|
Του
Αριστειδη Μπαλτα
1.
Μια σπίθα μπορεί πάντοτε να βάλει φωτιά
στην πεδιάδα. Μπορεί. Δηλαδή δεν
βάζει πάντα. Πράγμα που σημαίνει πως
όσοι ανάγουν την πολιτική δράση σε
τρίψιμο της τσακμακόπετρας σπαταλούν
άσκοπα τις δυνάμεις τους. Μπορεί πάντοτε.
Δηλαδή η σπίθα που θα βάλει τη φωτιά
κάποτε έρχεται έτσι ή αλλιώς. Πράγμα
που σημαίνει πως εκείνοι που εκσυγχρονίζουν
αενάως τα μέσα πυρόσβεσης, προκειμένου
να προλάβουν τον κίνδυνο, σίγουρα
ματαιοπονούν. Η σπίθα που βάζει τη φωτιά
διαφεύγει από κάθε προληπτικό έλεγχο
γιατί διαθέτει εγγενώς, ούτως ειπείν,
την ιδιότητα να πέφτει σε στιγμή ριζικά
μη προβλέψιμη και σε τόπο ριζικά μη
αναμενόμενο. Η καίρια σπίθα αποτελεί
συμβάν απολύτως αστάθμητο. Είναι σα να
μην έρχεται από πουθενά. Δηλαδή να
έρχεται από το μέλλον.
2.
Εν προκειμένω, η σπίθα έχει όνομα: τον
φόνο του δεκαπεντάχρονου Αλέξανδρου
Γρηγορόπουλου από ειδικό φρουρό.
Αλλά πριν χαρακτηρίσουμε με την
απαιτούμενη ακριβή λέξη το είδος της
φωτιάς που άναψε, πριν ακόμη αναζητήσουμε
τα συναφή αίτια, δηλαδή το πώς και το
γιατί το χορτάρι ήταν τόσο εύφλεκτο,
οφείλουμε να δούμε την ίδια την πεδιάδα.
Η φωτιά αποκάλυψε τη μορφολογία της και
φώτισε πολλά.
3.
Πρώτα απ' όλα, η πεδιάδα αποδείχθηκε
εντυπωσιακά συνεχής, τόσο γεωγραφικά
όσο και κοινωνικά. Στην Αθήνα, στη
Θεσσαλονίκη και στις γειτονιές
τους, στις πόλεις και στις κωμοπόλεις,
σχεδόν παντού όπου υπάρχει Γυμνάσιο ή
Λύκειο, οι μαθητές ξεσηκώθηκαν με τον
ίδιο τρόπο, ανεξάρτητα από το αν
προέρχονταν από οικογένειες πλούσιες
ή φτωχές, αν προετοιμάζονταν για ένα
"λαμπρό" μέλλον ή για καθόλου
μέλλον, αν τα σχολεία τους ήταν δημόσια
ή ιδιωτικά και οι γονείς τους γηγενείς
ή μετανάστες. Μαθητές και μαθήτριες,
λίγο πολύ παντού στην Ελλάδα, έπραξαν
περίπου τα ίδια και είπαν με τις πράξεις
τους περίπου τα ίδια. Αποδείχθηκε έτσι
κάτι σημαντικό: η νεολαία όντως αποτελεί
σχετικά αυτόνομη κοινωνική κατηγορία,
όπου οι ποικίλες διακρίσεις μπορεί να
ατονούν μέχρις εξαφανίσεως. Τουλάχιστον
σε συνθήκες πυρκαγιάς.
4.
Η εν λόγω συνέχεια είχε και μια άλλη
σημαντική διάσταση. Διαπιστώσαμε όλοι
πως η κίνηση του σώματος που πετούσε το
νεράντζι ή την πέτρα σε παρατεταγμένους
αστυνομικούς σχηματισμούς ή πολιορκούσε
με τον τρόπο της αστυνομικά τμήματα
ήταν ίδια με την κίνηση του σώματος που
πετούσε αντίστοιχα τη μολότοφ. Ήταν
κίνηση στο πλαίσιο μιας ιδιότυπης μάχης,
μάχης που σηματοδοτούσε μια ενιαίου
τύπου έκφραση, μια ενιαίου τύπου ρήξη
με τον θεσμό, μια ενιαίου τύπου σωματική
διακινδύνευση. Προφανώς, συνιστούσε
κίνηση οργής, δηλαδή κίνηση βίας, όπου
νεράντζια, πέτρες και μολότοφ --άλλη μια
μορφή συνέχειας-- λειτουργούσαν ως
πυρομαχικά κατά τρόπο σχεδόν απαράλλακτο.
Μολονότι όλοι τις είδαν με τα μάτια
τους, αυτές οι μορφές συνέχειας δεν
ομολογήθηκαν δημόσια. Ο λόγος είναι
μάλλον προφανής: η ταύτιση των μέχρι
χθες φιλήσυχων γυμνασιοπαίδων με
έμπειρους "μαχητές των δρόμων"
είναι για πολλούς ιδεολογικά αφόρητη.
Τόσο αφόρητη ώστε να μην αναγνωρίζουν
αυτό που βλέπουν, τόσο αφόρητη ώστε να
τους ωθεί να αρνούνται ότι βρισκόμαστε
εν μέσω ενός μείζονος κοινωνικού
φαινομένου, να αρνούνται ότι έχουμε καν
να κάνουμε με κοινωνικό φαινόμενο. Οι
δημόσιες εκφράσεις αυτής της τύφλωσης
αποκαλύπτουν πολλά για την ποιότητα
του κυρίαρχου λόγου στον τόπο μας.
5.
Το μεγάλο ερώτημα που ανακύπτει, και το
οποίο αφορά όλες ανεξαιρέτως τις
παθογένειες της κοινωνίας μας, είναι
το εξής: Ποια συστηματική συσσώρευση
καθημερινής συμπίεσης, δηλαδή ήδη
ασκημένης βίας, κατόρθωσε να οδηγήσει
παιδιά να αντιδράσουν ενιαία, με τον
βίαιο τρόπο που είδαμε, σε τέτοιο
γεωγραφικό και κοινωνικό εύρος; Όσο
και αν οι περιστάσεις είναι συντριπτικά
διαφορετικές, η σημασία του ερωτήματος
μπορεί ίσως να αναδειχθεί αν αναλογιστούμε
πως συστηματικές επιθέσεις σε αστυνομικά
τμήματα είχαμε να δούμε από τον Δεκέμβρη
του 1944.
6.
Η μορφή τύφλωσης που αναφέραμε απέτρεπε
κάθε νηφάλια δημόσια συζήτηση. Kυρίαρχο
ζητούμενο του δημόσιου λόγου που
αναπτύχθηκε υπήρξε, όχι η διερεύνηση
του φαινομένου, αλλά η "απερίφραστη
καταδίκη" της βίας, με το απαραίτητο
πασπάλισμα περί "ευθύνης ημών των
μεγαλυτέρων" και άλλα παρόμοια. Κάθε
προσπάθεια να αρθρωθεί στοιχειωδώς
αναλυτικός λόγος εκλαμβανόταν ως άρνηση
να καταδικαστεί "απερίφραστα" η
βία, και άρα ως ταύτιση, σε τελευταία
ανάλυση, μαζί της. Οι ισχυροί μέντορες
που θέλησαν να επιβάλουν εδώ τη σιωπή
της σκέψης ενδέχεται να μην αντιλαμβάνονταν
καν ότι ασκούσαν οι ίδιοι βία. Και μάλιστα
εκείνη τη λεκτική βία που θίγει μύχια
και προκαλεί τον άλλο να αντιδράσει με
την οργή του σώματος. Δηλαδή τη βία που
συνιστά ίσως τη βία-μητέρα, τη βία από
όπου πηγάζουν όλες οι μορφές της οι
οποίες έχουν σχέση με τον ανθρώπινο
λόγο. Η οικουμενική αναίδεια με την
οποία ασκήθηκε αυτή η μορφή βίας
πιστοποιεί το
ανεξέλεγκτο των τηλεαστέρων των
ειδήσεων και του πολιτικού σχολιασμού.
Πρόκειται για ένα ακόμη αποτέλεσμα της
αναγωγής της πολιτικής σε "επικοινωνία"
και της συνακόλουθης υποταγής των
πολιτικών παραγόντων στις "ανάγκες"
της τηλεθέασης και στις καθοδηγητικές
βλέψεις των αστέρων της.
7.
Υπ' αυτές τις συνθήκες, σημαντικά
επιμέρους ερωτήματα έμειναν αδιατύπωτα.
Για παράδειγμα, δεν διαδήλωναν μόνον
μαθητές και μαθήτριες, αλλά και άλλοι
πολλοί. Ποιοι ήταν αυτοί οι άλλοι και
πώς εντάσσονταν στο συνεχές της
διαδήλωσης; Ή, άλλο παράδειγμα, σίγουρα
υπήρχαν καίριες διαφορές ανάμεσα σε
διαδηλωτές που αναφέρονταν ευθέως στο
γεγονός του φόνου και τις συνδηλώσεις
του, σε "επαγγελματίες" διαδηλωτές
ή "μπάχαλους", και σε κοινούς
προβοκάτορες. Δεν είναι απίθανο η
επιδρομή σε καθαρά εμπορικούς δρόμους,
έξω από τα "παραδοσιακά" πεδία
σύγκρουσης, να οφειλόταν κατά κύριο
λόγο σε "πολιτική επιλογή"
προβοκατόρων: οι ειδήσεις στην τηλεόραση
--και άρα η διασπορά του φόβου-- σε αυτές
κυρίως τις καταστροφές θα εστιάζονταν.
Πώς όμως μπορούν να εντοπιστούν αυτές
οι διαφορές, όταν δεν εμφανίζονται στην
κίνηση του σώματος ή στα χρησιμοποιούμενα
"πυρομαχικά", αλλά έχουν να κάνουν
με κίνητρα που δεν είναι ορατά διά γυμνού
οφθαλμού; Το αντιδικτατορικό κίνημα
είχε βρει τρόπους να τις αντιμετωπίσει.
Αλλά οι εξελίξεις μετά τη μεταπολίτευση,
με τη συνεπικουρία ποικίλων μηχανισμών
που βολεύονται από την αποκατάσταση
αυτής ειδικά της μορφής συνέχειας,
έτειναν να συσκοτίσουν συστηματικά
αυτές τις διαφορές. Είναι εν προκειμένω
χαρακτηριστική η αντιστροφή αιτίου και
αποτελέσματος που κυβερνά άρρητα
ολόκληρη τη δημόσια συζήτηση περί
πανεπιστημιακού ασύλου.
8.
Οι μάχες στους δρόμους δεν υπήρξαν η
μόνη μορφή αντίδρασης στο γεγονός του
φόνου και τα συμφραζόμενά του. Ωστόσο
οι ανέκδοτες μορφές
διαμαρτυρίας που αναπτύχθηκαν --οι
καταλήψεις μη πανεπιστημιακών χώρων,
η παρέμβαση στην ΕΡΤ, τα πανό στην
Ακρόπολη, οι αποκλεισμοί δρόμων, οι
καθιστικές διαδηλώσεις, η διακοπή
θεατρικών παραστάσεων-- ασκούσαν επίσης
μια ειρηνική μορφή βίας, αν επιτρέπεται
το οξύμωρο, τη μορφή που επερωτά σύμβολα
ή αμφισβητεί έμπρακτα παγιωμένες
λειτουργίες, με μια λέξη τη μορφή που
διαρρηγνύει θεσμούς. Ακόμη και το να
μοιράζεις σε σιδερόφρακτους αστυνομικούς
λουλούδια εκεί που περιμένουν να τους
πετάξεις πέτρες ή μολότοφ παραβιάζει
τις αναμονές των θεσμών, και άρα είναι
πράξη που εντάσσεται
στο ίδιο συνεχές. Μπορούμε έτσι να
πούμε ότι το συνεχές των αντιδράσεων
αντιπαρατέθηκε με το συνεχές το θεσμών.
Ίσως είναι αυτός ένας από τους λόγους
που απέτρεψε την ανάδειξη κάποιου
κεντρικού αιτήματος. Ακόμη και το αίτημα
να φύγει η κυβέρνηση θα πριμοδοτούσε
θεσμικά την αντιπολίτευση.
9.
Απέναντι στο συνεχές του κοινωνικού
φαινομένου, το πολιτικό σύστημα της
χώρας (με εξαίρεση τον ΣΥΡΙΖΑ και τις
οργανώσεις της εξωκοινοβουλευτικής
αριστεράς) συγκροτήθηκε ως ένα δεύτερο
συνεχές, ως το ενιαίο πολιτικό-τηλεοπτικό
συνεχές που βρήκε την ενότητά του μέσω
της άρνησης ότι το πρώτο συνεχές υπάρχει
καν. Η κυβέρνηση, η αξιωματική αντιπολίτευση,
το ΚΚΕ και ο ΛΑΟΣ συμπεριφέρθηκαν σα να
κατοικούσαν σε άλλη χώρα ή, ακριβέστερα,
σα να επικοινωνούσαν με τη χώρα μόνο
μέσω των δελτίων της ελληνικής τηλεόρασης,
όπου άλλωστε τα δικά τους στελέχη
αναλαμβάνουν παγίως ρόλο πρωταγωνιστή.
Έτσι, σε ριζική αντιδιαστολή τόσο με τα
όσα μετέδιδαν τα ξένα ΜΜΕ, όσο και με
τις ανησυχίες που εξέφρασαν ή τις
πρωτοβουλίες που πήραν συναφώς ξένοι
πολιτικοί ηγέτες, οι δικοί μας τηλεοπτικοί
αστέρες και οι δικοί μας πολιτικοί
ηγέτες αρνήθηκαν ότι υπάρχει καν
κοινωνικό φαινόμενο και αρκέστηκαν
στον σχολιασμό του μοτίβου: τραγικό
γεγονός ο φόνος ενός δεκαπεντάχρονου
-- κακός ο ειδικός φρουρός ακόμη και αν
αποστρακίστηκε τελικά η σφαίρα -- κάκιστος
ο συνήγορός του -- εύλογη η διαμαρτυρία
των μαθητών (όσο δεν μας εκθέτει διεθνώς)
-- πάλι έδρασε η δράκα των "γνωστών-αγνώστων"
-- αναποτελεσματική η αστυνομία -- πολύ
ζημιώθηκαν οι έμποροι του κέντρου της
Αθήνας -- ο ΣΥΡΙΖΑ συμπεριφέρεται
(τουλάχιστον) ανεύθυνα.
10.
Όταν έχει αναδειχθεί στο προσκήνιο ένα
κοινωνικό συνεχές του οποίου η κίνηση
βρίσκεται σε εξέλιξη υπό όρους που δεν
μπορεί να προβλεφθούν, όταν το συνεχές
αυτό ενοποιείται μέσω της έμπρακτης
αμφισβήτησης όλων, λίγο πολύ, των
παγιωμένων θεσμών, θεσμών ήδη απαξιωμένων
στα μάτια ακόμη και της πιο παθητικής
κοινής γνώμης γιατί η διαπλοκή, η
διαφθορά, τα σκάνδαλα και η σήψη έχουν
εισχωρήσει παντού, όταν η χώρα, η Ευρώπη
και ο κόσμος βρίσκονται στις απαρχές
μιας οικουμενικής οικονομικής κρίσης
με εξαιρετικά δυσοίωνες προοπτικές,
όταν ένας δεύτερος
πόλεμος έχει ξεσπάσει αυτές τις
μέρες στη γειτονιά μας ενώ οι γεωστρατηγικές
ισορροπίες κλονίζονται γενικότερα,
τότε είναι εύλογο να περιμένει κανείς
ότι η υπεύθυνη κυβέρνηση της χώρας και
οι υπεύθυνες πολιτικές δυνάμεις της
αντιπολίτευσης θα έπρατταν ή θα είχαν
να προτείνουν άλλου είδους πράγματα
από τον ρηχό μικροπολιτικό σχολιασμό.
Αλλά όταν έχει αποκατασταθεί ένα ενιαίο
πολιτικό-τηλεοπτικό σύστημα, στο πλαίσιο
του οποίου τηλεοπτικοί αστέρες, πολιτικοί
ηγέτες και κομματικοί ή άλλοι παράγοντες
απλώς αλληλοκαθρεφτίζονται αυτάρεσκα,
ενώ παράλληλα η κοινωνία έχει αναχθεί
σε σύμφυρμα δημοσκοπικών μεγεθών και
η κίνησή της σε αντικείμενο καταγγελίας,
τότε συνιστά ταυτολογία ο ισχυρισμός
ότι εκείνα που μας επιφυλάσσει το σωτήριο
έτος 2009 παραμένουν απολύτως και
επικινδύνως άδηλα.
Ο Αριστείδης Μπαλτάς διδάσκει
φιλοσοφία των επιστημών στο ΕΜΠ
Γιάννης Ψυχοπαίδης, "Διαδήλωση" 1965-66
|