Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Μια βρετανική ιστορία...

Το χρονικό του Brexit - Το όραμα του Τσώρτσιλ, τα λεφτά της Θάτσερ, το στοίχημα του Κάμερον και ο λαϊκισμός του Τζόνσον

«Ελπίζουμε να δούμε μια Ευρώπη όπου οι άνθρωποι κάθε χώρας θα βλέπουν το ότι είναι Ευρωπαίοι με τον ίδιο τρόπο που βλέπουν το ότι ανήκουν στην πατρίδα τους και όπου και αν πάνε σε αυτόν τον τεράστιο χώρο θα νιώθουν πραγματικά: ‘Εδώ είμαι στο σπίτι μου’». Αυτή δεν είναι μια φράση του Γάλλου Ζαν Μονέ, του Λουξεμβούργιου Ρόμπερτ Σούμαν ή του Γερμανού Κόνραντ Αντενάουερ, των εμπνευστών, δηλαδή, της «ιδέας» της Ενωμένης Ευρώπης.

Είναι μια φράση από τη διάσημη ομιλία του Βρετανού Ουίνστον Τσώρτσιλ στο Συνέδριο της Ευρώπης το 1946, η οποία μάλιστα κατέληγε σε μια έκκληση για τη δημιουργία των «Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης». Αυτό, βέβαια, δεν σήμαινε απαραίτητα ότι θεωρούσε μέρος της το Ηνωμένο Βασίλειο. Ωστόσο είναι ενδεικτικό της «περιπλοκότητας» που χαρακτήριζε τη σχέση των δύο πλευρών από τότε μέχρι και σήμερα.

Η Βρετανία επρόκειτο να φύγει από την Ε.Ε., την εβδομάδα που πέρασε, στις 31 Οκτωβρίου 2019, μετά την εξάμηνη παράταση που έλαβε τον περασμένο Απρίλιο λόγω αδυναμίας του βρετανικού Κοινοβουλίου να εγκρίνει τη συμφωνία αποχώρησης. Ωστόσο στις αρχές της εβδομάδας η Ε.Ε. έκανε δεκτό το -όχι ακριβώς εκούσιο- αίτημα του Βρετανού πρωθυπουργού Μπόρις Τζόνσον για ακόμα μία παράταση, μετακινώντας την ημερομηνία εξόδου στις 31 Ιανουαρίου 2020 και πυροδοτώντας νέο γύρο καυστικών σχολίων για το κατά πόσο τελικά θα γίνει ποτέ το Brexit ή όχι.

Είναι γεγονός ότι τα τελευταία τρία χρόνια το Brexit έχει σχεδόν μονοπωλήσει το ενδιαφέρον όσων παρακολουθούν από κοντά τις ευρωπαϊκές εξελίξεις, ωστόσο για τους υπόλοιπους -και ειδικά στην Ελλάδα- αποτελεί μια κακόηχη, σχεδόν ενοχλητική επανάληψη κάποιας απροσδιόριστης απειλής, η οποία για τους περισσότερους είναι κενή νοήματος.

Για να μπορέσει, λοιπόν, κάποιος να κατανοήσει το Brexit και τις προκλήσεις που αυτό «κουβαλάει» 42 μήνες μετά το δημοψήφισμα και το «μαύρο» των Βρετανών πολιτών στην Ε.Ε., θα πρέπει να σίγουρα να κοιτάξει βαθιά στο παρελθόν, αφού το υπαρξιακό -σχεδόν- ερώτημα «μέσα ή έξω» ουσιαστικά δεν απαντήθηκε ποτέ.

Η Συνθήκη της Ρώμης

Όταν το 1957 οι έξι “Ευρωπαίοι” -Γαλλία, Γερμανία (Δυτική), Βέλγιο, Ολλανδία, Λουξεμβούργο και Ιταλία- υπέγραφαν τη Συνθήκη της Ρώμης, με την οποία ιδρύθηκε η Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα, η Μ. Βρετανία έλεγε “όχι, ευχαριστώ”.

Η ΕΟΚ ήταν η συνέχεια της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα (1951), της απόφασης, δηλαδή, των “6” να συνεργαστούν μεταπολεμικά για την ανοικοδόμηση της Ευρώπης. Κάτι τέτοιο φαινόταν να μην απασχολεί ιδιαίτερα τη Μ. Βρετανία, η οποία θεωρούσε τον εαυτό της νικητή του πολέμου και επομένως δεν ένιωθε καμία ανάγκη να παραχωρήσει οποιουδήποτε είδους εξουσία σε μια νέα υπερεθνική αρχή ούτε να συμμετάσχει στην ενιαία αγορά που βρισκόταν στα σκαριά.

Η γαλλική απόρριψη

Η βρετανική υπεροψία γρήγορα όμως αποδείχθηκε όχι και τόσο συμφέρουσα, αφού, όπως φαινόταν, απλά είχε αρνηθεί να μπει σ’ ένα κλαμπ που γινόταν ολοένα και πιο πλούσιο. Ως εκ τούτου ήδη το 1960 η Μ. Βρετανία άρχισε να “φλερτάρει” με την ΕΟΚ για να λάβει αυτή τη φορά όχι ένα, αλλά δύο “όχι” από την πλευρά του Σαρλ Ντε Γκωλ, του τότε Γάλλου ηγέτη.

Όπως είχε πει ο ίδιος, κυρίως για τις στενές της σχέσεις με τις ΗΠΑ, η Βρετανία είχε "πολύ ιδιαίτερες συνήθειες και παραδόσεις” και ήταν "πολύ διαφορετική από τις ηπειρωτικές χώρες”, κάτι που θεωρούσε πως θα μπορούσε να μετατραπεί σ’ έναν δούρειο ίππο των Αμερικανών στην Ευρώπη.

Ένταξη

Η επιμονή -πλέον- των Βρετανών τούς οδήγησε τελικά να μπουν στην ΕΟΚ το 1973, τέσσερα χρόνια μετά την αποχώρηση του Ντε Γκωλ και υπό την ηγεσία του Συντηρητικού ευρωπαϊστή Έντουαρντ Χιθ. Οι φωνές, όμως, των αντιευρωπαϊστών δεν σώπασαν, ενώ ταυτόχρονα οι Βρετανοί ξεκίνησαν δυναμικά την παρουσία τους στην Κοινότητα ζητώντας μια αναθεώρηση της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής μόλις έναν χρόνο μετά την είσοδό τους.

Αξίζει να σημειωθεί ότι η κύρια αντίδραση προς την ευρωπαϊκή πορεία της Μ. Βρετανίας τότε προερχόταν από την αριστερή πτέρυγα των Εργατικών και γι’ αυτό ήταν η κυβέρνηση των Εργατικών που διοργάνωσε το πρώτο δημοψήφισμα το 1975 για την παραμονή ή όχι των Βρετανών στην ΕΟΚ. Τα δύο τρίτα (67,2%) των Βρετανών ψήφισαν τότε υπέρ της παραμονής ακολουθώντας τον δρόμο που έδειχνε με αποφασιστικότητα τότε η Συντηρητική Μάργκαρετ Θάτσερ.

I want my money back!

Παρά τη βεβαιότητά της ότι η θέση της Μ. Βρετανίας ήταν εντός αυτού του ευρωπαϊκού -οικονομικού, κυρίως- κλαμπ, η Μ. Θάτσερ, αναλαμβάνοντας τα ηνία της χώρας το 1979, βρέθηκε αντιμέτωπη πολλάκις με τις Βρυξέλλες. Η πρώτη “μάχη” αφορούσε μια “αδικία” σύμφωνα με την ίδια, ότι δηλαδή η Μ. Βρετανία έπαιρνε λιγότερα ευρωπαϊκά κονδύλια στο πλαίσιο της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής απ’ ό,τι άλλες χώρες και ειδικά η Γαλλία. Με τη φράση “I want my money back” (“Θέλω τα λεφτά μου πίσω”), η Μ. Θάτσερ κέρδισε το 1984 το λεγόμενο “rebate”, δηλαδή μια επιστροφή κάθε χρόνο ενός ποσοστού από τη συνεισφορά τη χώρας στον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό.

Η στάση της Βρετανίας ήδη από τότε είχε αρχίσει να προκαλεί δυσφορία στις υπόλοιπες χώρες (πλέον η ΕΟΚ μετρούσε 10 μέλη, με τελευταία την είσοδο της Ελλάδας το 1981) και είναι χαρακτηριστικό ότι ο τότε πρωθυπουργός της Ελλάδας Ανδρέας Παπανδρέου είχε δήλωσε πως θα ήταν “μεγάλη ανακούφιση” εάν η Μ. Βρετανία έφευγε από την ΕΟΚ!.

Γενικότερα, τη δεκαετία του 1980, το αφήγημα της Ευρώπης άρχισε σταδιακά να αλλάζει θέτοντας τα θεμέλια για μια ομοσπονδιακή Ευρώπη και ενδεχομένως ένα κοινό νόμισμα. Κάτι τέτοιο, φυσικά, δεν ήταν στις επιδιώξεις της Μ. Βρετανίας και η “σιδηρά κυρία” το έκανε σαφές στην ομιλία της στην Μπριζ το 1988, μιλώντας για ένα “ευρωπαϊκό υπερ-κράτος” που ασκεί “νέα κυριαρχία από τις Βρυξέλλες” και υπονοώντας ότι η Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα πρεσβεύει ένα σοσιαλιστικό, παρεμβατικό κράτος.

Η απάντησή της σε αυτό ήταν “No, no, no”, όπως διαβεβαίωσε τους Βρετανούς βουλευτές δύο χρόνια αργότερα σε σχετική παρέμβασή της στη Βουλή των Κοινοτήτων.

«Μαύρη Τετάρτη» και εξαίρεση από το ευρώ

Η σχέση Μ. Βρετανίας και Βρυξελλών δυσκολεύει αργά αλλά σταθερά όσο η Ευρωπαϊκή Κοινότητα οδεύει προς την περαιτέρω ενοποίηση και τελικά την υπογραφή της Συνθήκης του Μάαστριχτ για την Ευρωπαϊκή Ένωση το 1992. Ο διάλογος με κοινωνικούς εταίρους και η ιδέα του κοινού νομίσματος απομακρύνουν τη φιλελεύθερη οικονομία της Αγγλίας, ενώ τον Σεπτέμβριο του 1992 η Αγγλία αναγκάζεται λόγω της πίεσης από τις αγορές να αποσύρει τη λίρα από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Συναλλαγματικών Ισοτιμιών, με μεγάλο κόστος για την οικονομία (“Black Wednesday”).

Όσο λοιπόν οι υπόλοιπες χώρες προετοιμάζονταν για την είσοδο του ευρώ παραχωρώντας όλο και περισσότερη εξουσία στην Ε.Ε., η Μ. Βρετανία “κερδίζει” την εξαίρεσή της από το κοινό νόμισμα και το κοινωνικό κεφάλαιο, που περιλαμβάνει τη θέσπιση κάποιων εργατικών δικαιωμάτων, όπως οι συλλογικές διαπραγματεύσεις.

Το μικρόβιο του ευρωσκεπτικισμού όμως έχει ήδη μολύνει την πολιτική σκηνή της Μ. Βρετανίας και το 1993 ιδρύεται το Κόμμα Ανεξαρτησίας του Ηνωμένου Βασιλείου (UKIP), του οποίου κυρίαρχη φιγούρα θα γίνει αργότερα ο πρωτεργάτης του Brexit Νάιτζελ Φάρατζ.

Αξίζει να σημειωθεί ότι την ίδια περίοδο (1989-1994) ο σημερινός πρωθυπουργός της Μ. Βρετανίας Μπόρις Τζόνσον, από τη θέση του ανταποκριτή στις Βρυξέλλες για την “Daily Telegraph”, δαιμονοποίησε την Ε.Ε. συμβάλλοντας στη διάδοση του δόγματος περί “γραφειοκρατικού τέρατος των Βρυξελλών”.

Eυρωσκεπτικισμός

Σ’ ένα ευχάριστο διάλειμμα ολίγων ετών (1997-2007) επί πρωθυπουργίας του ευρωπαϊστή Εργατικού Τόνι Μπλερ η Μ. Βρετανία πλησίασε αρκετά τους Ευρωπαίους εταίρους της “φλερτάροντας” ακόμα και με το ευρώ. Αυτή η πορεία ανακόπηκε οικονομικά από τη χρηματοπιστωτική κρίση και την παρ’ ολίγον κατάρρευση της Ευρωζώνης.

Ανακόπηκε όμως και πολιτικά, καθώς η “μεγάλη διεύρυνση” προς την Ανατολή το 2004 (της οποίας υπέρμαχος ήταν η Μ. Βρετανία με απώτερο σκοπό να αποδυναμωθούν Γερμανία και Γαλλία) έδωσε ένα ακόμα πάτημα στους ευρωσκεπτικιστές λόγω της αθρώας μετανάστευσης Ευρωπαίων, πλέον, πολιτών από τις χώρες του πρώην σοβιετικού μπλοκ.

Ο “Πολωνός υδραυλικός”, που αργότερα έγινε σύμβολο των υπέρμαρχων του Βrexit, αποτέλεσε αντικείμενο εκμετάλλευσης από τον Ν. Φάρατζ, του οποίου το κόμμα ήρθε δεύτερο στις ευρωεκλογές του 2009 και θριάμβευσε στις ευρωεκλογές του 2014.

Δημοψήφισμα

Εν τω μεταξύ στην ηγεσία του Συντηρητικού Κόμματος (2005) και μετέπειτα της χώρας (2010) ανεβαίνει ο Ντέιβιντ Κάμερον αποφασισμένος να μην επιτρέψει στον Ν. Φάρατζ να επωφεληθεί μόνος του από τον ενισχυμένο πλέον ευρωσκεπτικισμό. Έτσι λοιπόν υπόσχεται την αποχώρηση του κόμματος από τους κόλπους του κεντροδεξιού Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος και τελικά ένα δημοψήφισμα για το Brexit, εάν νικήσει τις εκλογές του 2015. Όπερ και εγένετο.

Έκτοτε, βέβαια, ως κατά βάση ευρωπαϊστής ο ίδιος, μπήκε σ’ έναν κύκλο ατέρμονων διαπραγματεύσεων με την Ε.Ε., προκειμένου να “κερδίσει” κάποια ακόμα “δώρα” ή “εξαιρέσεις” (κυρίως όσον αφορά τα επιδόματα των Ευρωπαίων πολιτών που μετανάστευσαν στο Ηνωμένο Βασίλειο) και να ανατρέψει την πορεία προς το Brexit. Όμως ήταν αργά. Στις 23 Ιουνίου του 2016 οι Βρετανοί πολίτες ψήφισαν υπέρ της αποχώρησης από την Ε.Ε. με ποσοστό 52% έναντι 48% αφήνοντας τη χώρα διχασμένη και τον Ντ. Κάμερον απόλυτο χαμένο.

Από τη Μέι στον Τζόνσον και το Brexit πουθενά

Η Ε.Ε. του 2016 μόλις έχει αρχίσει να ανακάμπτει από την οικονομική κρίση έχοντας λύσει και τις βασικές της διαφορές με την Ελλάδα, μετά το καλοκαίρι του 2015. Ωστόσο είναι αντιμέτωπη ακόμα με πολλές προκλήσεις, μια εκ των οποίων η προσφυγική κρίση και η διχόνοια που αυτή έχει σπείρει μεταξύ των “παλαιών” και των “νέων” κρατών - μελών.

Το Brexit, όμως, γίνεται προσπάθεια να λειτουργήσει ως αφορμή “επανεκκίνησης” της ευρωπαϊκής μηχανής, και μάλιστα με κατεύθυνση την περαιτέρω ολοκλήρωση. Σε αυτό το πλαίσιο οι “27” ενώνονται απέναντι στη Μ. Βρετανία και κάνουν... τη ζωή δύσκολη στη νέα, μετριοπαθή πρωθυπουργό της Μ. Βρετανίας Τερέζα Μέι, η οποία αναλαμβάνει το δύσκολο έργο της σύναψης της συμφωνίας αποχώρησης.

Το “No cherry picking” (δηλαδή ότι δεν μπορείς να διαλέξεις αυτά που σε συμφέρουν) γίνεται σύνθημα στο στόμα όλων των Ευρωπαίων. Η Τ. Μέι, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες, δεν καταφέρνει να περάσει τη συμφωνία από τη Βουλή των Κοινοτήτων και η σκυτάλη περνάει στον Μπόρις Τζόνσον, ενώ η μία παράταση ακολουθεί την άλλη.

Το βασικό “αγκάθι”, ακόμα και σήμερα, είναι το καθεστώς που θα διέπει τα σύνορα μεταξύ της Βόρειας Ιρλανδίας (που ανήκει στο Ηνωμένο Βασίλειο) και της Δημοκρατίας της Ιρλανδίας, που παραμένει στην Ε.Ε. και στην ενιαία αγορά. Κανονικά στα εξωτερικά σύνορα της Ε.Ε. θα έπρεπε να μπουν τελωνειακοί έλεγχοι, αλλά, λόγω των δεκαετιών βίας μεταξύ των δύο πλευρών, έχει συμφωνηθεί ότι τα ιρλανδικά σύνορα, ως μια ειδική περίπτωση, πρέπει να παραμείνουν «αόρατα».

Στην πραγματικότητα οι Βρετανοί από ρυθμιστές της ευρωπαϊκής πολιτικής (παρά τη διαχρονικά απόμακρη στάση τους) έρχονται τώρα αντιμέτωποι με το σενάριο να πρέπει να ακολουθούν τους ευρωπαϊκούς κανόνες έχοντας χάσει την επιρροή τους. Οι εκλογές που προκήρυξε την περασμένη εβδομάδα ο Μπ. Τζόνσον μπορεί να “ξεμπλοκάρουν” την εφαρμογή του Brexit ή να διαιωνίσουν τη διαδικασία. Σε κάθε περίπτωση, η ταραχώδης σχέση μεταξύ Ε.Ε. και Μ. Βρετανίας όλα δείχνουν πως θα συνεχιστεί, αφού δεν έχει καν ξεκινήσει η συζήτηση για την επόμενη μέρα...

 

Δείτε όλα τα σχόλια
Κύριο άρθρο

Αυτή είναι η δημοκρατία τους

Δύο βουλευτές της Ν.Δ. και ένας υπουργός βγήκαν χθες στις τηλεοράσεις για να μας εξηγήσουν ότι αυτά που διαπράττει τις τελευταίες ημέρες η Αστυνομία είναι απολύτως νόμιμα και στο πλαίσιο της εντολής που έχει η κυβέρνηση να πατάξει την ανομία.

Δειτε ολοκληρο το αρθρο