|
Της Αγγέλικας Ψαρρά
Στο σημείωμα που ακολουθεί δεν σκοπεύω να αμφισβητήσω τα αυτονόητα: η αποτρόπαιη επίθεση κατά της Κωνσταντίνας Κούνεβα λειτούργησε καταλυτικά, δίνοντας ώθηση σε ένα ποικίλο όσο και δυναμικό κίνημα συμπαράστασης, ικανό, όπως αποδείχθηκε, να προκαλέσει σοβαρές ρωγμές στο φράγμα της σιωπής που όρθωσαν τα τηλεοπτικά μέσα προκειμένου να πνίξουν την ενοχλητική είδηση. Στον απόηχο των γεγονότων του Δεκέμβρη, οι πρωτοβουλίες αλληλεγγύης στην Κωνσταντίνα Κούνεβα πέτυχαν ήδη να κάνουν ορατά προβλήματα που παρέμεναν για χρόνια σΆ ένα βολικό ημίφως και κατέδειξαν, συχνά χωρίς περιστροφές, όχι μόνον κάποιες απαράδεκτες εργοδοτικές πρακτικές, αλλά και τις ανυπολόγιστες ευθύνες κυβερνητικών παραγόντων, δημόσιων υπηρεσιών και συνδικαλιστικών ηγεσιών. Στο κλίμα αυτό, έγινε επιτέλους δυνατό να ακουστεί με ευκρίνεια και η φωνή των γυναικών της Παναττικής Ένωσης Καθαριστριών και Οικιακού Προσωπικού -επομένως και της ίδιας της Κωνσταντίνας Κούνεβα.
Καθώς ωστόσο οι μέρες περνούν, η συζήτηση μοιάζει να εξαντλείται στην προσπάθεια εντοπισμού και καταγγελίας των συνθηκών που αντιμετωπίζουν οι εργαζόμενοι και οι εργαζόμενες στις λεγόμενες επισφαλείς εκδοχές μισθωτής εργασίας: στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος βρίσκονται τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των συγκεκριμένων μορφών εργασίας και η σταδιακή διάχυσή τους σε όλο και ευρύτερα εργασιακά περιβάλλοντα, οι νομοθετικές ρυθμίσεις και οι κυβερνητικές επιλογές που τις εξέθρεψαν, η υποκριτική ανικανότητα των ελεγκτικών μηχανισμών που διευκολύνει την ανεμπόδιστη αναπαραγωγή τους, η αδιαφορία για τις εκβιαστικές ή/και τρομοκρατικές εργοδοτικές πρακτικές που καθιστούν πρακτικά αδύνατη τη συνδικαλιστική οργάνωση των εργαζομένων.
Δεν είναι λίγο, αλλά φοβάμαι πως δεν αρκεί. Όπως δεν αρκεί, πιστεύω, και η μονότονη απαρίθμηση των επιμέρους στοιχείων της ταυτότητας της Κωνσταντίνας Κούνεβα προκειμένου να αντιληφθούμε τι ακριβώς συνέβη τη δεκεμβριάτικη εκείνη νύχτα στα Πετράλωνα. Είναι βέβαιο πως οι μηχανισμοί που συντηρούν την ακραία εκμετάλλευση των εργαζομένων προβλέπουν, σε ειδικές περιπτώσεις, την παραδειγματική πειθάρχηση όσων αντιστέκονται. Μήπως, όμως, έχει νόημα να αναρωτηθούμε για τον τύπο της «τιμωρίας» που επιλέχθηκε για την «ανυπάκουη» Κούνεβα; Και μήπως έχει επίσης νόημα να επιχειρήσουμε να συσχετίσουμε την εγκληματική ενέργεια σε βάρος της με το είδος της δουλειάς της, με το γεγονός δηλαδή ότι πρόκειται για απασχόληση που παραπέμπει ευθέως στις άτυπες αλλά εξαιρετικά διαδεδομένες μορφές οικιακής εκμετάλλευσης της γυναικείας, μεταναστευτικής κατά κύριο λόγο, εργασίας;
Καθιστώντας το φύλο της Κούνεβα και των συναδελφισσών της δυσδιάκριτο, το γλωσσάρι με το οποίο προσεγγίζονται συνήθως τα ζητήματα της (επισφαλούς) μισθωτής εργασίας δεν είναι σε θέση να φωτίσει καίριες πλευρές του ζητήματος. Παραμένει έτσι ουσιαστικά αδιερεύνητη και η επίθεση εναντίον της: πώς μπορεί να ερμηνευτεί μια απόπειρα δολοφονίας με βιτριόλι στην Ελλάδα του 2009; Είτε γυρέψουμε την απάντηση στην ιστορικότητα της ενέργειας, στην εγχώρια δηλαδή ή τη βαλκανική ιστορία της, είτε αναζητήσουμε στη συγχρονία τις σημασίες που η πράξη αυτή ενδύεται σε μακρινά πολιτισμικά περιβάλλοντα, εύκολα θα διαπιστώσουμε ότι πρόκειται για μια κίνηση με έκδηλο τον έμφυλο χαρακτήρα. Θα αποτολμούσα την υπόθεση ότι, στην περίπτωση της Κωνσταντίνας Κούνεβα, εκείνοι που διέταξαν και αυτοί που εκτέλεσαν την απόπειρα εναντίον της υιοθέτησαν, διόλου τυχαία, μια μέθοδο αντλημένη από κώδικες βίαιης συμμόρφωσης του γυναικείου σώματος που συναντούμε σε διαφορετικά κοινωνικά συμφραζόμενα. Με την έννοια αυτή, οι αρχαϊκές συνδηλώσεις της αδιανόητης πρακτικής ενδέχεται να προοιωνίζονται κάποιες νέες, μετανεωτερικές εκφάνσεις της.
Ένα ακόμη ζήτημα που θεωρώ απαραίτητο να συζητηθεί είναι, όπως ήδη υπαινίχθηκα, η συσχέτιση της περιπέτειας της Κωνσταντίνας Κούνεβα με τη γενικευμένη εκμετάλλευση της γυναικείας μεταναστευτικής εργασίας στα σπίτια. Γιατί, αν θελήσουμε να προσεγγίσουμε τους έμφυλους μηχανισμούς που προσδίδουν γένος θηλυκό στην επισφάλεια, οφείλουμε να αναρωτηθούμε και για πραγματικότητες που συνδέονται άμεσα με την οικογενειακή καθημερινότητα ευρύτατων στρωμάτων της ελληνικής κοινωνίας. Πραγματικότητες που συνεχίζουν να παραμένουν αόρατες, βολικά κρυμμένες στη σφαίρα του ιδιωτικού, εκεί που δεν έχουν πέραση οι δημόσιοι λόγοι.
Το δρόμο μάς υποδεικνύει το ίδιο το σωματείο της Κωνσταντίνας Κούνεβα που φρόντισε να περιλάβει το «οικιακό προσωπικό» στον τίτλο του. Αλλά και η συνάδελφός της, που δήλωνε σε τηλεοπτική εκπομπή ότι «τελικά, ναι, είναι πολύ σπουδαίο πράγμα να καθαρίζεις τον κόσμο». Σπουδαία δουλειά, θαυμαστές γυναίκες. Γυναίκες με σάρκα και οστά, που δεν έχουν θέση σε κανένα αριστερό ή φεμινιστικό μαρτυρολόγιο. Σκέφτομαι πως το ελάχιστο που τους οφείλουμε είναι να τις διευκολύνουμε να παραμείνουν ορατές. Μόνον έτσι θα φανεί αν και κατά πόσον η Κωνσταντίνα δεν είναι πραγματικά μόνη.
|