|
Του
Νικου Σερντεδακι
Το βράδυ
του προηγούμενου Σαββάτου, στο κέντρο
της Αθήνας, η επαίσχυντη δολοφονική
πράξη ενός οργάνου του κράτους, εκτός
όλων των άλλων, ήρθε να μας υποβάλει σ'
ένα συνειδησιακό σοκ, να μας υποχρεώσει
να παραμερίσουμε, έστω πρόσκαιρα, τον
εξασφαλισμένο καταναλωτικό μας βίο --
σαν να μας ξύπνησε από το λήθαργο του
εξατομικευμένου ευδαιμονισμού μας.
Η
καλά κρυμμένη κρατική βαρβαρότητα,
εκείνη που ασκείται συχνά με τη δική
μας σιωπηρή συναίνεση, αποτυπωμένη στα
σώματα και το μυαλό των μεταναστών, των
φυλακισμένων, των τοξικομανών, των
απείθαρχων νέων, των διαφορετικών,
φανερώθηκε με κραυγαλέο τρόπο, πλήττοντας
κατάστηθα όλη την ελληνική κοινωνία.
Συγκλόνισε τους γονείς μικρών παιδιών
που βίωσαν τον χαμό του Αλέξανδρου σαν
να επρόκειτο για το δικό τους παιδί.
Τραυμάτισε όσες και όσους μπορούν ακόμα
να συναισθανθούν την αξία μιας ζωής που
δεν είναι η δική τους ζωή.
Εντονότερα,
όμως, η κρατική βαρβαρότητα λάβωσε τους
ίδιους τους νέους, τους εξόργισε και
τους εξαγρίωσε. Στην εικόνα του
αδικοχαμένου συμμαθητή τους, οι νέοι
και οι νέες πρόβαλλαν τον δικό τους
εαυτό και αναγνώρισαν στη διαδρομή που
οδήγησε στον θάνατο του τον δικό τους
βηματισμό· ένα βηματισμό αβέβαιο
και ασταθή, σε μια κοινωνία που οι
θεσμικές της εκφράσεις φαίνεται να
έχουν διαμορφώσει μια δυσμενή μοίρα
για τις νέες γενιές.
Οι
νέοι καλούνται να διαμορφώσουν τα σχέδια
ζωής τους σ' ένα κοινωνικό περιβάλλον
που αποδιαρθρώνεται σε όλα τα επίπεδά
του. Στο εκπαιδευτικό σύστημα, στους
χώρους εργασίας, στις γειτονιές των
μεγάλων αστικών κέντρων οι νέοι
υποχρεώνονται στη μοναξιά του κυνηγιού
μιας καταστατικά ανέφικτης ατομικής
διάκρισης. Σε μια κοινωνία που αξιολογεί
θετικά κατεξοχήν
τον πλούτο και την ισχύ, οι νέοι εξορίζονται
στα internet-café όπου για ώρες αναλώνονται
σε παιχνίδια αδιανόητης βίας, συμβολική
αποτύπωση της βίας που καθαγιάζει τις
άνισες κοινωνικές σχέσεις στον
νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό.
Στις
μέρες μας, η γενιά των εφήβων αρχίζει
να κάνει τα πρώτα της βήματα, να συγκροτεί
την ταυτότητά της, συνειδητοποιώντας
ότι διατελεί υπό το βάρος μιας διπλής
ποινής. Η πρώτη ποινή αφορά τις συνθήκες
της εκπαίδευσής της. Η υποχρηματοδότηση
της εκπαίδευσης δεν αποτελεί ετήσια
ρητορική καταγγελία, με την ευκαιρία
της κατάθεσης του προϋπολογισμού.
Αποτυπώνεται στα δημόσια σχολεία με
τις ελλείψεις σε προσωπικό και υποδομές,
κυρίως όμως βιώνεται ως καταδίκη να
ζεις τα πιο δημιουργικά σου χρόνια σε
σχολεία που θυμίζουν μπουντρούμια,
δίχως βιβλιοθήκες, δίχως χώρους άθλησης,
δίχως ευκαιρίες για την ανάπτυξη των
ιδιαίτερων ενδιαφερόντων και δεξιοτήτων
των νέων γενεών.
Η
δεύτερη ποινή αφορά την καθημερινότητα
των νέων. Στο εσωτερικό της οικογένειας,
τα νέα παιδιά γίνονται μάρτυρες των
αδιεξόδων που βιώνουν οι εργαζόμενοι
ή οι άνεργοι γονείς τους, καθίστανται
παθητικοί θεατές των αδιεξόδων που
αντιμετωπίζουν οι πιο σημαντικοί γι'
αυτούς άλλοι. Στο ευρύτερο κοινωνικό
τους περιβάλλον αδυνατούν να αναγνωρίσουν
την ύπαρξη ευκαιριών για την ευόδωση
των διαμορφωμένων προσδοκιών τους.
Αισθάνονται τα τείχη της κοινωνικής
ανισότητας, αντιλαμβάνονται την κενότητα
των λόγων για αξιοκρατία, εθίζονται
στην αναζήτηση πλάγιων οδών για την
επίτευξη της κοινωνικής διάκρισης.
Η
διαμαρτυρία των νέων εκδηλώνεται στο
όνομα των γονιών τους, στο όνομα μιας
κοινωνίας που εκπαιδεύτηκε να ανέχεται,
να σκύβει το κεφάλι και να ιδιωτεύει. Η
εξέγερσή τους θέλει να διαγράψει τις
ποινές που αυθαίρετα τους έχουν
καταλογισθεί. Η οργή και ο δυναμισμός
τους έχει στόχο (ίσως ακόμα ασαφή, αλλά
στόχο): την αναζήτηση μιας ελπίδας για
ένα καλύτερο αύριο, ένα αύριο που θα
ακυρώσει τους αξιακά και ηθικά διάτρητους
καταναγκασμούς ενός κοινωνικού
σχηματισμού που έχει οδηγηθεί στα όρια
του και καταρρέει μπροστά τα μάτια όλων
μας.
Τούτες
τις ώρες έχουμε να επιλέξουμε ανάμεσα
σε δύο δρόμους. Ο πρώτος δρόμος είναι
να θεωρήσουμε ότι όλα μπορούν να
συνεχίσουν την πρότερη πορεία τους.
Όσοι τον ακολουθούν, ας συνεχίσουν να
πιστεύουν ότι όσα συνέβησαν ήσαν έργο
"προβοκατόρων", "σκοτεινών
κέντρων" και μυστικών υπηρεσιών που
συνωμοτούν ενάντια στην χώρα μας ή
ενάντια στον μονολιθικό τρόπο σκέψης
και πράξης τους. Ηθελημένα ή αθέλητα,
λειτουργούν ως στυλοβάτες μιας προοπτικής
που οδηγεί στον κοινωνικό εκβαρβαρισμό,
θλιβεροί συνήγοροι των οικονομικών και
πολιτικών ελίτ, που ήδη σχεδιάζουν την
ένταση των νεοφιλελεύθερων πολιτικών.
Ο δεύτερος δρόμος είναι λιγότερο εύκολος.
Προϋποθέτει ένα συστηματικό αναστοχασμό
για τις όψεις της σύγχρονης κρίσης, για
τα βαθύτερα αίτια των αδιεξόδων που
αντιμετωπίζουν οι άνθρωποι στις σύγχρονες
κοινωνίες του παγκοσμιοποιημένου
καπιταλισμού. Ένα αναστοχασμό γύρω από
τις "πραγματικές ανάγκες" που
πρέπει να υπηρετηθούν ως το απαραίτητο
πλαίσιο για την αποτύπωση ενός νέου
σχεδίου ικανού να οδηγήσει στην οικοδόμηση
μιας κοινωνίας ισότητας και ελευθερίας.
Ο Νίκος Σερντεδάκις διδάσκει στο Τμήμα
Κοινωνιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης
Λεζάντα: Γιώργος Σικελιώτης, "Εργάτης", 1938
|