Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Financial Times: Εθισμός στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και διαδικτυακή κακοποίηση

Οι πλατφόρμες δε δημιούργησαν το τοξικό κλίμα, βρήκαν όμως τρόπο να κερδίζουν από την τοξικότητα

Του Richard Seymour*

Η λίστα των Βρετανών πολιτικών που παραιτούνται επικαλούμενοι συνεχή κακοποίηση μεγαλώνει διαρκώς. Την περασμένη εβδομάδα η Νίκι Μόργκαν, πρώην υπουργός των Τόρηδων, ανακοίνωσε ότι δεν θα είναι να είναι υποψήφια στις εκλογές εν μέρει για τον ίδιο λόγο. Ο δημοσιογράφος Πολ Μπραντ του καναλιού ITV είπε ότι βρέθηκε μπροστά σε μια γυναίκα βουλευτή «πνιγμένη στα δάκρυα» υπό το βάρος των λεκτικών επιθέσεων που είχε υποστεί.

Ο φόβος είναι αληθινός. Κοινοβουλευτική έκθεση δείχνει ότι οι απειλές για βία εναντίον πολιτικών είναι πλέον συνηθισμένες. Η κατάσταση αναμένεται να χειροτερέψει στη διάρκεια της μάχης των βουλευτικών εκλογών της 12ης Δεκεμβρίου.

Κάποιες από τις επιθέσεις μπορεί να αποδοθούν σε υποκίνηση του «λαού» εναντίον του Κοινοβουλίου. Πρόσφατη ανάλυση 2 εκατομμυρίων tweets, που έγινε για λογαριασμό των "Financial Times", έδειξε ότι η διαδικτυακή κακοποίηση εκτινάχθηκε αφότου ο πρωθυπουργός Μπόρις Τζόνσον κατηγόρησε το Κοινοβούλιο για «παράδοση» και «προδοσία» του λαού αναφορικά με το Brexit. Επίσης πρόσφατη έρευνα βρήκε ότι η πλειονότητα των ψηφοφόρων, είτε τάσσονται με την αποχώρηση είτε με την παραμονή της Βρετανίας στην Ε.Ε., θεωρεί ότι το ενδεχόμενο άσκησης βίας εναντίον πολιτικών «αξίζει τον κόπο» εάν είναι να πετύχουν τον στόχο τους για το Brexit. Μπορεί να έχουν περάσει τρία και πλέον χρόνια, αλλά φαίνεται ότι το νόημα της πολιτικής δολοφονίας της βουλευτού των Εργατικών Τζο Κοξ δεν έχει αφομοιωθεί με τον τρόπο που θα έπρεπε.

Πόσο από αυτό το τοξικό κλίμα μπορεί να αποδοθεί στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης; Κατά κάποιον τρόπο η λεγόμενη «οικονομία της προσοχής» (θεωρία σύμφωνα με την οποία η προσοχή του ανθρώπου αποτελεί ένα σπάνιο αγαθό / προϊόν προς εκμετάλλευση) μοιάζει να ευνοεί αυτού του είδους τις αθλιότητες. Οι πολιτικοί διαμαρτύρονται για τον όγκο της κακοποίησης που δέχονται κυρίως στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Πριν από λίγους μήνες έρευνα του BBC βρήκε ότι ακροδεξιές ομάδες χρησιμοποιούν τα μέσα αυτά για να στοχοποιήσουν γυναίκες πολιτικούς σε βαθμό δυσανάλογο με τους άντρες συναδέλφους τους. Επιπροσθέτως, έρευνα του πανεπιστημίου Warwick συνέδεσε τις κατά τόπους εξάρσεις της δραστηριότητας στο Facebook από το ακροδεξιό κόμμα Εναλλακτική για τη Γερμανία με αύξηση των βίαιων επιθέσεων εναντίον προσφύγων στις ίδιες περιοχές.

Ο ρόλος του YouTube στην προσπάθεια ακροδεξιών, που χρησιμοποιούν την πλατφόρμα για «να πείσουν άλλους λευκούς ότι είναι καλύτεροι από τους υπόλοιπους», κάτι που περιγράφεται ως «red pilling» [όρος που χρησιμοποιούν οι ακροδεξιοί για να περιγράψουν τον πολιτικό προσηλυτισμό τους, με αναφορά στην περίφημη σκηνή της ταινίας "Matrix", όπου ο ήρωας Neo επιλέγει το κόκκινο χάπι (red pill) και βλέπει τα πράγματα όπως πραγματικά είναι] έχει τεκμηριωθεί από την ακαδημαϊκό Ζεϊνέπ Τουφεκτσί και την ερευνητική ομάδα Bellingcat.

Γιατί οι πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης έχουν αυτές τις τόσο ανησυχητικές επιπτώσεις; Εν μέρει αυτό συμβαίνει διότι έχουν μεταμορφώσει τελείως την κοινωνική μας ζωή. Πολλοί από εμάς περνούν περισσότερο χρόνο επικοινωνώντας μέσω κάποιας οθόνης και όχι διά ζώσης. Αυτό που αποτελεί τη βάση για την εξαγωγή εξόχως επικερδών δεδομένων από τις τεχνολογικές πλατφόρμες έχει γίνει πλέον η βάση για τον δημόσιο διάλογό μας.

Οτιδήποτε έχει σχέση με τον σχεδιασμό τέτοιου είδους πλατφορμών, από τις φωτογραφίες που βάζουμε στο προφίλ μας έως τη διαχείριση των αναρτήσεων που βλέπουμε στο χρονολόγιό μας, έχει στόχο να μεγιστοποιήσει την εμπλοκή του χρήστη. Οι ιδιοκτήτες των επιχειρήσεων στις οποίες ανήκουν οι πλατφόρμες αδιαφορούν τόσο για το περιεχόμενο όσων δημοσιεύουμε όσο και για τους λόγους που το κάνουμε. Ο Μαρκ Ζάκερμπεργκ προκάλεσε σάλο όταν δήλωσε πως δεν πιστεύει ότι το Facebook θα πρέπει να απαγορεύσει τη χρήση σε έναν αρνητή του Ολοκαυτώματος και ανακάλεσε άρον - άρον. Πίσω όμως από τα λεγόμενά του κρυβόταν μια δυσάρεστη αλήθεια. Πρόκειται για μια «οικολογία της πληροφορίας», που επιλέγει όχι με βάση την ακρίβεια, αλλά τη σωματική επίπτωση: ό,τι μας κρατά καθηλωμένους / εθισμένους, όσο συναισθηματικά σκοτεινό ή βίαιο και αν είναι αυτό. Οι εφημερίδες ταμπλόιντ είχαν καταλάβει το κόλπο από καιρό και το εφάρμοσαν.

Το είδος της κοινωνικής ζωής που ενθαρρύνουν αυτές οι πλατφόρμες έχει δύο σημαντικές καινοτομίες, Στο πλαίσιο του εθιστικού ρεπερτορίου του συναθροίζουν τους χρήστες σε εφήμερες συλλογικότητες με βάση εξάρσεις συναισθημάτων όπως αυτές εκφράζονται με hashtag. Η διαρκής διέγερση αυτών των ομάδων, όπου υπάρχει πάντα ένας καινούργιος εχθρός ή ένα αίσχος για το οποίο εξοργίζονται, μπορεί να αποβεί συναισθηματικά εξοντωτικό. (Έρευνες δείχνουν ότι η ενασχόληση με τα κοινωνικά δίκτυα μεγαλώνει τις αυτοκαταστροφικές τάσεις και την κατάθλιψη). Η αίσθηση των χρηστών ότι ανήκουν σε μια ομάδα μπορεί προσωρινά να τους κάνει να αισθάνονται πιο δυνατοί, αλλά αυτή η δύναμη προεκτείνεται σε εκείνους που επιτίθενται σε πολιτικούς ή απειλούν πρόσφυγες.

Επιπροσθέτως οι πλατφόρμες δίνουν τη δυνατότητα σε κάποιον να γίνει παγκοσμίως γνωστός. Κάθε χρήστης δημιουργεί μια προσωπική εικόνα: ένα δημόσιο προφίλ με μια στρατηγική δημοσίων σχέσεων. Το πόσο γνωστοί θα γίνουμε στα κοινωνικά δίκτυα καθορίζεται από τη στάση που έχουμε στη διάρκεια αυτών των τακτικών διαδικτυακών καταιγίδων. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να δίνονται κίνητρα ώστε να γίνονται πιο έντονες οι πολιτισμικές διαφορές και να εξελίσσονται σε πολέμους ανάμεσα σε διαφορετικές κουλτούρες, από το #birthergate (τη συνωμοσιολογία για το πού γεννήθηκε ο Μπάρακ Ομπάμα) στο #gamergate (την εκστρατεία παρενόχλησης γυναικών στη βιομηχανία των βιντεοπαιχνιδιών). Η σύγχρονη Ακροδεξιά συγκροτήθηκε πάνω ακριβώς σε τέτοιες έντονες διενέξεις καθώς τα κοινωνικά δίκτυα δημιούργησαν νέες ευκαιρίες για ακροδεξιά πολιτικοποίηση.

Ωστόσο αυτή η ανάλυση θα μπορούσε να εξελιχθεί σε έναν ηθικό πανικό εάν δεν αναγνωρίσουμε τα όριά της. Εάν το πρόβλημα ήταν μόνο τα κοινωνικά δίκτυα, όλοι οι χρήστες θα επηρεάζονταν το ίδιο. Στην πραγματικότητα οι απειλές εναντίον των πολιτικών προέρχονται κυρίως από την Άκρα Δεξιά, όπως φανερώνει η έρευνα των "Financial Times". Με το να επιρρίπτεις την ευθύνη για όλα στις πλατφόρμες αφήνεις εκτός κριτικής τους πολιτικούς και τα παραδοσιακά ΜΜΕ -λες και οι Βρετανοί πολιτικοί δεν γνωρίζουν τίποτε για την υποκίνηση μίσους εναντίον των μουσουλμάνων και των μεταναστών. Λες και τα ταμπλόιντ δεν διέδωσαν ποτέ εν γνώσει τους fake news.

Όταν εστιάζουμε μόνο στην τεχνολογία, δεν προσέχουμε την κρίση της πολιτικής εκπροσώπησης, που ενδεχομένως θα ωθούσε πολλούς από εμάς να αισθανθούμε ισχυροί επιτιθέμενοι στους εκπροσώπους μας. Και ίσως -ακόμη πιο επικίνδυνα- θα αγνοούσαμε τις πηγές της δυσφορίας για την οποία το «κόκκινο χάπι» είναι προφανώς ένα τόσο ισχυρό αντικαταθλιπτικό.

Οι πλατφόρμες των κοινωνικών δικτύων δεν δημιούργησαν την κρίση μας. Το μόνο που έκαναν ήταν να βρουν έναν τρόπο για να κερδίζουν επιταχύνοντάς την, μεγιστοποιώντας κάποιες από τις χειρότερες τάσεις μας. Η τοξικότητα δεν υπάρχει μόνο στα μηνύματά μας στο Twitter, αλλά υπάρχει μέσα μας.

 

* Ο Richard Seymour είναι αρθρογράφος, ακτιβιστής και συγγραφέας βιβλίων όπως «The Meaning of David Cameron», «Against Austerity», «Corbyn: The Strange Rebirth of Radical Politics» και «The Twittering Machine»

 

Δείτε όλα τα σχόλια
Κύριο άρθρο

Αφήστε, κ. Μητσοτάκη

Πραγματικά εντυπωσίασε ο Κυριάκος Μητσοτάκης με όσα δήλωσε στη Βουλή εναντίον του ΣΥΡΙΖΑ. Παραπονέθηκε ότι, ενώ βρισκόταν απέναντι στον Τούρκο Πρόεδρο, ο Αλ. Τσίπρας έκανε απρεπείς δηλώσεις εις βάρος του.

Δειτε ολοκληρο το αρθρο