Μια Αριστερά που δεν ερμηνεύει τον πολιτισμό είναι ανάξια του ιστορικού της ρόλου 22/03/2009

Της Ελενας Πατρικιου

 

Η πρόσκληση για τη σημερινή εκδήλωση θέτει ήδη τρία ερωτήματα.

"Ignoti nulla copido", είναι το λατινικό ρητό που διαβάζει κανείς στο μαίηλ της πρόσκλησης, μεταφρασμένο σε "ό,τι δεν ξέρεις, δεν το λαχταράς". Πρέπει άραγε να συμπεράνουμε ότι η Αριστερά δεν ξέρει τον πολιτισμό, συνεπώς δεν τον ποθεί, άρα γι' αυτό δεν έχει πολιτική για τον πολιτισμό, ή ότι ο πολιτισμός δεν γνωρίζει πια την Αριστερά, άρα δεν λαχταράει γι' αυτήν. Σε κάποιες όχι τόσο παλιές εποχές, θα σήμαινε πως ο λαός αγνοεί τον πολιτισμό, γι' αυτό δεν τον επιθυμεί, υπονοώντας πως η Αριστερά αναλαμβάνει το μέγα χρέος να του τον γνωρίσει και να τον κάνει να τον επιθυμεί. Εντούτοις, δικαιούμαι να υποθέσω πως όσοι είμαστε εδώ κάτι ξέρουμε από Αριστερά και ίσως κάτι από πολιτισμό, επομένως μάλλον τα λαχταρούμε αμφότερα, είτε σε κατάσταση νηφαλίου μέθης είτε με το χτυποκάρδι του τρελού έρωτα.

Δεύτερο ερώτημα: Συζητά η Αριστερά για τον πολιτισμό; Προσωπικά ήμουνα νια και γέρασα παρακολουθώντας ημερίδες περί Αριστεράς και πολιτισμού… Το πρόβλημα, επομένως, δεν είναι αν η Αριστερά, και μάλιστα η δική μας, η κατεξοχήν και εξ ορισμού πεπολιτισμένη Αριστερά, συζητά για τον πολιτισμό, αλλά γιατί συζητά και ξανασυζητά για τον πολιτισμό και αν λαμβάνει ποτέ υπόψιν της το τι λέγεται σ' αυτές τις συζητήσεις. Και, κυρίως, πώς συζητά η Αριστερά για τον πολιτισμό. Εξ όσων θυμάμαι, κάθε φορά που η Αριστερά θέτει το θέμα της σχέσης της με τον πολιτισμό επί τάπητος, ακολουθεί πάντα ένα σταθερό μοτίβο στη διοργάνωσή τους: δηλαδή καλούνται οι άνθρωποι του πολιτισμού να πουν ό,τι έχουν να πουν, αλλά η ηγεσία της Αριστεράς λάμπει διά της απουσίας της και διά της σιωπής της.

Προφανώς εδώ τίθεται ένα ζήτημα νομενκλατούρας. Η Αριστερά έχει τεθεί ως όνομα ψιλόν στον τίτλο αυτής της ημερίδας ή ως ένσαρκη πραγματικότητα; Βρίσκω εξαιρετικά άδικο για τους ανθρώπους που ιδεολογικά, πολιτικά, εκλογικά, καθημερινά, αυτοπροσδιορίζονται ως αριστεροί, να τους χρεώσουμε ακόμα μία φορά με τις σιωπές και τις παρασιωπήσεις των στελεχών και της ηγεσίας, των συγκεκριμένων ανθρώπων δηλαδή που διαμορφώνουν σε επίπεδο κομματικών επιλογών τις θέσεις της Αριστεράς. Άρα, να διευκρινίσω πως σ' αυτήν τη συζήτηση ως "Αριστερά" εννοώ την αριστερή ηγεσία, και όχι το συνολικό σώμα των αριστερών.

Τρίτο ερώτημα: Γιατί δεν υπάρχει σήμερα αριστερή πολιτική για τον πολιτισμό; Το ερώτημα παραδέχεται σιωπηρώς πως η Αριστερά οφείλει να έχει αριστερή πολιτική για τον πολιτισμό. Το παραδέχεται ως αυτονόητο, αυταπόδεικτο, αναγκαίο και απαραίτητο και ως τέτοιο το δεχόμαστε όλοι. Γιατί όλοι, μετέχοντες θέλοντας και μη της ιστορίας της Αριστεράς, θεωρούμε αυτονόητο, αυταπόδεικτο, αναγκαίο και απαραίτητο πως το πρόβλημα της σχέσης πολιτισμού και πολιτικής δεν τίθεται, από όλο το φάσμα του πολιτικού χώρου, παρά μόνον για την Αριστερά. Αλλά γιατί η Αριστερά χρεώθηκε τον πολιτισμό; Διότι, εξαιτίας του μαρξισμού, η Αριστερά κληρονόμησε μια ολιστική θεώρηση του κόσμου, μέσα στην οποία το πρόβλημα του εποικοδομήματος κατείχε κεντρική θέση, άρα αφενός ανέλαβε την υποχρέωση να ερμηνεύσει τον πολιτισμό και τη σχέση των προϊόντων του πολιτισμού με τις κοινωνικές και οικονομικές παραγωγικές σχέσεις, και αφετέρου συγκρότησε για τον εαυτό της την ιδιαίτερη αποστολή να αλλάξει επαναστατικά τόσο τον πολιτισμό όσο και την σχέση του με το υπό απελευθέρωσιν προλεταριάτο.

Επομένως, μια Αριστερά που δεν κατανοεί, δεν ερμηνεύει και δεν θέλει να αλλάξει επαναστατικά τον πολιτισμό, είναι μια Αριστερά σε έκπτωση, μια Αριστερά ανάξια του ιστορικού ρόλου της. Όντως. Και για να είμαι ξεκάθαρη, θα ήθελα να δηλώσω, εν γνώσει των συνεπειών της ιστορίας, ότι προτιμώ μια Αριστερά έστω ζντανοφικής αυτοπεποίθησης ως προς την ικανότητά της να κατανοεί τον πολιτισμό, από μια Αριστερά ουραγό της μεταμοντερνιστικής σούπας, όπου, τη απουσία αριστερής αλήθειας, ό,τι είναι της μόδας είναι και αριστερό. Αλλά τα πράγματα είναι πιο περίπλοκα.

 

Η εσωκομματική δίκη κατά της "Επιθεώρησης Τέχνης", το 1959

Πρόσφατα κυκλοφόρησε ένα βιβλίο της Αλεξάνδρας Ιωαννίδου (δυστυχώς λυπηρά ανεπαρκές), για την εσωκομματική δίκη που έστησε ο κομματικός μηχανισμός της ΕΔΑ την άνοιξη του 1959 κατά της συντακτικής επιτροπής της Επιθεώρησης Τέχνης. Το ενδιαφέρον του βιβλίου έγκειται αποκλειστικά στο γεγονός ότι δημοσιεύει επιτέλους την απάντηση του Κώστα Κουλουφάκου προς την κατηγορούσα ηγεσία, ένα κείμενο που αν είχε δημοσιοποιηθεί όταν έπρεπε ίσως τώρα οι συζητήσεις περί Αριστεράς και πολιτισμού να εκκινούσαν από άλλο σημείο. Αυτό που κρατώ για τώρα, είναι μία φράση του Λεωνίδα Κύρκου, εκ των ιεροεξεταστών της δίκης, ο οποίος φέρεται ειπών σε συνομιλία του με την συγγραφέα του βιβλίου: "Και ο Κώστας και η ομάδα της Επιθεώρησης Τέχνης είχαν δίκιο. Εγώ είχα λάθος. Στην κατοπινή μου πορεία προσπάθησα να το διορθώσω". Τόσο απλά ξεμπερδεύει ο ιστορικός ηγέτης της ανανεωτικής Αριστεράς με το άκρως τραυματικό επεισόδιο, που είχε ως κατάληξη να παραγκωνιστεί η ιδρυτική συντακτική ομάδα της Ε.Τ., να τοποθετηθεί σ' αυτήν ο Δεσποτίδης ως κομματικός εγκάθετος, και η Ε.Τ., από μοναδικός χώρος αριστερής κριτικής σκέψης, να ξεπέσει στο επίπεδο του καλού αριστερού περιοδικού. Η φράση αυτή, εκτός από ευτελισμός κάθε έννοιας αυτοκριτικής, είναι κυρίως ένας "κομψός" τρόπος να κλείσει όχι απλώς το συγκεκριμένο ζήτημα κομματικής λογοκρισίας, αλλά οποιαδήποτε συζήτηση πάνω στο θέμα τού γιατί τα ηγετικά στελέχη της Αριστεράς θεωρούσαν ότι δικαιούνταν να έχουν, ως εκ της θέσεώς τους μέσα στον κομματικό μηχανισμό, τις ορθές αριστερές ερμηνείες για οποιοδήποτε πνευματικό ή καλλιτεχνικό προϊόν. Ο Κύρκος αποποιείται των ευθυνών του ονομάζοντας την ενοχή του "λάθος". Αλλά δεν υπάρχει λάθος, γιατί το θέμα δεν είναι ποια ερμηνεία στέκει καλύτερα για ένα διήγημα, αλλά ποια ανεκδιήγητη μανιχαϊστική πρόσληψη του μαρξισμού έδωσε επί δεκαετίες στα κομματικά στελέχη της παγκόσμιας Αριστεράς την πεποίθηση ότι το θείο χρίσμα της κομματικής ιδιότητας τους τούς επιτρέπει να αποφθέγγονται την αλήθεια περί παντός του επιστητού.

Και επειδή υπαινίχθηκα ήδη διακριτικά πως έχω ουκ ολίγες ευθύνες να καταλογίσω στην Αριστερά, τόσο για την ιστορική όσο και για την σημερινή της πολιτική (ή την απουσία πολιτικής, που είναι επίσης μια στάση και νιώθεται), σπεύδω να διευκρινίσω πως αντίστοιχες ευθύνες έχουν και οι ανθρώπινοι φορείς του πολιτισμού, και δη οι αριστεροί ή πρώην αριστεροί τοιούτοι, για τις ολιγωρίες τους.

"Επιτρέψτε μου, από μέρους όλων των αντιπροσώπων του 3ου συνεδρίου Σοβιετικών Συγγραφέων και όλων των Σοβιετικών συγγραφέων, να ευχαριστήσω θερμά το Κομμουνιστικό Κόμμα, την λενινιστική Κεντρική Επιτροπή και τον Πρώτο Γραμματέα Νικήτα Χρουστσόφ για την μεγάλη ιδεολογική βοήθεια που έδωσαν σε όλους τους διανοουμένους, και ιδιαίτερα σε μας τους λογοτέχνες στον αγώνα εναντίον του ρεβιζιονισμού" (Σούρκοφ, πρώτος γραμματέας της Ένωσης Σοβιετικών Συγγραφέων Σούρκωφ, σε λόγο του στο Γ΄ Συνέδριο της Ένωσης, το 1956)

Οι ευχαριστίες αυτές θα μπορούσαν να είναι απλώς ένα θλιβερά αστείο δείγμα εδαφιαίων υποκλίσεων ενός σοβιετικού συγγραφέα προς την κομματική ηγεσία μιας θλιβερής ιστορικής περιόδου, αν δεν αποτελούσαν ένα χαρακτηριστικά χαμερπές δείγμα της στάσης κάποιων εκπροσώπων του πολιτισμού προς την εξουσία από καταβολής κόσμου, και κυρίως από καταβολής διαχωρισμού του κόσμου σε πρίγκιπες και σε λογίους, δηλαδή ανθρώπους που πρέπει να πουλήσουν αέρα για να επιβιώσουν εξαρτημένοι από το γούστο του Ηγεμόνα ή του Κράτους.

Αν υπάρχουν σοβαροί λόγοι για να επιρρίπτουμε στην Αριστερά, δογματική ή ανανεωτική, την παταγώδη αποτυχία της στη διαμόρφωση αριστερών πολιτικών για τον πολιτισμό, υπάρχουν εξίσου βάσιμοι λόγοι για να δούμε με συγκρατημένα --τουλάχιστον-- επικριτική διάθεση τους ανθρώπους του πολιτισμού για την εξαιρετικά χαλαρή σχέση τους με την Αριστερά από τη στιγμή που η Αριστερά στην Ευρώπη έπαψε να λειτουργεί ως χορηγός. Αν η Αριστερά ως κομματικός σχηματισμός απογοήτευσε, αν η Αριστερά μεταχειρίστηκε τους διανοούμενους και τους καλλιτέχνες όπως ο Πρίγκιπας τον Βάρδο και το Κράτος τον Λόγιο, αυτό δεν αποτελεί δικαιολογία για τη στάση όσων, εγκαταλείποντας το αριστερό ναυάγιο, έσπευσαν να ξαναγυρίσουν στις αγκάλες των συνηθισμένων χορηγών. Μου είναι πολύ πιο κατανοητό τι ήταν αυτό που έκανε κάποτε τους αριστερούς διανοούμενους και καλλιτέχνες να υποκύπτουν στην εσωτερική αυτολογοκρισία χάριν του κόμματος και του κινήματος. Αλλά τι είναι αυτό που κάνει σήμερα τους αριστερούς ανθρώπους του πολιτισμού, πέρα από τις πληκτικές αδυναμίες της Αριστεράς, να απαιτούν από το αστικό κράτος να παίξει τον ρόλο του μαικήνα και από τους εν δυνάμει μαικήνες να παίξουν τον ρόλο του ψυχορραγούντος σοσιαλδημοκρατικού κράτους προνοίας, προκειμένου να εξασφαλίσουν αυτό που είναι σήμερα περισσότερο επισφαλές από ποτέ, δηλαδή τον άρτον τον επιούσιον;

 

Τρεις στιγμές

Υπήρξαν κάποιες στιγμές στην ιστορία του αριστερού κινήματος, ίσως μόνον τρεις, που και η Αριστερά διέθετε αριστερή πολιτική για τον πολιτισμό και οι αριστεροί διανοούμενοι και καλλιτέχνες διέθεταν αισθητική επαναστατική κριτική στάση: η πρώτη περίοδος της Οκτωβριανής Επανάστασης, με τον Λουνατσάρκσι κομισάριο της Παιδείας· η μεσοπολεμική περίοδος του Λαϊκού Μετώπου στην Γαλλία, που έθεσε το πρότυπο για κάθε μεταγενέστερη απόπειρα εκλαϊκευσης του πολιτισμού· και πάλι στην Γαλλία, η δεκαετία '59-'69 της υπουργίας του Μαλρώ στο Υπουργείο Πολιτισμού επί Ντε Γκωλ. Αυτή η τρίτη περίπτωση, όπου φορέας της αριστερής πολιτιστικής πολιτικής ήταν ένας πρώην αριστερός συγγραφέας στην κυβέρνηση ενός δεξιού πολιτικού Ηγεμόνα, εικονογραφεί γλαφυρά την ύπαρξη δύο δυνατοτήτων, δύο γραμμών για μία αριστερή πολιτιστική πολιτική. Ας χρησιμοποιήσουμε ένα παράδειγμα από τον κινηματογράφο. Ήδη πριν από τον πόλεμο, ο Ανρί Λανγκλουά (Henri Langlois) είχε ξεκινήσει το έργο της συλλογής των γαλλικών, και όχι μόνον, κινηματογραφικών αρχείων. Αφού συνέλεξε ένα εντυπωσιακό υλικό, σώζοντας από την εξαφάνιση το σώμα της ευρωπαϊκής παραγωγής των πρώτων δεκαετιών του κινηματογράφου, και αφού γέμισε μπομπίνες ακόμα και την μπανιέρα του, άρχισε να προβάλλει αυτό το υλικό. Μεταπολεμικά, σ' αυτή την πρώτη άτυπη περίοδο της Cinémathèque διαμορφώθηκαν αισθητικά οι μελλοντικοί συντάκτες των Cahiers du Cinéma. Το 1959, έχοντας μόλις αναλάβει το νεοϊδρυθέν Υπουργείο Πολιτισμού, ο Μαλρώ εγκατέστησε τη Cinémathèque στο Palais de Challiot και το αρχείο του Λανγκλουά τέθηκε υπό κρατική προστασία, με ό,τι αυτό σήμαινε πρακτικά, οικονομικά και θεσμικά. Αλλά, στην κρατική πλέον Cinémathèque, οι άνθρωποι του κινηματογράφου συνέχισαν να λειτουργούν σαν να βρίσκονταν στο μπάνιο του Λανγκλουά. Η μέθοδος αρχειοθέτησης ήταν εντελώς αντικαρτεσιανή, η μέθοδος χρησιμοποίησης του δημοσίου χρήματος εντελώς εξωφρενική και η μέθοδος συντήρησης εντελώς επικίνδυνη. "Λογικά", ακολουθώντας την παραδοσιακή αριστερή πολιτική για τον πολιτισμό και επιλέγοντας να κάνει την Cinémathèque μια εθνική βιβλιοθήκη του κινηματογράφου, ο Μαλρώ αποφάσισε, δυστυχώς γι' αυτόν το 1967, δηλαδή λίγους μήνες πριν την εξέγερση του Μάη, πως ο Λανγκλουά ήταν επικίνδυνος για την Cinémathèque και τον απέλυσε με συνοπτικές διαδικασίες. Αυτό που ακολούθησε, προάγγελος της μαγιάτικης εξέγερσης, ήταν η σύγκρουση δύο αριστερών πολιτικών για τον πολιτισμό. Στην παραδοσιακή αριστερή πολιτική του Μαλρώ, την οποία ενστερνίζονταν το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα και την οποία συνέχισε ο Ζ. Λανγκ επί προεδρίας Μιτεράν, απάντησαν βίαια οι άνθρωποι του κινηματογράφου, εμφορούμενοι από μια νέα αντίληψη για το τι μπορεί να είναι η αριστερή πολιτική, όχι της διαχείρισης και της εκλαΐκευσης, αλλά της συμμετοχής και του αυτοπροσδιορισμού, διεκδικώντας, μέσω της επιστροφής του Λανγκλουά, την αυτοδιαχείριση της τέχνης και του χώρου τους, απορρίπτοντας ακόμα και το δέλεαρ των δυόμισι εκατομμυρίων φράγκων που αποτελούσαν την κρατική επιχορήγηση της Cinémathèque για το 1968.

 

Δυο αριστερές --αλληλοσυγκρουόμενες-- πολιτικές για τον πολιτισμό

Απαραίτητη προϋπόθεση για την ύπαρξη των δύο αυτών αριστερών --και αλληλοσυγκρουόμενων-- πολιτικών είναι η επεξεργασία μιας κριτικής σκέψης απέναντι τόσο στην κοινωνία και όσο τον πολιτισμό. Επομένως, για να έχουμε μια αριστερή πολιτιστική πολιτική, θα πρέπει η μεν Αριστερά να ανεχτεί το γεγονός πως η κριτική σκέψη δεν είναι αποκλειστικά δικό της προνόμιο και πως είναι υποχρεωμένη να συνδιαλέγεται μαζί της, οι δε άνθρωποι του πολιτισμού να αναλάβουν ξανά τις υποχρεώσεις τους απέναντι στον ίδιο τους τον εαυτό.

Αν η Αριστερά έχει απεμπολήσει τη μακροπρόθεσμη πρόθεσή της να αλλάξει τον κόσμο, αναγκαστικά αυτοπεριορίζεται στη διεκδίκηση του μεσοπρόθεσμου, δηλαδή, μιλώντας για πολιτισμό, στην υπεράσπιση συνδικαλιστικών αιτημάτων ομάδων των οποίων η εργασία και τα ένσημα του ΙΚΑ έχουν μια κατ' επίφασιν σχέση με την τέχνη. Πέρσι, η πέριξ του Συνασπισμού Αριστερά οργάνωσε διαδήλωση προς το Υπουργείο Πολιτισμού, προκείμενου να διεκδικήσει την άμεση καταβολή των επιχορηγήσεων στα θέατρα. Η διαδήλωση είχε όλα τα χαρακτηριστικά της κοσμικής κηδείας, αλλά μεγαλύτερη κατήφεια. Ούτε η Αριστερά ούτε οι διαδηλώνοντες καλλιτέχνες είχαν να πουν για τις κρατικές επιχορηγήσεις τίποτα περισσότερο από το αυτονόητο του να δίνονται τα λεφτά στην ώρα τους. Έχει όμως άποψη η Αριστερά για το τι σημαίνει κρατική παρέμβαση στον πολιτισμό, θέλει αυτή την παρέμβαση, γιατί τη θέλει, κι αν δεν την θέλει, με τι φαντάζεται ότι θα μπορούσε να αντικατασταθεί; Πριν από ενάμιση χρόνο, οι πολιτιστικές σελίδες της Αυγής έκαναν μια πανηγυρική παρουσίαση του Εθνικού Κέντρου Θεάτρου και Χορού, όπου παρήλασσαν έκπαγλα ονόματα του θεατρικού στερεώματος, πανευτυχή που το ΕΚΕΘΕΧ, μεταφυσικώς πως, θα έλυνε τον γόρδιο δεσμό της χρηματοδότησης του θεάτρου. Γοητευμένο από την αίγλη αυτών των ονομάτων, το αφιέρωμα αρνήθηκε σθεναρώς να αναρωτηθεί κατά πόσον είναι στοιχειωδώς αριστερή άποψη για τον πολιτισμό η ύπαρξη ενός νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με αποστολή να μοιράζει κρατικά χρήματα, προκειμένου να βγάλει τον μπελά από πάνω της η πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Πολιτισμού. Είναι η απεμπόληση των πολιτικών ευθυνών αριστερή άποψη για τον πολιτισμό; Είναι καν αριστερή άποψη για την πολιτική;

Υποθέτω πως η παρουσία μου στη σημερινή εκδήλωση δεν είναι άσχετη με το γεγονός ότι ανέβασα προσφάτως το Κομμουνιστικό Μανιφέστο στο θέατρο. Αλλά αρκεί να ανεβάσεις ένα αριστερό κείμενο για να κάνεις αριστερό θέατρο; Ο κομμουνιστής Αντουάν Βιτέζ κατάφερε να σκηνοθετήσει την ανιαρότερη παράσταση του Γαλιλαίου, που θα μείνει στην ιστορία ως δείγμα του τι είναι το αστικό θέατρο που συχαινόταν ο Μπρεχτ. Ο μη κομμουνιστής Κάρολος Κουν έκανε εξαίσιες, άρα αισθητικά αριστερότατες, μπρεχτικές παραστάσεις, στην σκηνή του Υπογείου. Ας το θυμάται αυτό η ηγεσία της Αριστεράς όταν επιλέγει συνομιλητές (και υποψήφιους βουλευτές) ανάμεσα στους ανθρώπους του θεάματος και των μέσων μαζικής ενημέρωσης.

 

Η Έλενα Πατρικίου είναι ιστορικός.

Το άρθρο αποτελεί συντομευμένη μορφή της εισήγησης της στο διήμερο "Αναζητώντας μια σύγχρονη αριστερή πολιτική για τον πολιτισμό", που οργάνωσαν το Ινστιτούτο "Ν. Πουλαντζάς" και το Τμήμα Πολιτισμού του Συνασπισμού, στην Αθήνα, 11.-12.2009.

 

Λεζάντες: Η σφήνα του Κόκκινου Στρατού διεισδύει στο σώμα των Λευκών. Σοβιετική αφίσα, έργο του Λισίτσκι, τέλη της δεκαετίας του 1910

"Βοηθήστε την Ισπανία". Αφίσα του 1937, έργο του Χουάν Μιρό

Στα χρόνια του "Λαϊκού Μετώπου": Από τα γυρίσματα της ταινίας "Η ζωή είναι δική μας" που γύρισε ο Ζαν Ρενουάρ, με πρωτοβουλία και χρηματοδότηση του ΚΚΓ. Διακρίνονται, ανάμεσα σε άλλους, ο Μωρίς Τορέζ και ο Ζακ  Ντυκλό. Φωτογραφία του Ανρί Καρτιέ-Μπρεσόν, 1936

 

 

Συντάκτης : Καταχωρητής 1