Η ανυπομονησία της ελευθερίας... 05/04/2009

Μια μελέτη όχι μόνο για την υλικότητα του λόγου αλλά και την υλικότητα της θεωρίας, που παρεμβαίνει σε κρίσιμα ερωτήματα της σύγχρονης κοινωνικής σκέψης

 

ΚΥΡΚΟΣ ΔΟΞΙΑΔΗΣ, Ανάλυση Λόγου: Κοινωνικο-φιλοσοφική θεμελίωση, εκδόσεις Κέδρος, σελ. 310

 

 

ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ

 

Το βιβλίο υπόσχεται, ήδη από τον τίτλο του, την κοινωνικο-φιλοσοφική θεμελίωση της ανάλυσης λόγου, και «κρατά το λόγο του». Αν, όμως, «το να δίνουμε το λόγο μας» ισοδυναμεί με το να προσφέρουμε αυτό που κρατάμε χωρίς να μας ανήκει εξ ολοκλήρου, τότε η υπόσχεση είναι μια διαρκής κριτική διερεύνηση των ορίων και των περιορισμών της γλώσσας. Ή, με τα λόγια του Μισέλ Φουκώ: «Νομίζω ότι η κριτική εργασία χρειάζεται διαρκώς την εργασία επί των ορίων μας, τουτέστιν ένα υπομονετικό έργο που δίνει μορφή στην ανυπομονησία της ελευθερίας» (σ. 219).

Ο Δοξιάδης στοιχειοθετεί την ιδιαιτερότητα της ανάλυσης λόγου, ως διακριτής θεωρητικής και μεθοδολογικής προσέγγισης στο πλαίσιο των κοινωνικών επιστημών. Εκκινώντας από τη φουκωική επιστημολογία της κριτικής στην υπερβατικότητα του λόγου και του υποκειμένου, προτείνει μια θεωρητική θεμελίωση της κριτικής ανάλυσης λόγου, η οποία αναμετριέται με τον «φιλοσοφικό εκβιασμό» της διάζευξης ανάμεσα στην εννοιολόγηση του υποκειμένου ως συγκροτητικού, δηλαδή ως αυθύπαρκτης πηγής του λόγου και της πράξης, και στην εννοιολόγηση του υποκειμένου ως συγκροτούμενου, δηλαδή ως απόρροιας του λόγου.

Αυτή η κοινωνικο-φιλοσοφική θεώρηση του λόγου θεμελιώνεται σε μια επεξεργασία του υλισμού, που τοποθετείται όχι απλώς πέρα από την αφηρημένη διάνοια του νεωτερικού ιδεαλισμού, αλλά και πέρα από τον εμπειριστικό θετικισμό και τον οικονομικό αναγωγισμό. Ο υλισμός που ενδιαφέρει τον Δοξιάδη δεν επιβεβαιώνει καθησυχαστικά την υλικότητά του, αλλά συναρθρώνει το λόγο, τόσο με τα αναφερόμενά του όσο και με τις υλικές συνθήκες ύπαρξής του, αποδομώντας τη συμβατική αντίθεση ανάμεσα στο υλικό και το ιδεολογικό. Ο Δοξιάδης επεξεργάζεται την πρότασή του για μια κριτική ανάλυση λόγου που εμπεριέχει δυναμικά την υλικότητα, όχι όμως με την έννοια της οντολογικής βεβαιότητας αλλά με αυτήν των σχετικά απροσδιόριστων δυνατοτήτων κοινωνικής υλοποίησης.

Η θεώρηση αυτή ανοίγει ένα πεδίο δημιουργικού προβληματισμού γύρω από την αμοιβαία παραγωγή υλικότητας και λόγου. Όχι μόνον είναι αδύνατον να εξέλθουμε της γλώσσας προκειμένου να συλλάβουμε την υλικότητα, αλλά και κάθε απόπειρα αναφοράς σε μια κάποια υλικότητα επιτελείται μέσω διαδικασιών παραγωγής νοήματος, από τις οποίες αυτή η υλικότητα δεν μπορεί να αποδεσμευτεί πλήρως.1 Έτσι, υλικότητα και γλώσσα συναρθρώνονται, παρ' όλο που δεν ανάγονται πλήρως η μία στην άλλη: καμία δεν υπερβαίνει την άλλη και καμία δεν προηγείται της άλλης. Με αυτή την έννοια, η υλιστική θεώρηση του λόγου αναφέρεται σε μια διαδικασία που παράγει το όριο της υλικότητας εντός του λόγου.

Στο δίλημμα περί προτεραιότητας υλικότητας-εννοιακότητας, ο Δοξιάδης απαντά με μια οξυδερκή χειρονομία αποσταθεροποίησης της ιεραρχικής αξίωσης που το θεμελιώνει. Απαντά με δύο προτεραιότητες: την οντολογική προτεραιότητα της υλικής συνιστώσας και την ηθική προτεραιότητα της εννοιακής συνιστώσας. Μετατοπιζόμαστε, έτσι, πέρα από τη δυαδικότητα πνεύματος και σώματος, φύσης και πολιτικής, ζωής και λόγου, υλικότητας και ιδεολογίας, σε μια ζώνη όπου αυτοί οι δυϊσμοί αναθεωρούνται ως αληθειακά καθεστώτα της λογοκεντρικής μεταφυσικής.

Ο συγγραφέας θεμελιώνει τη δέσμευσή του στον κριτικό χαρακτήρα της ανάλυσης λόγου στην κριτική της υποστασιοποίησης, και, ειδικότερα, την κατάδειξη του πώς η υποστασιοποίηση συντελείται διαμέσου του ταξινομικού λόγου, του λόγου της τυπικής λογικής. Ο κριτικός χαρακτήρας της ανάλυσης λόγου έγκειται στην πολιτική κριτική των μορφών κυριαρχίας που εμπεδώνονται διαμέσου υποστασιοποιημένων εκφορών του απείρου. Έτσι, η υλιστική κριτική ανάλυση λόγου θεμελιώνεται στην αρχή της περατότητας: είναι μια θεώρηση του φθαρτού.

Ας θυμηθούμε ότι η Αρχαιολογία της γνώσης ανοίγει με την προβληματοποίηση των κατηγοριών «ιδέες», «συγγραφέας», «βιβλίο», «έργο», «παράδοση». Η τοποθέτηση αυτών των κατηγοριών σε εκκρεμότητα αποδεσμεύει την ιστορία της γνώσης από τους ολοποιητικούς όρους της υπερβατικά αυθύπαρκτης ανθρώπινης συνείδησης, του ορθού λόγου και του ελεύθερα βουλόμενου υποκειμένου. Ο Φουκώ κινητοποιεί στρατηγικά την έννοια του λόγου (discours) προκειμένου να αποφύγει την πρόσληψη της γνώσης με όρους «ιδεών» και «ορθού λόγου». Σ' αυτή τη γενεαλογία της κριτικής στην εξιδανικευμένη υποστασιοποίηση του έλλογου υποκειμένου, εγγράφεται το έργο του Δοξιάδη.

Δεν υπάρχει γνώση, μας λέει ο Φουκώ, που δεν προϋποθέτει και ταυτόχρονα συγκροτεί σχέσεις εξουσίας, ούτε σχέση εξουσίας, χωρίς τη συγκρότηση ενός πεδίου γνώσης. Κάθε σχηματισμός λόγου, ως όχημα κοινωνικής παραγωγής σχέσεων γνώσης/εξουσίας, οφείλει τη συστημική κανονικότητά του στην παραγωγή ετεροποιημένων και ετεροποιητικών θέσεων λόγου. Το αδιανόητο, το ανείπωτο και το ατέλεστο πειθαρχούνται πριν καν αρθρωθούν. Το αρχείο της Αρχαιολογίας της γνώσης είναι «ο νόμος εκείνου που μπορεί να ειπωθεί». Το όριό του «εγκαθιδρύεται από την τομή που μας χωρίζει από εκείνο που δεν μπορούμε πλέον να πούμε».2 Γι' αυτό ο Φουκώ αναφέρεται στην αρχαιολογία της σιωπής, μιας σιωπής του ανείπωτου και του άρρητου, η οποία παραμένει καταστατικά αναγκαία για την υλοποίηση του λόγου.

Το «αρχαιολογικό» εγχείρημα του Δοξιάδη τοποθετείται σ' αυτό ακριβώς το αρχείο: ένα αρχείο του οποίου η υλικότητα είναι φτιαγμένη από υλοποιήσεις και δυνητικοποιήσεις. Σ' ένα κείμενο για τα όρια, ο Ζακ Ντεριντά ξανα-γράφει την έννοια του κειμένου με όρους διαφορικής, μη ταυτόσημης με τον εαυτό της, υλικότητας: «ένα κείμενο που δεν είναι πλέον ένα τελειωμένο σώμα γραφής, κάποιο περιεχόμενο περικλεισμένο σε ένα βιβλίο ή τα περιθώριά του, αλλά ένα διαφορικό δίκτυο, ένα υφάδι από ίχνη που αναφέρονται ατελεύτητα σε κάτι άλλο από τον εαυτό τους, σε άλλα διαφορικά ίχνη».3

Ακολουθώντας τη φουκωική θεώρηση του αρχείου, αλλά και απηχώντας -ίσως παρά τη δεδηλωμένη πρόθεσή του- την υλικότητα του ντερινταϊκού κειμένου («ένα υφάδι από ίχνη που αναφέρονται ατελεύτητα σε κάτι άλλο από τον εαυτό τους»4), ο Δοξιάδης δείχνει ότι ανάλυση λόγου δεν σημαίνει κειμενική ανάλυση, ούτε φιλολογική ανάλυση, αλλά, πάνω απ' όλα, προβληματισμός για τα όρια του λόγου, ένας προβληματισμός που «υποδεικνύει τόσο την ασυνέχεια της υλικότητας όσο και την απροσδιοριστία της υποκειμενικότητας» (σ. 204).

Η διορατική θεωρητική επεξεργασία της σχέσης γλώσσας και υλικότητας, της σχέσης συγκροτητικού και συγκροτούμενου υποκειμένου, του ερωτήματος της κριτικής, και πάνω απ' όλα της σύνδεσης της κριτικής ανάλυσης λόγου με τη διερεύνηση των εκάστοτε ορίων μας, υποκειμενικών και πολιτικών, καθιστά το βιβλίο αυτό επιτακτικά σημαντικό.

 

Η Αθηνά Αθανασίου διδάσκει Κοινωνική ανθρωπολογία στο Πάντειο Πανεπιστήμιο

 

1. Βλ. και Judith Butler, Σώματα με σημασία: Οριοθετήσεις του «φύλου» στο λόγο, μτφρ. Πελαγία Μαρκέτου, επιμ.-εισαγωγή Αθηνά Αθανασίου. Αθήνα: Εκκρεμές, 2008.

2. Michel Foucault, Αρχαιολογία της γνώσης [1969], μτφρ. Κ. Παπαγιώργης. Αθήνα: Εξάντας, 1987, σ. 199-202.

3. Jacques Derrida, “Living on: Border lines”, στο Deconstruction and Criticism. Λονδίνο: Routledge & Kegan Paul, 1979, σ. 83.

4. Βλ. και Αριστείδης Μπαλτάς, «Το πέπλο της Πηνελόπης: Ο Ντεριντά ως φυσικός», στο Φιλοξενώντας τον Ζακ Ντεριντά...: Στο περιθώριο επιστήμης και πολιτικής. Αθήνα: Εκκρεμές, 1999, σ. 87-101.

Συντάκτης : Καταχωρητής 2