από τον Ινδικό Ωκεανό προς τα ηπειρωτικά της Ινδίας, που τις ένιωσα και στο σώμα και στα ρούχα μου, αλλά και μυρίζοντας τον νοτισμένο από υγρασία περίγυρο.

Ο Κίπλινγκ έλεγε πως η πρώτη προϋπόθεση κατανόησης μιας ξένης χώρας είναι να τη μυρίσεις. Αυτό συμβαίνει και με την Ινδία της εποχής των μουσώνων, μιας και η υγρασία έχει κι αυτή τη δική της μυρωδιά. Η μυρωδιά του μουλιάσματος στους τοίχους, στα έπιπλα, στο στρώμα του κρεβατιού, στους δρόμους, παντού, είναι κι αυτή ένα στοιχείο της προσωπικότητας του Ινδικού Νότου.

Υπάρχει ωστόσο ένα λεπτό σημείο που χωρίζει τη νοτισμένη ατμόσφαιρα και την αίσθηση της «αναζωογονητικής βροχής» από τη νοσηρή ζεστή υγρασία της νότιας και της νοτιοανατολικής Ασίας, που μπορεί να γίνει και ανυπόφορη. Αυτό το σημείο η Βομβάη δεν το περνάει και νομίζω πολλοί θα μπορούσαν και να λατρέψουν αυτήν την ατμόσφαιρα.

Οικονομικό κέντρο χάρη σε Αμερικανικό Εμφύλιο και Σουέζ

Το ότι η δημοσίευση το 1884 της κλίμακας Köppen κατέτασσε τη Βομβάη στις «τροπικές» πόλεις, ουδόλως την εμπόδισε να θεωρείται από τότε κιόλας ραγδαίως αναπτυσσόμενη, χάρη σε δύο συγκυρίες: αφενός τον Αμερικανικό Εμφύλιο του 1861 - 1864, που την κατέστησε διεθνές κέντρο εμπορίας βάμβακος, και αφετέρου το άνοιγμα του Σουέζ το 1869, που την ανέδειξε σε ένα από τα μεγαλύτερα λιμάνια της Αραβικής Θάλασσας.

Τότε χτίστηκαν πολλά κτήρια, μέγαρα και γραφεία που εξυπηρετούσαν τις ανάγκες ενός ανερχόμενου διεθνούς εμπορικού κέντρου. Αυτός ο συνδυασμός χρόνου, χώρου, κλίματος και ιστορίας μαζί με τα ουκ ολίγα γοτθικά βικτωριανά κτήρια από την εποχή της αγγλικής αποικιοκρατίας συνθέτει ένα μοναδικό στον κόσμο «τροπικό γκόθικ».

Τροπικό γκόθικ

Έως τις 6 το απόγευμα, στην πρώτη μου ημέρα στην πόλη, είδα και επισκέφθηκα ακόμη μία φορά τη Βιβλιοθήκη Νταβίντ Σασούν, το Κολέγιο Έλφινστοουν, την Αγορά Κρόφορντ, τον Άγιο Θωμά, τον Οίκο Ναύτη, τα κτήρια του Δημοτικού Σώματος της Βομβάης και της Ατμοπλοΐας των Βρετανικών Ινδιών, τον σιδηροδρομικό σταθμό Βικτωρία και μερικά ακόμη κτήρια που δικαιολογούν πλήρως το δεύτερο σκέλος αυτού του «τροπικού γκόθικ». Και είναι και αυτό ένα από τα στοιχεία εκείνα που δίνουν στη Βομβάη μια τόσο ξεχωριστή προσωπικότητα.

Αν μη τι άλλο, η μισάωρη ζεστή απογευματινή βροχή που με πέτυχε στον δρόμο αποδείχθηκε πολύτιμος σύμμαχος στο να κρατηθώ φρέσκος 26 ώρες αφότου ξεκίνησα το ταξίδι μου από την Αθήνα. Χάρη σε αυτή την βροχή και στα ουκ ολίγα αξιοθέατα ούτε που κατάλαβα το πώς συμπλήρωσα επτά ώρες περπάτημα, έχοντάς με συνεπάρει το λεγόμενο «Bombay gothic» για να το αποτυπώσω όσο αντιπροσωπευτικότερα μπορούσα στη μνήμη και στον φωτογραφικό φακό.

Στην Αγορά Κρόφορντ

Αν υπάρχει ένα μέρος σε ολόκληρη τη Βομβάη που θα μπορούσε να αποτελεί μικρογραφία της καθημερινότητάς της, αυτό είναι η Κρόφορντ Μάρκετ. Απ' έξω τα εντυπωσιακά νορμανδικά και φλαμανδικά διακοσμητικά και αρχιτεκτονικά στοιχεία δένουν αρμονικά με τη γοτθική βιτρίνα της Βομβάης. Στο εσωτερικό τα 22.471 τετραγωνικά μέτρα συνθέτουν τη λαϊκή καθημερινότητα της Βομβάης και πρωτίστως την κουζίνα της, με τα πουλερικά, τα μπαχαρικά, τα φρούτα και τα λαχανικά που καλύπτουν ένα μεγάλο μέρος της.

Την προσοχή μου τράβηξε από μακριά ο πύργος των 39 μέτρων με το ρολόι. Καθώς ήταν Σάββατο, η κίνηση ήταν αυξημένη, μιας και η αγορά, που λειτουργεί καθημερινώς 11 με 8, είναι κλειστή τις Κυριακές.

Με τη μύτη μου να ανιχνεύει χωρίς δυσκολία μυρωδιές από αρώματα και κάρι, βρέθηκα σε έναν χώρο με οικόσιτα ζώα, κουνέλια, καναρίνια, ινδικά χοιρίδια και παπαγάλους. Κατευθύνθηκα στα αριστερά της εισόδου, όπου βρίσκονταν τα σαμπουάν, τα σαπούνια και τα καλλυντικά, αναζητώντας σικακάι, άμλα και καναδυό ακόμη συστατικά για να φτιάξω ένα τονωτικό αγιουρβεδικό μείγμα για τα μαλλιά.

Παραέξω τα πανέρια πουλούσαν γυναικεία και παιδικά ρούχα, καθώς και παιχνίδια.

Πέρασα από σταντς με μπισκότα και σοκολάτες, όλα εισαγόμενα. Κάποτε, πριν ανοίξει η ινδική αγορά, τις ξένες μάρκες τις έβρισκες μόνο εδώ. Ξαναπέρασα από την είσοδο και στα δεξιά βρέθηκα στα μπαχαρικά, όπου νοικοκυρές ψώνιζαν για το κάρι της ημέρας. Αγόρασα 2-3 σακουλάκια και συνέχισα για να τραβήξω φωτογραφίες στις γωνιές με τα πλαστικά ειδη νοικοκυριού, με τα φρούτα όπου κυριαρχούσαν τα έντονα χρώματα, στα λαχανικά, τα τυριά, τα γλυκά, τα κρέατα, τα κεριά, τα μπαλόνια.

Αισθητική Κίπλινγκ πατρός

Στον κεντρικό χώρο δέσποζε ένα τεράστιο σιντριβάνι, έργο του Τζον Λόκγουντ Κίπλινγκ, πατέρα του νομπελίστα συγγραφέα Ράντγιαρντ Κίπλινγκ. Εκτός από το σιντριβάνι έχει φιλοτεχνήσει και τα διαζώματα των εισόδων. Ο Κίπλινγκ παρότι γεννήθηκε στην Αγγλία, πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στην Ινδία, όπου γεννήθηκε και ο Ράντγιαρντ. Πάνω από τις τρεις εισόδους υπάρχουν ανάγλυφα του Κίπλινγκ με όμορφες γυναίκες που παριστάνουν τους τρεις κυριότερους ποταμούς της Ινδίας.

Άλλα ανάγλυφα παριστάνουν την αγροτική ζωή και γεωργούς εν ώρα εργασίας. Αρχιτέκτονας της αγοράς, η οποία κατασκευάστηκε μεταξύ 1865 και 1869 για να αρχίσει τη λειτουργία της το 1871, ήταν ο Ουίλιαμ Έμερσον, ο οποίος έχει συνδέσει το όνομά του και με διάφορα γνωστά κτήρια στην Ινδία, όπως ο μητροπολιτικός ναός των Αγίων Πάντων στο Αλαχαμπάντ ή το Βικτώρια Μεμόριαλ στην Καλκούτα. Η κλειστή αγορά Κρόφορντ υπήρξε το πρώτο δημόσιο κτήριο της Ινδίας που φωταγωγήθηκε το 1882 με ηλεκτρικό ρεύμα.

Το κοσμοπολίτικο Μαύρο Άλογο

Όσο απέραντη και αν είναι μια πόλη στην οποία έχω ξαναέλθει, όσο πολλές και να είναι οι άγνωστες περιοχές της που αποτελούν πρόκληση να τις εξερευνήσω, αισθάνομαι κάθε φορά επιτακτική την ανάγκη να δω κάποιες γνώριμες γωνιές της, μόνο και μόνο για να αποκτήσω αυτή την επαφή της οικειότητας που θα με βάλει ευκολότερα και γρηγορότερα στους ρυθμούς της Βομβάης. Έως τώρα καμία πόλη που έχω επισκεφθεί τουλάχιστον για δεύτερη φορά δεν έχει ξεφύγει από αυτόν τον κανόνα.

Μία από τις αγαπημένες μου περιοχές της Βομβάης, την οποία μου αρέσει να περπατώ για να συνδεθώ με τους ρυθμούς της πόλης και ειδικά τα απογεύματα, όταν έχει αρχίσει να σπάει η κίνηση, οπότε είναι πιο εύκολο να παρατηρώ τον περίγυρο, είναι η Κάλα Γκόντα. Αυτή οφείλει το όνομά της, που θα πει «Μαύρο Άλογο», σε ένα μπρούτζινο άγαλμα του έφιππου βασιλιά Εδουάρδου Ζ’, το οποίο στήθηκε επί αποικιοκρατίας. Εκτός από κεντρικό καλλιτεχνικό, πολιτιστικό και ακαδημαϊκό επίκεντρο της πόλης, διαθέτει ίσως και τον πιο κοσμοπολίτικο αέρα της.

Ένα από τα χαρακτηριστικά κτήρια της περιοχής είναι και το Μουσείο του Πρίγκηπα της Ουαλλίας της Δυτικής Ινδίας. Αν δεν μιλάς τη γλώσσα των ντόπιων, είναι πιο εύκολο να το θυμάσαι στα αγγλικά με την παλιά του ονομασία, Prince of Wales Museum of Western India, παρά με το επίσημο όνομά του, που είναι Τσατραπάτι Σιβάτζι Μαχαράτζ Βάστου Σανγκραχαλάγια.

Αν και, εδώ που τα λέμε, τον Τσατραπάτι Σιβάτζι είναι δύσκολο να μην τον θυμηθείς ερχόμενος στη Βομβάη, καθώς από αυτόν έχουν πάρει την επίσημη ονομασία τους το διεθνές αεροδρόμιο και ο κεντρικός σιδηροδρομικός σταθμός της πόλης, χώρια τα αγάλματα που έχουν στηθεί προς τιμήν του σε διάφορα σημεία της.

Θα έλεγα πως είναι για τη Βομβάη και γενικότερα για την πολιτεία της Μαχαράστρα πάνω - κάτω ό,τι είναι και ο Κολοκοτρώνης για την Ελλάδα, μιας και η ινδουιστική δυναστεία των Μαράτα που ίδρυσε το 1674 ο Σιβάτζι ελευθέρωσε ένα τεράστιο τμήμα της Ινδίας, έκτασης ενός εκατομμυρίου τετραγωνικών χιλιομέτρων, από τους μουσουλμάνους Μουγκάλ.

Ο Νταβίντ Σασούν ως σύμβολο της πόλης των ευκαιριών

Άλλο ένα κτήριο ορόσημο της περιοχής είναι και η Βιβλιοθήκη Νταβίντ Σασούν. Και είναι ορόσημο όχι μόνο αρχιτεκτονικά, αλλά και επειδή ο Σασούν αποτελεί τυπικό παράδειγμα των ευκαιριών πλουτισμού που πρόσφερε τον 19ο αιώνα η Βομβάη, όταν ήταν κάτι σαν μικρογραφία των ευκαιριών που πρόσφεραν για πλουτισμό μερικές δεκαετίες αργότερα το Μπουένος Άιρες ή η Νέα Υόρκη του «αμερικανικού ονείρου» τον 20ό αιώνα.

Στα 25 του κιόλας, το 1817, ήταν θησαυροφύλακας της Βαγδάτης, όπως και ο πατέρας του Σαλέχ Σασούν, ο οποίος διετέλεσε αρχιθησαυροφύλακας των πασάδων της πόλης επί Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Όταν ο τελευταίος Μαμελούκος κυβερνήτης της Βαγδάτης Νταούντ Πασάς εξαπέλυσε διωγμό εναντίον των Εβραίων, η οικογένεια των Σασούν διέφυγε στην Περσία και από εκεί στην Ινδία.

Στη Βομβάη ο Νταβίντ Σασούν αναδείχθηκε σε ηγέτη της εβραϊκής κοινότητας και απέκτησε μυθώδη πλούτο εμπορευόμενος με Άραβες, Άγγλους και Κινέζους. Άφησε πίσω του ένα πλήθος ιδρυμάτων, καθώς τόσο ο ίδιος όσο και η οικογένειά του ίδρυσαν την Τεχνολογική Σχολή Έλφινστοουν, τα κεντρικά της Τράπεζας της Ινδίας, σχολή για κωφάλαλους, προβλήτες, νοσοκομεία, συναγωγές και γυμνάσια, ενώ χρηματοδότησε μερικώς και την Πύλη της Ινδίας, που είναι κάτι σαν το «σήμα κατατεθέν» της πόλης.

Στην κληρονομιά που άφησε ο Σασούν στην πόλη ξεχωρίζει αρχιτεκτονικά το κτήριο της Βιβλιοθήκης Νταβίντ Σασούν. Ο Σασούν έβαλε τις 60.000 από τις 125.000 ρουπίες που απαιτήθηκαν για την κατασκευή της το 1870, ενώ τα υπόλοιπα τα έβαλε το κυβερνείο της Βομβάης. Το κτήριο είναι ρωμανικού ρυθμού, από πέτρες κίτρινου βασάλτη, όπως και το εφαπτόμενο σε αυτό Κολέγιο Έλφινστοουν και το ξενοδοχείο Γουότσον’ς στο 152 της Εμ-Τζι Ρόουντ.

Ολοκληρώθηκε το 1870 και διακρίνεται αμέσως χάρη στους χαρακτηριστικούς κίονες από μαύρο βασάλτη, τις πλαισιωμένες από ασπρόμαυρες γραμμές καμάρες και κυρίως τον κεντρικό του πύργο με το ρολόι, που κάνει το κτήριο να θυμίζει πιο πολύ γοτθική εκκλησία.

Στον Άγιο Θωμά

Αν βρίσκεσαι για τουρισμό στη Βομβάη, τότε ο Τσερτσγκέιτ είναι ο νότιος τερματικός σταθμός της Δυτικής Γραμμής που θα χρησιμοποιείς σχεδόν καθημερινά. Οι στάσεις της γραμμής οδηγούν σε μερικά από τα κυριότερα αξιοθέατα, όπως είναι ο μητροπολιτικός σταθμός στην αφετηρία της, η Μαρίν Ντράιβ στον σταθμό Μαρίν Λάινς ή η παραλία Τζούου στον σταθμό Σαντακρούζ.

Ο σταθμός Τσερτσγκέιτ στο νότιο άκρο της γραμμής βρίσκεται στην ομώνυμη περιοχή Τσερτσγκαίητ. Σταθμός και περιοχή πήραν το όνομά τους από την Πύλη της Εκκλησίας (Church Gate), μία από τις τρεις πύλες που είχε η Βομβάη πριν γκρεμιστούν τα τείχη της στο μέσον του 19ου αιώνα για να αναπτυχθεί η πόλη και ονομάστηκε έτσι από την εκκλησία του Αγίου Θωμά, σχεδόν 10 λεπτά από τον σταθμό. Βρισκόταν πολύ κοντά στο σημείο όπου σήμερα βρίσκεται το σιντριβάνι της ρωμαϊκής θεάς Φλόρα.

Ο Άγιος Θωμάς ήταν το επίκεντρο του Αγγλικανισμού την περίοδο της αποικιοκρατίας ήδη από τα θυρανοίξιά του το 1718, που τον κατέστησαν την παλαιότερη εκκλησία της πόλης, χάρη όμως στις βελτιώσεις και προσθήκες που δέχθηκε κατά τη βικτωριανή εποχή θυμίζει έντονα ναό του 19ου αιώνα.

Στα αξιοσημείωτα του ναού, που βρίσκεται κοντά στο παλιό δημαρχείο και στο Χόρνιμαν Σάικλ, τα βιτρό του, τα μαρμάρινα ανάγλυφα και οι μαρμάρινες ενεπίγραφες πλάκες, η αρχιτεκτονική του καθώς και τα καθαρά αγγλικανικό εσωτερικό του.

Ακόμη και αν δεν είσαι πιστός, αλλά απλώς σου αρέσει η τέχνη και διαθέτεις αισθητική, ή ακόμη και αν αποζητάς λίγη ησυχία στην πολύβουη πόλη, ο Άγιος Θωμάς είναι ένα από τα μέρη που θα λατρέψεις στη Βομβάη.

Ο σταθμός της Βικτωρίας

Ανάμεσα στα στοιχεία εκείνα που δίνουν έναν ξεχωριστό τόνο στην προσωπικότητα μιας πόλης και τα οποία τα ψάχνω αμέσως με το που θα φθάσω σε μια μεγαλούπολη είναι και ο σιδηροδρομικός της σταθμός. Εκεί είναι κατά κύριο λόγο όπου συγχρωτίζονται οι διαφορετικοί κόσμοι μιας χώρας και μπερδεύονται οι αύρες της πόλης και της επαρχίας. Όσο δε μεγαλύτερη είναι η γκάμα των μικρόκοσμων μιας πόλης τόσο περισσότερες και οι αντιθέσεις και τόσο μεγαλύτερο και το ενδιαφέρον που παρουσιάζει ο σταθμός.

Γι' αυτούς τους πολλούς μικρόκοσμους, όπως ασφαλώς και για την αρχιτεκτονική του, ο Βικτώρια Τέρμινους είναι ένας από τους σταθμούς εκείνους που με ενθουσιάζουν όσο πολύ λίγοι και το ίδιο πιστεύω, νιώθουν και οι υπόλοιποι επισκέπτες του.

Ο σταθμός, αν μη τι άλλο, είναι και ο ορισμός της «γοτθικής Βομβάης» με τον αναγεννησιακό βικτωριανό ρυθμό του, με τα ινδο-σαρακήνικα στοιχεία, τα τόξα, τις καμάρες, τα διακοσμητικά σιδερένια και ορειχάλκινα κιγκλιδώματα, τα ξυλόγλυπτα στο εσωτερικό του, ακόμη και τα γκαργκόιλς, αυτά τα φανταστικά τέρατα που χρησιμεύουν ως υδρορροές.

Τόσο η αφορμή της ονοματοδοσίας του κεντρικού σιδηροδρομικού σταθμού της Βομβάης όσο και η πρώτη ημέρα της λειτουργίας του, στις 20 Ιουνίου 1887, αρκούν για να προϊδεάσουν κάποιον για τη μεγαλοπρέπειά του, μιας και η ημερομηνία αυτή συνέπεσε με το Χρυσό Ιωβηλαίο -τα 50 χρόνια στον θρόνο- της βασίλισσας Βικτωρίας. Και δικαίως ανακηρύχθηκε από την UNESCO μνημείο παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς.

Ο αρχιτέκτονας μηχανικός που τον σχεδίασε, ο Φρέντερικ Ουίλιαμ Στίβενς, ήταν ο εμπνευστής πολλών ακόμη σημαντικών κτηρίων της Βομβάης, όπως λόγου χάριν τα γραφεία της Bombay Baroda and Central India Railway (BBCIR). Ο ίδιος ταξίδευε επί 10 μήνες σε διάφορες ευρωπαϊκές πόλεις προκειμένου να μελετήσει τους σιδηροδρομικούς τους σταθμούς προτού αρχίσει η ανέγερση του σταθμού της Βομβάης.

Ο Βικτώρια Τέρμινους, ο Βι-Τι όπως τον έχω ακούσει από τους ταξιτζήδες, από περαστικούς, από ντόπιους εν γένει, εξυπηρετεί καθημερινώς 3 εκατομμύρια επιβάτες. Βρίσκεται στο Μπόρι Μπούντερ, που θα πει «Λιμάνι με τα Σακιά», και μετονομάστηκε κατόπιν απαιτήσεων των εθνικιστών τον Μάρτιο του 1996 σε Τσατραπάτι Σιβάτζι Τέρμινους (Σι Ες Τι, όπως επίσης αναφέρεται εν συντομία από τους ντόπιους) παίρνοντας το όνομά του από τον βασιλιά της Μαχαράστρα και της Ινδίας του 17ου αιώνα.

Θυμίζει μεν στον σχεδιασμό τον σιδηροδρομικό σταθμό του Αγίου Παγκρατίου στο Λονδίνο, με στοιχεία του ύστερου Μεσαίωνα, παραμένει ωστόσο κάτι το μοναδικό και εντυπωσιακό. Επάνω στον θόλο του, σε ύψος 100 μέτρων, δεσπόζει μια γυναικεία φιγούρα, η «Κυρία της Προόδου», με μία δάδα στο δεξί της χέρι και έναν ακτινωτό τροχό στο αριστερό.

Όσο εντυπωσιακός είναι ο σταθμός απ' έξω, άλλο τόσο επιβλητικός είναι και μέσα. Μόνο η οροφή του περισσότερο παραπέμπει σε καθεδρικό ναό παρά σε σιδηροδρομικό σταθμό. Οι στεγασμένες κάτω από ατσάλι και γυαλί αποβάθρες του φθάνουν σε μήκος τα 400 μέτρα.

Ακόμη και αν είχε κάποιος λίγες, ελάχιστες, ώρες στη διάθεσή του να δει τη Βομβάη, σίγουρα θα έπρεπε να δει τον Βικτώρια Τέρμινους. Και αν ήταν τυχερός, όπως υπήρξα και εγώ την τρίτη μου φορά στην πόλη, θα μπορούσε να πετύχει και γυρίσματα ταινίας του Μπόλιγουντ μέσα στον σταθμό. Κάμερες, ηθοποιούς, σκηνοθέτες, φωτισμό και εκατοντάδες κόσμο ολόγυρα να παρακολουθεί τα απογευματινά γυρίσματα στον σταθμό, που συνέθεταν και αυτά ακόμη μία τυπική εικόνα Ινδίας.

Στην «οχυρωμένη» Μπλε Συναγωγή

Πρέπει να υπάρχει κάποιος άγραφος κανόνας που να λέει πως κάθε μονοθεϊστική θρησκεία που σέβεται τον εαυτό της οφείλει να έχει και από έναν διάσημο «γαλάζιο ναό» της. Μάλλον έτσι εξηγείται το ότι η Κωνσταντινούπολη διαθέτει το περίφημο «Μπλε Τζαμί» της, η Μπρατισλάβα την «Μπλε Εκκλησία" της και η Βομβάη την «Μπλε Συναγωγή» της.

Την πρώτη φορά που είχα περάσει έξω από την Σεφαραδίτικη Συναγωγή της Βομβάης, αντιλήφθηκα ποιο ήταν το κτήριο που έψαχνα, αμέσως μόλις το βλέμμα μου μαγνητίστηκε από το έντονο μπλε χρώμα ενός κτηρίου αναγεννησιακού ρυθμού. Η περιοχή απέπνεε μια γαλήνια -για τα δεδομένα της θορυβώδους Βομβάης- ηρεμία.

Πέρασα κι άλλες φορές, μέχρι που σε μία ακόμη επίσκεψή μου, προτού καν αποκτήσω οπτική επαφή με το κτήριο, διέκρινα από την απέναντι γωνία αστυνομία, φρουρούς και συρόμενα κάγκελα στα πεζοδρόμια. Τέτοια φύλαξη δεν τη βλέπεις ούτε σε πρεσβείες, ούτε καν έξω από γραφεία και σπίτια πολιτικών αρχηγών και μαρτυρούσε τη φύλαξη ενός κτηρίου - στόχου, έστω και αν από την επίθεση των 10 Πακιστανών τρομοκρατών που άφησε πίσω της 164 νεκρούς (οι 28 ήταν ξένοι υπήκοοι 10 διαφορετικών χωρών) και πάνω από 600 τραυματίες και που ξεκίνησε 26 Νοεμβρίου 2008 στις 9.30 το βράδυ στον Βικτώρια Τέρμινους, είχε περάσει αρκετό διάστημα.

Στόχοι της πολλαπλής επίθεσης ήταν ακόμη δύο ξενοδοχεία (το Ταζ Μαχάλ και το Ομπερόι Τρίντεντ), τo παιδικό νοσοκομείο Κάμα, ο σιδηροδρομικός σταθμός της Βικτωρίας, το περίφημο Λέοπολντ Καφέ, ένα λιμάνι, ένα ταξί, ο κινηματογράφος "Μετρό" και ένας δρόμος δίπλα στα γραφεία των "Times of India".

Από τα 10 μέλη της Λασκάρ-ε-Τάιμπα που οργάνωσε την επίθεση, τα εννέα σκοτώθηκαν στην επιχείρηση και το ένα που συνελήφθη εκτελέστηκε, ενώ στόχος έγινε και το εβραϊκό κέντρο της πόλης. Έξι άτομα σκοτώθηκαν σε αυτό, συμπεριλαμβανομένων του 29χρονου ραβίνου και της συζύγου του.

Λογικό ήταν λοιπόν να φυλάσσεται έκτοτε η δεύτερη παλαιότερη συναγωγή της πόλης, που χτίστηκε το 1884 (η παλαιότερη «Πύλη του Ελέους» χρονολογείται από το 1796). Σήμερα μόλις 4.000 Εβραίοι έχουν απομείνει στην πόλη, όμως η Κνεσέτ Ελιγιάου, όπως είναι η επίσημη ονομασία της Μπλε Συναγωγής, παραμένει σύμβολο της πολυπολιτισμικότητας της πόλης.

Αφγανική Εκκλησία

Τον Ιούνιο του 1809 εκθρονίστηκε ο αγγλόφιλος βασιλιάς του Αφγανιστάν Σούτζα Σαχ Ντουράνι μετά από οκτώ χρόνια στον θρόνο της χώρας από τον Μαχμούντ Σαχ. Φοβούμενοι οι Άγγλοι την επιρροή των Ρώσων στο Αφγανιστάν και από εκεί την επέκτασή τους στην Ινδία, αλλά και την αυξανόμενη δύναμη των Σιχ, έστειλαν τον Μάρτιο του 1839 περί τους 21.000 Βρετανούς και Ινδούς οι οποίοι στρατοπέδευσαν στις 25 Απριλίου στην Κανταχάρ και στις 22 Ιουλίου κατέλαβαν αιφνιδιαστικά το φρούριο του Γκάζνι.

Ο πρώτος Αγγλοαφγανικός πόλεμος είχε αρχίσει και θα τελείωνε τραγικά για τους Άγγλους με απολογισμό τη σφαγή και αιχμαλωσία 4.700 στρατιωτών και προσωπικού 12.000 ατόμων μεταξύ 6 και 13 Ιανουαρίου 1842 κατά την αποχώρησή τους από την Καμπούλ στον δρόμο για το Τζαλαλαμπάντ με μόλις έναν διασωθέντα τραυματία.

Σε ανάμνηση των θυμάτων του Πρώτου Αγγλοαφγανικού Πολέμου στις 4 Δεκεμβρίου 1847 μπήκε ο θεμέλιος λίθος για μια εκκλησία γοτθικού ρυθμού στη Νότια Κολάμπα της Βομβάης, με τα θυρανοίξια να πραγματοποιούνται στις 7 Ιανουαρίου 1858 από τον επίσκοπο της Βομβάης Τζον Χάρντινγκ.

Έχοντας διαβάσει τόσο για την ιστορία των Αγγλοαφγανικών πολέμων όσο και για την αρχιτεκτονική ιδιαιτερότητα της εκκλησίας, πήρα αργά το μεσημέρι ταξί για το νότιο άκρο της Βομβάης, στο Ναβιναγκάρ. Η Αφγανική Εκκλησία, όπως ονομάζεται, είναι το τελευταίο αξιοθέατο της Βομβάης στο νότιο άκρο της και μάλλον αδικημένο, καθώς λόγω της απόστασης, αλλά και των ελάχιστων πιθανοτήτων να την πετύχει κάποιος ανοιχτή, δέχεται ελάχιστες επισκέψεις.

Μετά από 20 λεπτά το ταξί με άφησε στην είσοδο. Ανέβηκα στην οροφή της για πανοραμικές φωτογραφίες και κατεβαίνοντας είδα τον φύλακα να έρχεται προς το μέρος μου κρατώντας το κλειδί του ναού. Με κάλεσε με ευγένεια να μπω στην εκκλησία.

Το περιβάλλον τόσο μέσα όσο και έξω από την εκκλησία ήταν απόκοσμο, γοτθικό και ήρεμο και κάτι σαν ταξίδι στον χρόνο.

Κυρίαρχο στοιχείο της τεράστιας εκκλησίας, που είναι αφιερωμένη στο ευαγγελιστή Ιωάννη και περικλείεται από βλάστηση και δένδρα με την υπέροχη αρχιτεκτονική με τα βιτρό και τα γοτθικά τόξα, είναι τα υλικά από ασβεστόλιθο και βασάλτη. Οι λευκές κιονοστοιχίες δεξιά και αριστερά, με τις αψίδες και τα μαύρα στασίδια στη μέση, το γυαλί και τα τούβλα, έδιναν έναν ακόμη πιο "γοτθικό" τόνο στο εσωτερικό.

Βομβάη όμως δεν είναι μόνο το γοτθικό κομμάτι της. Το ινδουιστικό στοιχείο, το ινδο-σαρακήνικο, ακόμη και το art deco της, της προσδίδουν αισθητικά μια πολύπλευρη προσωπικότητα για την οποία μία επίσκεψη δεν είναι αρκετή για να την ανακαλύψεις.

Δείτε όλα τα σχόλια

Κύριο άρθρο

Κατάντια...

Είναι προφανές ότι η συμμετοχή του Αλέξη Τσίπρα στο συνέδριο του SPD, καθώς και ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίστηκε η παρέμβασή του, πόνεσε πολλούς. Η παρουσία του στο Παρίσι, επίσης. Και ακόμα πιο...

Δειτε ολοκληρο το αρθρο