Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Η συνεργασία του Χατζή με το περιοδικό Αντί

Δεν είμαι ούτε φιλόλογος ούτε ιστορικός της λογοτεχνίας. Και δεν νομίζω ότι είμαι αρμόδιος να κάνω εισήγηση για έναν λογοτέχνη. Και μάλιστα για έναν λογοτέχνη σαν τον Δημήτρη Χατζή. Για να θυμηθώ τα δικά του λόγια: «Τέλος πάντων, ας μάθουμε κάποτε να σεβόμαστε εκείνο το ‘έκαστος εφ' ω ετάχθη'».

Του Χρήστου Παπουτσάκη

 

Δεν είμαι ούτε φιλόλογος ούτε ιστορικός της λογοτεχνίας. Και δεν νομίζω ότι είμαι αρμόδιος να κάνω εισήγηση για έναν λογοτέχνη. Και μάλιστα για έναν λογοτέχνη σαν τον Δημήτρη Χατζή. Για να θυμηθώ τα δικά του λόγια: «Τέλος πάντων, ας μάθουμε κάποτε να σεβόμαστε εκείνο το ‘έκαστος εφ' ω ετάχθη'».

Έτσι λοιπόν θα αναφερθώ σε θέματα που γνωρίζω σε σχέση με τον Δημήτρη Χατζή: Τη σχέση του με το περιοδικό Αντί και κάποιες προσωπικές μου ενθυμήσεις. Είμαι βέβαια και ‘γω ένας αναγνώστης των κειμένων του Χατζή και μάλιστα αρκετά πρώιμος. Είχα την ευκαιρία να γνωρίσω τον λογοτέχνη Χατζή με την πρώτη έκδοση στην Ελλάδα (Θεμέλιο, 1963) της σαγηνευτικής Μικρής του Πόλης. Τα χρόνια προχωρούσαν. Περιπέτειες στον τόπο μας. Πολλές και γνωστές. Αναζητούσα πάντα κείμενα, διηγήματα, ακόμα και πληροφορίες για τον άνθρωπο Χατζή.

Και φτάσαμε στη Μεταπολίτευση. Μια μέρα με επισκέφθηκε ένας νεαρός φίλος του Ανδρέα Φραγκιά: «Έλα, βρε Χρήστο, εσύ που έχεις σχέσεις με τον Τύπο, βοήθησε να κάνουμε μια καμπάνια να έρθει ο Χατζής στην Ελλάδα». Είναι γνωστό πως του είχε αφαιρεθεί η ελληνική ιθαγένεια, όπως και σε πολλούς άλλους πολιτικούς πρόσφυγες του Εμφυλίου. Μια και δυο έβγαλα φωτοτυπίες ενός γράμματος του Χατζή προς τον Ανδρέα Φραγκιά και άρχισα τα τηλεφωνήματα δεξιά κι αριστερά σε φίλους δημοσιογράφους. Η ανταπόκριση ήταν άμεση. Από την άλλη κιόλας ημέρα οι εφημερίδες δημοσίευαν αποσπάσματα του γράμματος του Χατζή και ζητούσαν να διευκολυνθεί η άμεση επιστροφή του συγγραφέα στην Ελλάδα. Δεν ξέρω αν η μικρή αυτή λεπτομέρεια -και πώς να τη μάθει;- στάθηκε αφορμή της φιλίας του Δημήτρη Χατζή προς εμάς στο περιοδικό. Εγώ βέβαια δεν του ανέφερα ποτέ τίποτε σχετικό. Του έγραψα όμως στη Βουδαπέστη όπου βρισκόταν, του ευχόμουν καλή επιστροφή και, αφού του σημείωνα δυο λόγια σχετικά με το Αντί, που μόλις είχε κυκλοφορήσει και για το οποίο προφανώς δεν είχε πληροφορίες, τον παρακαλούσα να συνεργαστεί με το περιοδικό.

Ο Χατζής επέστρεψε τελικά στην Ελλάδα μετά από εικοσιπεντάχρονη ακούσια εξορία, τον Νοέμβρη του 1974, χωρίς διαβατήριο, επιβαρυμένος μάλιστα και δυο φορές με καταδίκη σε θάνατο χωρίς να του δοθεί χάρη. Εκκρεμότητες που βέβαια στο κλίμα των ημερών εκείνων δεν μετρούσαν. Είχαμε πάει μια εκατοντάδα φίλων στο αεροδρόμιο να τον υποδεχθούμε. Δεν γνωριστήκαμε τότε. Τον χαιρέτησα μαζί με τους τόσους φίλους που τον περίμεναν. Έφυγε για το σπίτι της αδελφής του. Σε λίγες ημέρες μας επισκέφθηκε στα γραφεία του περιοδικού και μας παρέδωσε, πριν επιστρέψει προσωρινά στη Βουδαπέστη, την πρώτη του συνεργασία, που δημοσιεύτηκε στο τεύχος 11, τον Γενάρη του '75. Γράφαμε τότε, με υπερηφάνεια, σε ένα προλογικό σημείωμα:

«Το Αντί έχει σήμερα τη χαρά και την τιμή να παρουσιάσει στους αναγνώστες του το πρώτο κείμενο που έγραψε μετά τον επαναπατρισμό του (περισσότερο από το ‘πέμπτον του αιώνος που τον βρήκε στα ξένα έθνη') ο μεγάλος συγγραφέας Δημήτρης Χατζής για τον Κώστα Βάρναλη. Έτσι ο δημιουργός της μαγικής Μικρής μας Πόλης εμφανίζεται και σαν πρώτης τάξεως κριτικός και δοκιμιογράφος. Ουσιαστικά (αν εξαιρέσει κανείς τις τυπικές και περιστασιακές νεκρολογίες) είναι και το πρώτο κείμενο που ψηλαφίζει μιαν εποχή και που προσπαθεί να οροθετήσει και να σχολιάσει κριτικά τον Κώστα Βάρναλη μετά το θάνατό του, και κατά κάποιο τρόπο να τον ‘απομυθοποιήσει' και να τον παραδώσει στα Γράμματά μας με τις μόνες του καταθέσεις: το Έργο του».

Όταν ρυθμίστηκαν νομοθετικά οι εμφυλιακές εκκρεμότητες, τον Ιούνιο του '75, επιστρέφει και εγκαθίσταται οριστικά πια στην Ελλάδα.

Από τότε και μέχρι το θάνατό του ο Δημήτρης Χατζής έμεινε ένας πιστός φίλος και συνεργάτης του περιοδικού Αντί. «Το Αντί μας» συνήθιζε να λέει, έτσι με τον δικό του τρόπο που χώραγε σε «δικούς του» ό,τι αγαπούσε και ό,τι τον ενθουσίαζε. Με όμοιο τρόπο συνήθιζε να μιλά και για τους ανθρώπους: «ο Μέμος μου», «η Ζίζη μου», «ο Ανδρέας μου».

[...]

Όταν ο Χατζής επέστρεψε οριστικά στην Ελλάδα, στρατεύθηκε από μόνος του στους φίλους και συνεργάτες του περιοδικού. Στάθηκε ένας πολύτιμος συνεργάτης και με πολλές δικές του παρεμβάσεις και προτάσεις αποπειραθήκαμε έρευνες και εγκαινιάσαμε νέες στήλες. Δική του ήταν η πρόταση για την έρευνα που έκανε το περιοδικό για τον λαϊκό πολιτισμό. Ο ίδιος συνέταξε το ερωτηματολόγιο, επέλεξε τους ανθρώπους στους οποίους θα απευθυνόμασταν -αν και στην πορεία "παρεισέφρησαν" και άλλοι που μας έστειλαν τις απόψεις τους που κι αυτές πάντως φιλοξενήθηκαν -έγραψε την εισαγωγή, επιμελήθηκε τις επιμέρους συνεργασίες. Ήθελε κιόλας να εκδοθεί σε έναν μικρό αυτόνομο τόμο εκείνη η έρευνα. Ήταν κι αυτό ένα σχέδιο που δεν υλοποιήθηκε ποτέ.

Μια άλλη έρευνα την οποία εγκαινίασε ο ίδιος με άρθρο του στο τεύχος 170 (30 Ιανουαρίου 1981) και τίτλο: «Η κάθαρση της Ραδιοφωνίας-Τηλεόρασης και η διανόησή μας» ολοκληρώθηκε στο τεύχος 172 (27 του Φλεβάρη 1981) με δηλώσεις των Μανόλη Αναγνωστάκη, Δημήτρη Ραυτόπουλου και Θανάση Ρεντζή και με ένα «υστερόγραφο» του Χατζή. Ο Ανδρέας Παπανδρέου (τεύχος 172) είχε επίσης κάμει μια αποκλειστική δήλωση για το θέμα και ζητούσε «τον έλεγχο της τηλεόρασης από την εθνική αντιπροσωπεία και τους κοινωνικούς φορείς». Ήταν τότε αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης.

Το θέμα της τηλεόρασης και της ραδιοφωνίας βασάνιζε τον Δημήτρη Χατζή. Αναζητούσε τους τρόπους και τις μεθόδους για να βγούμε από το τέλμα. Οι διαπιστώσεις του Χατζή και των άλλων που συμμετείχαν στην έρευνα δεν απέχουν από όσα ακόμα και σήμερα θα παρατηρούσαμε για τα ΜΜΕ. Όμως αξίζει να διαβάσουμε πάλι μερικά σημεία από όσα σημείωνε ο ίδιος με τίτλο «Αυτοκριτική» στο κλείσιμο της έρευνας (τεύχος 172, 27 Φεβρουαρίου 1981):

«Έκανα, ωστόσο, στο δημοσίευμά μου αυτό (σ. αναφέρεται στο προηγούμενο άρθρο του) ένα σφάλμα, που πρέπει να εξομολογηθώ πως δε μπορώ να το αποδώσω αλλού, παρά στα τελευταία που μένουν μέσα μου υπολείμματα δημοκρατικού-αγωνιστικού ρομαντισμού. Έγραψα πως η διανόησή μας μπορεί να κινηθεί για την αλλαγή της σημερινής κατάστασης και το ανέβασμα του επιπέδου με τα πνευματικά-καλλιτεχνικά σωματεία της και με όλες τις ‘περισσότερο ή λιγότερο' οργανωμένες δυνάμεις της.

[...] Ήταν το σφάλμα μου.

[...] Φίλοι, συναγωνιστές στο δημοκρατικό μας αγώνα, με ρώτησαν ποιες τέτοιες δυνάμεις μπορεί να εννοώ και ομολόγησα πως δεν ήξερα ν' απαντήσω. Ούτε οι πολυάριθμες ενώσεις συγγραφέων -δεν ανήκω σε καμιά- θα αποτολμούσαν με κύρος και με συνέπεια έναν τέτοιο αγώνα, ούτε άλλες ‘περισσότερο ή λιγότερο οργανωμένες' σωματειακά -ή ιδεολογικά- δυνάμεις του πνευματικού και του καλλιτεχνικού κόσμου υπάρχουν. Μήπως τα πνευματικά σωματεία -και ποια;- Ή μήπως εκείνο το ΠΑΠΟΚ, που ξεκινώντας σαν υψηλή πονηρία του ΚΚΕ προδήραξε ήρεμα -φυσιολογικότατα- στο υπουργείο Πολιτισμού;

[...] Όχι, λοιπόν. Οι διαδικασίες που σημείωσα σ' αυτό το δημοσίευμά μου ανάγονται πράγματι στην ουσία της δημοκρατίας και στην ουσία του αγώνα για τη δημοκρατική αλλαγή. Αλλά οι δυνάμεις που θα κινούσαν αυτές τις διαδικασίες -ας το ομολογήσουμε για να μη γελιόμαστε και να μη γελούμε τον κόσμο- ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ.

[...] Και έτσι: Το όλο ζήτημα της εξυγίανσης του δικτύου μένει και αυτό σαν ένα από τα θολά θέματα της δημοκρατικής αλλαγής.

[...] Αλλά έτσι -μ' όλο που το ‘παμε και σε κείνο το δημοσίευμα (σ. εννοεί το άρθρο του στο τεύχος 170) -ας το τονίσουμε καθαρότερα τώρα κι ας το υπογραμμίσουμε: Η προσωπική ευθύνη κάθε ανθρώπου των γραμμάτων και των τεχνών γίνεται ακόμα βαρύτερη. ΜΟΝΟΣ του -όπως και σε όλα μόνος του- θα αντιταχτεί με συνέπεια στη σημερινή κατάπτωση ενεργητικά, όσο το μπορεί, και παθητικά, με την επίμονη αποχή του, την άρνησή του να δώσει την γη και το ύδωρ της δικής του εθνικής-πνευματικής-καλλιτεχνικής υπόστασης, για να ζυμώνεται η λάσπη που προσφέρεται κάθε βράδυ στο λαό.

[...] Κάνω αυτή την πικρή επανόρθωση μαζί με την αναγνώριση πως παρασύρθηκα να ονειρευτώ δυνάμεις που δεν υπάρχουν...»

Ο Δημήτρης Χατζής ονειρευόταν «δυνάμεις που δεν υπάρχουν». Αυτά, τον Φλεβάρη του 1981.

Η έρευνα αυτή ήταν και η τελευταία που φρόντισε. Τον επόμενο μήνα κατρακύλησε η υγεία του.

Μία από τις πιο επιτυχημένες ιδέες-προτάσεις του Χατζή ήταν και η μόνιμη στήλη ΑΝΤΙ-ΘΕΜΑΤΑ που ο ίδιος τιτλοφόρησε και προσκάλεσε τον Δημήτρη Ραυτόπουλο να την εγκαινιάσει (τεύχος 118 της 3 Φεβρουαρίου 1979). Ο ίδιος δεν θέλησε να κρατήσει για τον εαυτό του αυτό το προνόμιο. Ο Ραυτόπουλος έγραψε την επιφυλλίδα «Σεχραζάτ». Ο ίδιος ο Δημήτρης Χατζής έδωσε για δημοσίευση στο επόμενο τεύχος (αρ. 119 της 17 Φεβρουαρίου του 1979) το κείμενο «Κράτος και Εκκλησία».

Στη στήλη φιλοξενήθηκαν μια σειρά από κορυφαίους λογοτέχνες μας: Στρατής Τσίρκας, Γιώργος Ιωάννου, Ανδρέας Φραγκιάς, Διδώ Σωτηρίου, Δημήτρης Ραυτόπουλος, Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, Χριστόφορος Μηλιώνης, Μένης Κουμανταρέας συγκαταλέγονται μεταξύ των συνεργατών. Για τα «Αντι-θέματα», ο Χατζής έγραψε και άλλα κείμενα την διετία 1979 και 1980.

Σύμφωνα με τη μαρτυρία της γυναίκας του, της Καίτης Χατζή, τις επιφυλλίδες του εκείνες -μαζί με την προσθήκη και άλλων ανέκδοτων κειμένων του- λογάριαζε να τις εκδώσει σε τόμο με τίτλο ΑΝΤΙ-ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ. Τις δημοσιευμένες επιφυλλίδες θα τις επεξεργαζόταν παραπέρα - κάτι που συνήθιζε πάντα ο Χατζής. Έχει κιόλας διασωθεί και δημοσιευθεί στο Αντί (τεύχος 297, Δεκαπενταύγουστος του 1985) η επεξεργασμένη μορφή του «Ρεμβασμού στο Δεκαπενταύγουστο» (το κείμενο αυτό είχε δημοσιευτεί στο τεύχος 162 της 10ης Οκτωβρίου 1980). Μια διαφορετική αποκατάσταση του κειμένου αυτού έκαμε η Άντεια Φραντζή στο βιβλίο της Ούτως ή Άλλως.

Είναι γνωστό το ενδιαφέρον του για τα γλωσσικά μας ζητήματα. Έτσι, όταν το 1975 αναζωπυρώθηκε για άλλη μια φορά η σχετική συζήτηση, ο Χατζής με τρία εκτενή άρθρα του (τχ. 16, 17 και 19) πήρε μέρος στη συζήτηση. Σημειώνω μόνον δύο καίρια σημεία: Το γλωσσικό πρόβλημα είναι κυρίως πολιτικό και, δεύτερο, πρέπει να καταργηθεί η διγλωσσία με την αποβολή της καθαρεύουσας.

Αυτά τα λίγα πληροφοριακά στοιχεία για τη συμβολή του Χατζή σε όσα γίνονταν στο Αντί, δεν καλύπτουν βεβαίως όσα η παρουσία του μας χάρισε. Γιατί η ζωή ενός ζωντανού εντύπου δεν είναι μόνον η συμβολή με συγκεκριμένες συνεργασίες. Το να λάβει μορφή ένα έντυπο είναι μια μακρά και επίπονη διαδικασία.

Ο Δημήτρης Χατζής μας τίμησε με την παρουσία του, με τις ιδέες του, με την κριτική του. Κάθε φορά που ερχόταν στο περιοδικό ήταν για μας μια κρυφή χαρά και μια περηφάνια. Ο καφές, το τσιγάρο, η κουβέντα για όσα συνέβαιναν γύρω μας, οι παρατηρήσεις, αυτά είναι πολύ πιο πολύτιμα και ενθαρρυντικά όταν μάλιστα συνέβαιναν με την παρουσία ενός ανθρώπου που τόσο αγαπούσαμε και τόσο τιμούσαμε. Με την παρουσία του Δημήτρη Χατζή.

Θα ήθελα όμως να αναφέρω και μερικές άλλες δικές μου σκέψεις, αναφορικά με τον Δημήτρη Χατζή. Τι άφησε σε μένανε, τι ήταν εκείνο που σε έφερνε κοντά του; Γνωρίζετε ότι αυτά είναι πράγματα είναι της καρδιάς. Και δύσκολα περιγράφονται. Ένα πείραγμα, μια φιλοφρόνηση, μια αφήγηση ή μια αποσιώπηση κάποτε όσο μένουν στη μνήμη διασώζουν το άρωμα της παρουσίας ενός ανθρώπου.

Ο Χατζής ήταν ένας γλυκύτατος άνθρωπος. Αλλά ήταν κι ένας άνθρωπος που «έπαιρνε τα κομμάτια» του ενός ή του άλλου. Αγαπούσε και υπερασπιζόταν τους φίλους του και πολεμούσε με πάθος όσους για τον έναν ή τον άλλο λόγο αντιπαθούσε. Ναι, αντιπαθούσε. Θέλω να μείνω σ' αυτό το αίσθημα. Ένας τόσο βασανισμένος αλλά και ένας τόσο ζωντανός άνθρωπος σαν τον Δημήτρη Χατζή, ένας άνθρωπος που έζησε στα χρόνια του εμφυλίου -που έχασε με τραγικό τρόπο τον αγαπημένο του αδελφό Άγγελο, η μνήμη του οποίου τον κυριαρχούσε- ένας άνθρωπος που είχε αντιπαρατεθεί σε γνωστές και καταγεγραμμένες μεθόδους, με μηχανισμούς και ανθρώπους, είχε κάθε δικαίωμα να είναι ένας άνθρωπος παθιασμένος. Ο Δημήτρης Χατζής ναι, ήταν ένας παθιασμένος φίλος και ένας παθιασμένος αντίπαλος. Τις αντιπάθειές του τις εκδήλωνε ανοιχτά. Θυμάμαι τις πικρές αναφορές του για έναν παλιό συναγωνιστή του. Αλλά όταν αυτός τηλεφώνησε στη Σαρωνίδα, όπου ο Χατζής πέρασε τις τελευταίες ημέρες της ζωής του, και ζήτησε να έρθει να τον επισκεφθεί, τον ρώτησα: «Νάρθει να σε δει;». Ο εξασθενημένος, καταπονημένος Χατζής μου απάντησε: «Ας έρθει». Ήταν οι μέρες που αποχαιρετούσε τον κόσμο. Φίλους και αντιπάλους.

Εκεί, το βράδυ της Δευτέρας 10 Ιουλίου του 1981, ο Δημήτρης Χατζής άφησε τον κόσμο τούτο.

Θα ήθελα πριν κλείσω, να σταματήσω σε δυο σημεία, τα οποία ίσως να έχουν και κάποια σύνδεση μεταξύ τους.

Πρώτα ήθελα να επισημάνω μια έννοια που, πιστεύω, κυριαρχούσε στη σκέψη του Χατζή. Την έννοια της διαδοχής και της συνέχειας. Προκειμένου να κατορθώσουμε κάτι σ' αυτόν τον τόπο, πίστευε, πρέπει να δουλέψουμε με συνέπεια και συνέχεια ο ένας ύστερα από τον άλλο. Και να ξεκινάμε από κει που κάποιος άλλος σταμάτησε. Μιλώντας για τον Σεραφείμ Μάξιμο (Ιούλιος 1977, τεύχος 77) ο Δημήτρης Χατζής έγραφε:

«Αν θυμάμαι καλά, απ' αυτόν [σ. τον Σεραφείμ Μάξιμο] πρέπει να πρωτάκουσα για τα χρόνια του, του Παρισιού, αυτό που τώρα πιστεύω, πως εμείς εδώ στην Ελλάδα, όλοι μας, ξαναρχίζουμε πάντοτε απ' την αρχή, δεν έχουμε δρόμους ν' ακολουθήσουμε, κουβαλώντας ο καθένας μας το μικρό του φόρτωμα δίπλα στους άλλους. Και, όπως και να το κάνουμε, η σκέψη μιας κοινωνίας δεν είναι αγριολούλουδο που φυτρώνει αυτοφυές, καλλιεργείται σε κήπους μονάχα, αυτούς τους εθνικούς κήπους της γενικής ανάπτυξης και της οργανωμένης μέσα στη συνέχεια και την πειθαρχία της πνευματικής ζωής».[...]

 

[Από την έκδοση, Δημήτρη Χατζή, Άπειρος νόστος, Δήμος Πατρέων, Πάτρα, 1995, σ. 67-78)

Δείτε όλα τα σχόλια

Κύριο άρθρο

Με την κοινωνία όρθια

Το έργο της σημερινής κυβέρνησης ξεκίνησε τον Σεπτέμβριο του 2015 κάτω από τις πιο δύσκολες συνθήκες. Η κοινωνία ήταν σε τέτοιο βαθμό επιβαρυμένη από τα καταστροφικά μέτρα της προηγούμενης...

Δειτε ολοκληρο το αρθρο