Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Αντισημιτισμός, το μοιραίο όπλο των μέσων ενημέρωσης εναντίον του Κόρμπιν

Υπάρχει μια μέθοδος που έχει στόχο να απαξιώσει ευθύς εξαρχής κάθε αντίπαλο με αστήρικτες διαδόσεις, οι οποίες όμως εγγράφονται στην κοινή γνώμη ως δεδομένες. Πρακτικές αυτού του είδους είναι πλέον συνηθισμένες στα μεγάλα βρετανικά μέσα ενημέρωσης -ακόμη και η «Guardian» ή το BBC, που, όπως φαίνεται, έχουν απαρνηθεί την επαλήθευση των πληροφοριών που δημοσιεύουν όταν το ζητούμενο είναι να καταδικαστεί ο Κόρμπιν

Επιμέλεια: Γιάννης Κυπαρισσιάδης

«Ανίκανος», «Ρώσος κατάσκοπος», «επικίνδυνος ριζοσπάστης», «Ιλουμινάτος»... Ο ηγέτης του βρετανικού Εργατικού Κόμματος Τζέρεμι Κόρμπιν πρέπει κατά καιρούς να υπήρξε όλα αυτά, σύμφωνα με τους αντιπάλους του. Αν και το ίδιο αβάσιμη με τις υπόλοιπες, μια κατηγορία φαίνεται πως κατόρθωσε να κυριαρχήσει στα παραδοσιακά μέσα ενημέρωσης: εκείνη του αντισημιτισμού. Πρόκειται για μια μέθοδο που έχει στόχο να απαξιώσει ευθύς εξαρχής κάθε αντίπαλο με αστήρικτες διαδόσεις, που όμως εγγράφονται στην κοινή γνώμη ως δεδομένες. Μια μέθοδος απαξίωσης που δεν εφαρμόζεται μόνο από τα βρετανικά μέσα...

Του Daniel Finn *

Η αντιπαράθεση γύρω από τον αντισημιτισμό, o οποίος κατά τα φαινόμενα μολύνει τον βρετανικό πολιτικό κόσμο, ξεπερνά πλέον τα σύνορα του Ηνωμένου Βασιλείου. Έτσι η εισαγωγική παράγραφος ενός πρόσφατου άρθρου των «New York Times» συνέδεε τον «βαθύ αντισημιτισμό» του Εργατικού Κόμματος με τη βεβήλωση ενός εβραϊκού νεκροταφείου της Γαλλίας, για να υπονοήσει πως το μίσος για τους Εβραίους «αποτελεί σημείο συσπείρωσης πολιτικών παρατάξεων που, κατά κανόνα, θεωρείται πως βρίσκονται σε απόσταση μεταξύ τους: της Ακροδεξιάς, κάποιων ακροαριστερών σχημάτων, του ευρωπαϊκού ριζοσπαστικού ισλαμισμού και ορισμένων τμημάτων των δύο μεγάλων αμερικανικών κομμάτων».1

Η μεγάλη αμερικανική εφημερίδα παρουσιάζει κυρίως τον τρόπο με τον οποίον τα μέσα ενημέρωσης χειρίζονται τον υποτιθέμενο αντισημιτισμό των αριστερών δυνάμεων, και ιδιαίτερα του Εργατικού Κόμματος του Τζέρεμι Κόρμπιν. Τον Οκτώβριο του 2017 ο Χάουαρντ Τζέικομπσον περιέγραφε σε ένα άρθρο γνώμης το ετήσιο συνέδριο των Εργατικών ως ξέσπασμα μίσους διαβεβαιώνοντας λόγου χάρη ότι μία από τις προτάσεις προς ψήφιση αμφισβητούσε την πραγματικότητα του Ολοκαυτώματος: ένα ψέμα, στο οποίο εντούτοις οι «New York Times» δεν δίστασαν να προσδώσουν το κύρος του οποίου χαίρει ώς σήμερα.2

Πρακτικές αυτού του είδους είναι πλέον συνηθισμένες στα μεγάλα βρετανικά μέσα ενημέρωσης -συμπεριλαμβανομένων και των πιο διάσημων, όπως η «Guardian» ή το BBC, που όπως φαίνεται έχουν απαρνηθεί την επαλήθευση των πληροφοριών που δημοσιεύουν όταν το ζητούμενο είναι να καταδικαστεί ο Κόρμπιν. Επαναλαμβανόμενο με κάθε ευκαιρία, το «κατηγορώ» τους -το οποίο ενισχύεται με ψέματα μέχρις εσχάτων- εδραιώθηκε ως βεβαιότητα που τώρα πια μια μερίδα του πληθυσμού ούτε καν αμφισβητεί.

Βλέπουμε πλέον τις ίδιες μεθόδους να εφαρμόζονται και σε άλλα μέρη του κόσμου με σκοπό τη δυσφήμηση ηγετών της Αριστεράς που, όπως και ο Κόρμπιν, είναι γνωστοί για την υποστήριξή τους στον αγώνα των Παλαιστινίων. Στο προαναφερθέν άρθρο των «New York Times», που εξίσωνε το βρετανικό Εργατικό Κόμμα με το Fidesz του Ούγγρου πρωθυπουργού Βίκτορ Όρμπαν (ριζοσπαστική Δεξιά), ο Πάτρικ Κίνγκσλεϊ έγραφε ότι η Αμερικανίδα βουλευτής των Δημοκρατικών Ιλχάν Ομάρ είχε «καταδικαστεί ομόφωνα για χρήση αντισημιτικών στερεοτύπων, καθώς υποστήριζε ότι η πολιτική ζωή της χώρας βρισκόταν υπό τον έλεγχο εβραϊκών λόμπι», πριν της καταλογίσει διασυνδέσεις με «ριζοσπαστικούς ισλαμικούς κύκλους».

Στην πραγματικότητα, η Ιλχάν Ομάρ είχε αναφερθεί στην Αμερικανοϊσραηλινή Επιτροπή Δημοσίων Υποθέσεων (ΑIPAC), της οποίας η ευρέως γνωστή επιρροή συζητιέται συχνά στις στήλες... των «New York Times». Αντιθέτως, δεν είχε πει λέξη σχετικά με κάποιο «εβραϊκό λόμπι»:3 η εφημερίδα, λοιπόν, διέγραψε το τμήμα του κειμένου στην ηλεκτρονική έκδοσή της, χωρίς εντούτοις να μπει στον κόπο να προβεί σε κάποια διορθωτική κίνηση.

Σε τι ακριβώς στηρίζονται οι κατηγορίες που βαρύνουν τον Κόρμπιν και το κόμμα του; Οι βουλευτές του Εργατικού Κόμματος και οι προοδευτικοί σχολιαστές καλούνται, κάθε τόσο, να επιβεβαιώσουν την άποψη ότι «το κόμμα των Εργατικών έχει πρόβλημα αντισημιτισμού», χωρίς ωστόσο να παρουσιάζονται σαφή στοιχεία γι’ αυτές τις κατηγορίες. Φυσικά, οποιαδήποτε εκδήλωση αντισημιτισμού θα αποτελούσε πρόβλημα για το Εργατικό Κόμμα, όμως ο κυρίαρχος λόγος δεν αρκείται να προβάλλει κάποια επιλεγμένη «κορόνα», προερχόμενη από κάποιο από τα (πολλά) μέλη του: υπαινίσσεται, συν τοις άλλοις, ότι υπό την ηγεσία του Κόρμπιν το Εργατικό Κόμμα έχει γίνει «εχθρικό προς τους Εβραίους» και «θεσμικά αντισημιτικό».

Οι ηγέτες του υποτίθεται ότι έχουν σχηματίσει μια συμμορία υποκινούμενη από το «μίσος για τους Εβραίους», εναντίον των οποίων έχουν «κηρύξει πόλεμο», και πως οι Εβραίοι του Ηνωμένου Βασιλείου διατρέχουν «υπαρξιακό κίνδυνο».4 Κατηγορίες οι οποίες ποτέ δεν τεκμηριώθηκαν, αλλά που ο Τύπος διαδίδει περισσότερο από τις χειροπιαστές περιπτώσεις κρατικού ρατσισμού, που επηρεάζουν τη ζωή μεγάλων τμημάτων του πληθυσμού.

Η πρώτη πέτρα αυτού του σχολαστικά κατασκευασμένου οικοδομήματος τέθηκε την άνοιξη του 2016, σε μια χρονική συγκυρία όπου η θέση του Κόρμπιν παρέμενε επισφαλής, καθώς μάλιστα τα εναλλακτικά μέσα ενημέρωσης που βρίσκονταν πάντα γύρω του -και τα οποία αργότερα εξελίχθηκαν προκειμένου να τον στηρίξουν ενάντια στους μπλεριστές βουλευτές του κόμματός του- δίσταζαν να μιλήσουν.5

Εκείνο το χρονικό διάστημα η εκστρατεία είχε στόχο να καταστήσει τον νέο επικεφαλής του Εργατικού Κόμματος υπεύθυνο για παρεκκλίσεις που είτε βρίσκονταν εκτός της σφαίρας ελέγχου του (προπάντων οι αντισημιτικές δηλώσεις της βουλευτού Νεζ Σαχ, τις οποίες, ωστόσο, έγιναν πριν ο Κόρμπιν βρεθεί στην ηγεσία των Εργατικών και πριν η ίδια εκλεγεί στο Κοινοβούλιο) είτε δεν έλαβαν χώρα ποτέ -όπως η υποτιθέμενη «μίανση» από την εχθρότητα κατά των Εβραίων ενός κύκλου του κόμματος στο πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, η οποία αποδείχθηκε ότι άγγιζε τον παραλογισμό.

Ο χειρισμός της υπόθεσης από τα μέσα ενημέρωσης ήδη χαρακτηριζόταν από την άρνηση να επανατοποθετηθούν τα αναφερθέντα γεγονότα -πραγματικά ή μη- στο πλαίσιό τους. Στους κόλπους ενός κόμματος που αριθμεί περισσότερα από μισό εκατομμύριο μέλη, είναι αδύνατο να μην εμφανιστούν αντισημιτικές προκαταλήψεις. Εάν είχαν καταβληθεί οι ίδιες προσπάθειες για να ξεσκεπαστούν οι εκδηλώσεις μίσους κατά των Εβραίων την εποχή που ο Τόνι Μπλερ, ο Γκόρντον Μπράουν και ο Εντ Μίλιμπαντ είχαν τον έλεγχο του Εργατικού Κόμματος, αναμφίβολα θα είχαν καρποφορήσει (μολονότι η απόκτηση αποδεικτικών στοιχείων θα ήταν δυσκολότερη πριν από την έλευση των κοινωνικών δικτύων).

Συνεπώς, το βασικό ζήτημα δεν είναι να μάθουμε εάν υπάρχουν αντισημιτικά στοιχεία μεταξύ των μελών του Εργατικού Κόμματος, αλλά να μετρηθεί η αντιπροσωπευτικότητά τους και να εκτιμηθούν τα πειθαρχικά μέτρα που έχουν ληφθεί ως απάντηση στο πρόβλημα. Όλες οι σοβαρές αναλύσεις των στοιχείων του κατηγορητηρίου καταλήγουν στο ίδιο συμπέρασμα: οι θύλακοι μισαλλοδοξίας, που όντως υπάρχουν, δεν αφορούν παρά μια μικρή μερίδα μελών. Οι προσπάθειες, επίσης υπαρκτές, της ηγεσίας να διαγράψει τα μέλη αυτά, κατά κανόνα δεν αναγνωρίζονται από τους αντιπάλους της.

Αρχικά, ο Κόρμπιν επιχείρησε να κατασιγάσει τη διαμάχη ζητώντας τη σύνταξη μιας έκθεσης από την ειδικό σε θέματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων Σάμι Τσακραμπάρτι τον Ιούνιο του 2016. Το έγγραφο, υπόδειγμα έρευνας, αιτιολογημένο και ενδελεχές, αποδεικνύει ότι το κόμμα «δεν διακατέχεται από αντισημιτισμό, ισλαμοφοβία ή κάποια άλλη μορφή ρατσισμού».

Επισημαίνει, εντούτοις, «σαφείς ενδείξεις (που υφίστανται εδώ και μερικά χρόνια) εκ μέρους μιας μειονότητας χαρακτηριζόμενες από μίσος και άγνοια». «Άκουσα πάρα πολλούς Εβραίους να λένε ότι ανησυχούν επειδή ο αντισημιτισμός δεν λήφθηκε σοβαρά υπόψη από το Εργατικό Κόμμα και από την Αριστερά γενικότερα»,6 γράφει η Τσακραμπάρτι προτού προτείνει διάφορα συγκεκριμένα μέτρα με στόχο να επιλυθεί το πρόβλημα.

Αν και, σε πρώτη φάση, κανείς δεν προσπάθησε να αντικρούσει αυτή τη διαπίστωση, μερικούς μήνες αργότερα οι επικριτές του Εργατικού Κόμματος πέρασαν και πάλι στην επίθεση: η έκθεση ήταν απλώς μια επιχείρηση «κουκουλώματος», την οποία όλοι έκριναν μάλλον αναξιόπιστη, παρ’ όλο που κανείς δεν μπήκε στον κόπο να αναφέρει τον λόγο.

Μερικές εβδομάδες αργότερα, μια κοινοβουλευτική επιτροπή, αρκετά από τα μέλη της οποίας ήταν εχθρικά προς τον Κόρμπιν, δεν κατόρθωσε να βρει «καμία αξιόπιστη και εμπειρική απόδειξη για μεγαλύτερη επικράτηση αντισημιτικών συμπεριφορών στους κόλπους του Εργατικού Κόμματος από ό,τι σε άλλα πολιτικά σχήματα» -ενώ παράλληλα τόνιζε τα ατοπήματα που χρεώνονταν στο Εργατικό Κόμμα.7

Μέχρι το 2018 οι τηλεεισαγγελείς πίστευαν ότι τα κατηγορητήρια (είτε υποστηρίζονταν από γεγονότα είτε όχι) όφειλαν τουλάχιστον να αναφέρονται στην εκδήλωση κάποιας εχθρότητας απέναντι στον εβραϊκό πληθυσμό. Μετά το 2018 απαλλάσσονται από αυτόν τον περιορισμό. Τον Ιούνιο η Εθνική Εκτελεστική Επιτροπή (NEC) του Εργατικού Κόμματος έρχεται αντιμέτωπη με τις επιταγές της «χορωδίας» των μέσων ενημέρωσης και των αντιπάλων του Κόρμπιν, που της ζητούν πιεστικά να υιοθετήσει τον ορισμό του αντισημιτισμού όπως διατυπώθηκε από τη Διεθνή Συμμαχία για τη Μνήμη του Ολοκαυτώματος (IHRA).

Επειδή ο ορισμός αυτός εκλαμβάνει ορισμένες επικρίσεις κατά του Ισραήλ ως αντισημιτισμό, η NEC προτείνει διάφορες τροπολογίες ώστε να προστατευθεί το δικαίωμα των Εργατικών να υπερασπίζονται την υπόθεση των Παλαιστινίων.

Η ιδέα ότι τέτοιου είδους τροπολογίες θα συνιστούσαν την παραμικρή απειλή εναντίον των Βρετανών Εβραίων άγγιζε τη σφαίρα του παραλόγου, ωστόσο η βουλευτής Μάργκαρετ Χοτζ, φαρμακερή αντίπαλος του Κόρμπιν, που αντιπροσωπεύει τη δεξιά πτέρυγα του κόμματος, δράττεται της ευκαιρίας και εξαπολύει νέα επίθεση. Κυρίως ουρλιάζοντας κατά τη διάρκεια συνεδρίασης στη Βουλή των Κοινοτήτων -η οποία είναι ελάχιστα συνηθισμένη σε παρόμοιες εκρήξεις- ότι ο ηγέτης του κόμματός της δεν είναι παρά ένα «αντισημιτικό κάθαρμα» και «ρατσιστής». Η χειμαρρώδης αυτή καταγγελία καταφέρνει να σπάσει ένα ταμπού: φαίνεται πως είναι πλέον δυνατόν για τους πολιτικούς αρχηγούς και τους δημοσιογράφους να χρεώνουν τον Κόρμπιν με τον χαρακτηρισμό του αντισημίτη χωρίς να είναι υποχρεωμένοι να παρέχουν την παραμικρή απόδειξη.

Έχοντας δεχτεί πυρά ένα ολόκληρο καλοκαίρι, η NEC υποχωρεί και υιοθετεί το κείμενο του IHRA χωρίς να αλλάξει ούτε ένα κόμμα. Μερικές μέρες αργότερα ένας φανατικός ακροδεξιός δολοφονεί έντεκα άτομα μέσα σε μια συναγωγή του Πίτσμπουργκ, στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η «Guardian» δεν καταφέρνει να δημοσιεύσει τον φόρο τιμής του Κόρμπιν προς τα θύματα χωρίς προηγουμένως να τον περιγράψει ως τον «ηγέτη των Εργατικών που κατηγορήθηκε ότι άφησε τον αντισημιτισμό να μολύνει το κόμμα».8 Λες και ο άντρας με το γενάκι ήταν το ίδιο πράγμα με τον εκτελεστή...

Πρόσφατα ο ιστορικός Τζέφρι Άλντερμαν αποδόμησε παρόμοιες υπερβολές. Φανατικός υποστηρικτής του Ισραήλ και διαφωνώντας βαθιά με τις θέσεις του Κόρμπιν υπέρ των Παλαιστινίων, ο Άλντερμαν, παρ’ όλα αυτά, καταρρίπτει την πεποίθηση ότι ο ηγέτης των Εργατικών θα μπορούσε να διάκειται εχθρικά, ακόμη και στον ελάχιστο βαθμό, προς στους Εβραίους: «Στην πραγματικότητα, συγκεντρώνονται όλα τα στοιχεία που μας επιτρέπουν να τονίσουμε πόσο έχει υποστηρίξει ο Τζέρεμι Κόρμπιν τις πρωτοβουλίες της εβραϊκής κοινότητας».9

Συνεχίζει εκτιμώντας ότι ο Κόρμπιν «υπερβολικά συχνά ενήργησε απερίσκεπτα όσον αφορά τις ευαισθησίες των Εβραίων», ακόμη κι αν το πορτρέτο που του φτιάχνει διαφέρει σε κάθε σημείο του από το γεμάτο μίσος τέρας που παρουσιάζουν τα μεγάλα μέσα ενημέρωσης. Καθώς, όποτε ερχόταν στον ηγέτη των Εργατικών να κάνει κάτι αδέξιο που θα τον έφερνε αντιμέτωπο με την κριτική, η υπερβολή στην παρουσίασή του από τα ΜΜΕ τις περισσότερες φορές εμπόδισε τη συζήτηση σε ήρεμο κλίμα, όπως δείχνει η διαμάχη που ξέσπασε γύρω από μια τοιχογραφία στο Λονδίνο.

Το έργο, δημιουργημένο το 2012, ήταν εμπνευσμένο από ορισμένες θεωρίες συνωμοσίας σχετικές με μια μικρή ομάδα ελευθεροτεκτόνων τραπεζιτών που υποτίθεται ότι έχουν εγκαθιδρύσει μια «νέα παγκόσμια τάξη». Πολύ σύντομα άνοιξε μια συζήτηση στα μέσα ενημέρωσης προκειμένου να προσδιοριστεί εάν ο τρόπος με τον οποίον ο καλλιτέχνης απεικόνισε την ομάδα τραπεζιτών συνδεόταν ή όχι με αντισημιτισμό.

Αφού έλαβε πολλές καταγγελίες, ο Λούτφουρ Ραχμάν, τότε δήμαρχος εκείνου του διαμερίσματος του Λονδίνου, ζήτησε από την αστυνομία να σβήσει την τοιχογραφία τονίζοντας ότι το έργο του καλλιτέχνη και οι πεποιθήσεις του σε τελική ανάλυση δεν ήταν καθοριστικά: «Είτε ήταν σκόπιμο είτε όχι, ο τρόπος απεικόνισης των τραπεζιτών αυτών εμπίπτει σε εκείνο το είδος αντισημιτικής προπαγάνδας που υπονοεί ότι οι Εβραίοι ασκούν κυριαρχία στους οικονομικούς και τους πολιτικούς θεσμούς».10

Σίγουρα η υπόθεση θα είχε σταματήσει εκεί εάν δεν ανακατευόταν ο Κόρμπιν. Καθώς ο καλλιτέχνης εξέφρασε παράπονα στο Facebook για την καταστροφή του έργου του (μια φωτογραφία του οποίου ανάρτησε), ο τότε μελλοντικός ηγέτης του Εργατικού Κόμματος δημοσίευσε ένα σχόλιο διερωτώμενος για τα κίνητρα του δημάρχου, χωρίς να μιλήσει καθόλου για το ίδιο το έργο. Σχεδόν έξι χρόνια αργότερα το σχόλιο αυτό θα βρισκόταν στο επίκεντρο της επικαιρότητας για πολλές εβδομάδες. Ακόμη γίνονται αναφορές σε αυτό, ως ακλόνητη απόδειξη του αντισημιτισμού του.

Αναμφίβολα ο Κόρμπιν όφειλε να δώσει μεγαλύτερη σημασία στον συμβολισμό του έργου και να αντιληφθεί πως ήταν τουλάχιστον αμφιλεγόμενο. Εξάλλου ζήτησε αμέσως συγγνώμη για το ότι δεν το είχε κάνει. Το επεισόδιο θα μπορούσε να προσφέρει μια μοναδική ευκαιρία να αποδειχθεί ότι οι αντισημιτικές θέσεις μπορούν κάποιες φορές να διατυπώνονται με κωδικοποιημένο τρόπο. Ωστόσο, οι λογικές κριτικές αυτού του είδους χάθηκαν μέσα σε έναν καταιγισμό ύβρεων.

Η κάλυψη από τα ΜΜΕ οδήγησε μια μερίδα του κοινού να πιστέψει ότι η τοιχογραφία ήταν έκφραση της πιο στοιχειώδους μορφής ναζιστικής προπαγάνδας, εναντίον της οποίας μόνο ο Κόρμπιν αρνήθηκε να λάβει μέτρα. Με λίγα λόγια, το υποστηρικτικό προς τον καλλιτέχνη σχόλιό του στο Facebook αποτελούσε κατά κάποιον τρόπο το σύγχρονο αντίστοιχο του χιτλερικού χαιρετισμού.

Το Εργατικό Κόμμα έκανε τα πάντα προκειμένου να ανακόψει τον καταιγισμό των επιθέσεων των οποίων έγινε στόχος. Αν και κατανοητή, η τάση να δίνονται απαντήσεις με λογικό τρόπο σε εντελώς αβάσιμες κατηγορίες για ρατσισμό αποθάρρυνε όσα μαχητικά μέλη επιθυμούσαν να αντεπιτεθούν ανεμπόδιστα. Άλλοι θεώρησαν ότι το κόμμα, κοινοποιώντας τα μέτρα που θα λάμβανε για να αντιμετωπίσει όσες παρεκκλίσεις παρατηρούνται σε περιθωριακά κομμάτια του, θα μετρίαζε τη αντιπαράθεση. Μάταια: οι αντίπαλοι του Κόρμπιν δυσκολεύονται να απαρνηθούν ένα όπλο που τους επιτρέπει να τροφοδοτούν με τέτοια ευκολία το κύμα των λοιδοριών.

Το τελευταίο επεισόδιο έλαβε χώρα τον Φεβρουάριο του 2019, όταν μια μικρή ομάδα βουλευτών του Εργατικού Κόμματος, προερχόμενη από τη δεξιά πτέρυγά του, αποσχίστηκε. Εχθρικοί απέναντι στον Κόρμπιν, οι βουλευτές προσπάθησαν να σαμποτάρουν μέχρι και την παραμικρή πρωτοβουλία του. Συνεπώς ήταν βέβαιο ότι δεν θα μπορούσαν να παρουσιαστούν με τα χρώματα του κόμματος στις προσεχείς γενικές εκλογές.

Κρίνοντας πως θα ήταν καταλληλότερο για τους σκοπούς τους να δείχνουν προσβεβλημένοι από τον αντισημιτισμό του ηγέτη τους παρά να αποκαλύψουν τις καριερίστικες επιδιώξεις τους, έριξαν ακόμη ένα κέρμα στο αγαπημένο τζουκ μποξ των μέσων ενημέρωσης: αν εγκατέλειπαν το Εργατικό Κόμμα, ήταν εξαιτίας της μισαλλοδοξίας του αρχηγού του...

Σε ποιο βαθμό το Εργατικό Κόμμα υπέφερε από αυτές τις επιθέσεις; Ο Κόρμπιν επέζησε και, αν πιστέψουμε στις σφυγμομετρήσεις, δεν επηρεάστηκε. Εντούτοις δαπανήθηκε πολύτιμη ενέργεια προκειμένου να αποκρούσει τις επιθέσεις των αντιπάλων του. Χωρίς να αναφερθούμε στη σύγχυση που δημιουργήθηκε σε μια μερίδα των ενεργών μελών του, τα οποία πλέον διστάζουν να προβούν στην παραμικρή κριτική του Ισραήλ.

Η απαγγελία κατηγοριών στο Εργατικό Κόμμα συμπίπτει, όλως περιέργως, με μια πραγματική επανεμφάνιση του αντισημιτισμού. Όχι στους κόλπους των πολιτικών σχηματισμών της Αριστεράς, αλλά στη Δεξιά. Οι θεωρίες συνωμοσίας που ενοχοποιούν τους Ιλουμινάτι ή τον επενδυτή Τζορτζ Σόρος δεν είναι πλέον αποκλειστικό προνόμιο των τρολ που οργιάζουν στο Διαδίκτυο: ο Αμερικανός Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ και πολλές προσωπικότητες της Δεξιάς συμμετέχουν στην προώθησή τους.

Ισχυρισμοί αυτού του είδους ενέπνευσαν τις επιθέσεις σε συναγωγές στις Ηνωμένες Πολιτείες. Μια παρόμοια εκτροπή διαπιστώνεται πλέον και στο Ηνωμένο Βασίλειο. Θα έπρεπε να υπάρχουν σελίδες στα βιβλία Ιστορίας γεμάτες αυστηρά λόγια για εκείνους που κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου εναντίον του φαντάσματος του αντισημιτισμού στην Αριστερά, ενώ ένα τέρας, πολύ πιο πραγματικό, εμφανίζεται στον ορίζοντα.

 

 

1 Patrick Kingsley, «Antisemitism is back, from the left, right and islamist extremes. Why?», «The New York Times», 4 Απριλίου 2019.

2 Howard Jacobson, «The phony peace between the Labour Party and Jews», «The New York Times», 6 Οκτωβρίου 2017.

3 Πρβλ. Nathan Thrall, «How the battle over Israel and antisemitism is fracturing American politics», «The New York Times», 28 Μαρτίου 2019.

4 «The Guardian», Λονδίνο, 18 Μαρτίου 2016 και 9 Σεπτεμβρίου 2018. «The Daily Mirror», Λονδίνο, 2 Σεπτεμβρίου 2018. «The Jewish Chronicle», Λονδίνο, 22 Αυγούστου 2018. «The Guardian», 26 Ιουλίου 2018.

5 Βλ. Paul Mason, «Élections, club-sandwichs et nids-de-poule au Royaume-Uni», «Le Monde diplomatique», Ιούνιος 2017.

6 «The Shami Chakrabarti inquiry», Λονδίνο, 30 Ιουνίου 2016, https://labour.org.uk

7 «Antisemitism in the UK», Βουλή των Κοινοτήτων, Επιτροπή Εσωτερικών Υποθέσεων, Λονδίνο, 16 Οκτωβρίου 2016.

8 Harriet Sherwood, «Pittsburgh shooting: Jewish organisations express horror at attack», «The Guardian», 28 Οκτωβρίου 2018.

9 Geoffrey Alderman, «Horrors! Corbyn’s a “PM in waiting” - accept it», «Jewish Telegraph», Μάντσεστερ, 18 Απριλίου 2019.

10 Marcus Dysch, «Mayor: Tower Hamlets mural “to be removed”», The Jewish Chronicle, 4 Οκτωβρίου 2012.

 

* Ο Daniel Finn είναι αναπληρωτής αρχισυντάκτης του περιοδικού «Νew Left Review»

 

Δείτε όλα τα σχόλια