|
Mας λέει η κ. Ντίνα Κακάλη
(Προϊσταμένη Διεύθυνσης στη Βιβλιοθήκη
του Παντείου Πανεπιστημίου)
Θα μπορούσατε να μας
πείτε πως έχει δημιουργηθεί το ζήτημα
με τις βιβλιοθήκες;
Το «πρόβλημα των
βιβλιοθηκών», για να ονοματίσουμε
με κάποιο τρόπο το ζήτημα, είναι
πολυδιάστατο και, επιτρέψτε μου την
έκφραση, περίεργο, καθώς ορισμένα του
σημεία δεν ερμηνεύονται με απόλυτη
διαφάνεια. Αυτό που ποτέ δε λύθηκε,
φέρνοντας ως συνέπεια πληθώρα άλλων
προβλημάτων, όπως π.χ. το τωρινό, είναι
το ζήτημα της οργανωτικής τους δομής:
να μπορούν δηλαδή, τα εκπαιδευτικά
ιδρύματα της χώρας να προχωρήσουν στη
σύσταση Οργανισμών των Βιβλιοθηκών,
σαφώς δομημένων ως προς τη διεύθυνση
και τα τμήματά τους, τις θέσεις που
απαιτούνται για να λειτουργήσουν κλπ.
Ως προς αυτή την κατεύθυνση, ένα μέρος
της ευθύνης βαραίνει τα ίδια τα Ιδρύματα.
Από την άλλη ωστόσο, ακόμη και όταν τα
Ιδρύματα προσπάθησαν να βρουν μία λύση
καταθέτοντας συγκεκριμένα σχέδια, αυτά
γύρισαν πίσω -περίοδος 1998 έως το 2000- με
την απάντηση ότι «περιμένουμε το
προεδρικό διάταγμα για τις βιβλιοθήκες».
Ποτέ δε βγήκε τέτοιου είδους διάταγμα
και ως προς αυτό μόνο εικασίες μπορεί
να κάνει κανείς: ίσως διάφορες δυνάμεις
του Υπουργείου δεν το επέτρεψαν γιατί
ήθελαν τις βιβλιοθήκες να λειτουργούν
με μία άλλη μορφή, ή υπό άλλο φορέα...
μόνο υποθέσεις κάνω, όπως καθένας θα
μπορούσε να φανταστεί διάφορες αιτίες,
αλλά ειλικρινά δε γνωρίζω, ούτε μπορώ
να πω κάτι επίσημα.
Το σημαντικότερο εδώ
είναι ότι, καθώς δεν υφίσταται σαφής
δομή αυτού του είδους, στην πράξη μία
βιβλιοθήκη παρεμποδίζεται στην πρόσληψη
μόνιμου προσωπικού προκειμένου να
λειτουργήσει. Το ισχύον καθεστώς μας
αναγκάζει δυστυχώς, όποτε δίνεται η
ευκαιρία, να καταφύγουμε σε σχέσεις
εργασίας, για τις οποίες δεν είμαστε
διόλου περήφανοι, προκειμένου να
εξυπηρετηθούν οι πάγιες ανάγκες του
χώρου. Έτσι λοιπόν, όπως την περίοδο
2000-2006 όμοια και την περίοδο αυτή, οι
βιβλιοθήκες προσδοκούσαν ότι θα
συνεχιστεί η χρηματοδότηση για να έχουν
προσωπικό, έστω και με τέτοιου είδους
συμβάσεις έργων, προκειμένου να
εξασφαλίσουν τη συνέχιση της λειτουργίας
τους -επαναλαμβάνω όμως, δίχως βέβαια
αυτό να αποτελεί την καλύτερη λύση.
AΧρησιμοποιήσατε το
ρήμα «προσδοκούσαν». Επρόκειτο
για μία ελπίδα μόνο των ανθρώπων του
χώρου, ή υπήρχαν βάσιμα στοιχεία που
υποδείκνυαν ότι βάσει της λογικής, όντως
θα κινηθούν τα πράγματα προς την
κατεύθυνση της χρηματοδότησης;
Θα σας περιγράψω τι
συνέβη σε γενικές γραμμές και βγάλτε
το δικό σας συμπέρασμα. Πριν από ένα
χρόνο περίπου κληθήκαμε από το Σύνδεσμο
Ελληνικών Βιβλιοθηκών να γράψουμε
ορισμένα άρθρα, προτάσεις κλπ., σχετικά
με το τι πρέπει να συνεχιστεί από τα
έργα μας, ποιες καινοτόμες δράσεις
πρέπει να περιλάβουμε κοκ. Πράγματι,
εμείς κάναμε τέτοιου είδους εισηγήσεις
για τα ανωτέρω ζητήματα και μπορώ να
σας πω ότι οι Βιβλιοθήκες της χώρας ήταν
από τους λιγοστούς φορείς που έδωσαν
ένα σχέδιο ενιαίας μορφής, δηλαδή, όχι
τι προτείνει το κάθε Πανεπιστήμιο
ξεχωριστά, αλλά ένα κοινό πλάνο με στόχο
την εύρυθμη λειτουργία των Βιβλιοθηκών.
Όλο αυτό το υλικό εστάλη στο Υπουργείο.
Εσείς τι θα υποθέτατε;
AΠροφανώς ότι το Υπουργείο
προτίθεται να αναλάβει δράση, λαμβάνοντας
υπ΄ όψη όλα αυτά τα σχέδια, ειδεμή δε θα
ζητούσε να του παραδοθεί κάτι τέτοιο.
Φανταστείτε λοιπόν την
έκπληξή μας. Τα χρήματα που δίνονται
από το ΕΚΤ (Ευρωπαϊκό Κοινοτικό Ταμείο)
αφορούν τη λεγομένη «ανάπτυξη και
παροχή υπηρεσιών» και θα σας εξηγήσω
τι εννοώ, ώστε να δείτε πώς επανερχόμαστε
στο πρόβλημα περί προσωπικού, που είναι
και το σπουδαιότερο.
Οι βιβλιοθήκες τα
προηγούμενα χρόνια χρηματοδοτήθηκαν
-εκτός από τον τακτικό προϋπολογισμό
των ιδρυμάτων- από τα κοινοτικά κονδύλια
διαφόρων προγραμμάτων: κύρια από το
ΕΤΠΑ (Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής
Ανάπτυξης) και το ΕΚΤ. Από το πρώτο
προέρχονταν οι δαπάνες για κτιριακό
και εξοπλισμό ενώ από το δεύτερο, ο
εμπλουτισμός με υλικό (βιβλία, περιοδικά
και βάσεις δεδομένων) όπως επίσης η
ανάπτυξη και παροχή υπηρεσιών. Όταν
άρχισαν να παρέχονται χρήματα μέσω των
διαφόρων φάσεων του Κοινοτικού Πλαισίου
Στήριξης, η προτεραιότητα κάθε Βιβλιοθήκης
ήταν να χτιστεί το κτήριο και να αγοραστεί
ο εξοπλισμός. Δηλαδή τότε χτίστηκαν
πολλές βιβλιοθήκες εξαρχής. Παράλληλα,
η κάθε βιβλιοθήκη ανάλογα με το στάδιο
που είχε ξεκινήσει και το στάδιο που
βρισκόταν, κατέθετε σχέδιο για τις
αντίστοιχες ανάγκες της, εξοπλισμό,
προσωπικό κοκ.
Από εκεί και πέρα, μπορεί
να πει κάποιος ότι υφίσταται η δυνατότητα
να συνεχιστεί η παροχή του εξοπλισμού
καθεαυτού, μέσω διεκδίκησής του από τον
κρατικό προϋπολογισμό. Μπορούμε επίσης
να εξασφαλίζουμε τα περιοδικά και τα
βιβλία. Δεν ξέρω το ακριβές ποσό που θα
μπορούσε να πάρει η κάθε βιβλιοθήκη ή
τι αυξήσεις μπορεί να έχει αυτό το
κονδύλι, αλλά σε μία πρώτη φάση καλύπτονται.
Όλα λοιπόν όσα αφορούν το άψυχο υλικό
-μη λαμβάνοντας υπόψη την κρίση, καθώς
πολλά πράγματα που έχουν υποτίθεται
εξασφαλιστεί, το κράτος τα παίρνει πίσω-
ας πούμε ότι αυτή τη στιγμή μπορούμε να
συνεχίσουμε να τα κάνουμε. Αγχωνόμαστε
βέβαια κάθε φορά μήπως π.χ. κάποιος
πάρεδρος δεν εγκρίνει την πληρωμή των
συνδρομών λόγου χάρη, αλλά ας πούμε για
να διευκολύνουμε τη συζήτηση, ότι
καλύπτονται.
AΚαι το έμψυχο υλικό,
το προσωπικό;
Οι υπηρεσίες όμως, οι
διάμεσοι για την παροχή όλου αυτού του
υλικού στους πιθανούς χρήστες, δεν
εξασφαλίζονται από άποψη κρατικών
παροχών, καθώς είναι ένα έξοδο που από
τη μια δεν το εντάσσουν στον κρατικό
προϋπολογισμό και από την άλλη τα
Πανεπιστήμια δε μπορούν να πληρώνουν
‘έκτακτο’ κατά κάποιο τρόπο προσωπικό.
Η ευελιξία που μας έδιναν οι κοινοτικοί
πόροι ήταν ακριβώς στην πρόσληψη και
απασχόληση αυτών των ανθρώπων, των
οποίων η παρουσία και η προσφορά είναι
ανεκτίμητη, με δεδομένο βέβαια ότι
παρέμενε το πρόβλημα της ελλιπούς
ύπαρξης μόνιμου προσωπικού.
A Δηλαδή χωρίς τα
κοινοτικά προγράμματα να εξασφαλίζουν
την τακτική μισθοδοσία των ανθρώπων
αυτών, δεν διασφαλίζεται το ανθρώπινο
δυναμικό το οποίο, να το πω σχηματικά,
μεσολαβεί μεταξύ του ανθρώπου ο οποίος
μπαίνει σε μία βιβλιοθήκη και του βιβλίου
που βρίσκεται στο ράφι;
Ακριβώς! Δεν υπάρχει
τακτικό κονδύλι στον κρατικό προϋπολογισμό
για αυτά τα πράγματα και απλώς, μη
μπορώντας να κάνουμε διαφορετικά,
βολευόμασταν με αυτή την κατάσταση.
Γιατί όπως σας είπα οι άνθρωποι αυτοί
καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες
της κάθε βιβλιοθήκης, κι’ όχι απλώς ένα
κομμάτι έργου, που ήταν εξαρχής το
πρόσχημα για να απασχοληθούν. Το μόνο
που δε ‘βολεύτηκε’, και γίνεται τώρα
αντιληπτό από τον πολύ κόσμο, είναι το
ίδιο το μέλλον των βιβλιοθηκών.
AΠοια είναι τα προβλήματα
που δημιουργούνται στη λειτουργία και
το έργο των βιβλιοθηκών;
Εμείς έχουμε προσλάβει
9 άτομα αυτή τη στιγμή και κάποιοι από
αυτούς εργάζονται ήδη πέντε χρόνια. Στα
συνολικά 25 άτομα που εργάζονται στη
βιβλιοθήκη μας, μιλάμε για το 1/3. Αυτό
μεταφράζεται ως κατάργηση του 1/3
τουλάχιστον των υπηρεσιών που παρέχουμε.
Όσοι απομείνουν να δουλέψουν, έχουν να
εξυπηρετήσουν 13.500 ενεργούς χρήστες της
βιβλιοθήκης, εν δυνάμει 18.000 που είναι
οι συνολικά εγγεγραμμένοι στο Πάντειο
και στα νούμερα αυτά δεν τολμούμε να
προσθέσουμε όσους έχουν τελειώσει.
Φανταστείτε τι έχει να γίνει. Εδώ τώρα,
ίσα-ίσα που προλαβαίνουμε να επανατοποθετούμε
τα βιβλία στα ράφια...
Ακόμη και το μόνιμο
προσωπικό που έχουμε εδώ κι’ αυτό δεν
ήταν εξαρχής έτσι. Ξεκινήσαμε να
δουλεύουμε όπως τα παιδιά αυτά, την
εποχή που εδώ υπήρχαν μόνο κλειστά
ράφια. Εμείς είχαμε την τύχη να βγει
ένας σχετικός Νόμος όπου και έγιναν οι
συμβάσεις μας αορίστου χρόνου ή μόνιμες.
Δεν συμβαίνει δυστυχώς το ίδιο με τη
δική τους περίπτωση και αγωνιούμε κάθε
φορά με τα έργα. Ευχή μας είναι να άνοιγαν
κάποιες θέσεις στις βιβλιοθήκες, να
αλλάξουν επιτέλους τα οργανογράμματα
των βιβλιοθηκών.
Οι συμβασιούχοι αυτοί
πρέπει να έχουν την αμέριστη συμπαράσταση
όλων μας και στο δικό μας Πανεπιστήμιο,
από όσο γνωρίζω, την έχουν. Δεν είναι
ότι ανησυχούν απλώς οι άνθρωποι της
επιστημονικής ή όποιας άλλης κοινότητας,
μη χάσουν τα περιοδικά τους επί
παραδείγματι. Γνωρίζουν ότι μόνο έτσι
μπορούμε να προχωρήσουμε. Διαφορετικά,
τι να φτιάξουμε και τι να προσφέρουμε
στους χρήστες των βιβλιοθηκών; Κάνουμε
σήμερα ένα καλό και αύριο το παίρνουμε
πίσω; Δεν έχει νόημα.
Δεν πρέπει να στηριζόμαστε
μόνο
στις ευρωπαϊκές
χρηματοδοτήσεις
AΠως νομίζετε ότι πρέπει
να αντιμετωπισθεί το πρόβλημα;
Προσωπική, ταπεινή
άποψη είναι ότι σε τέτοια θέματα, δεν
πρέπει να στηριζόμαστε σε ευρωπαϊκές
χρηματοδοτήσεις. Η χρηματοδότηση σου
δίνει τη δυνατότητα να ξεκινήσεις ένα
σχέδιο, μία καινοτομία. Αν εκμεταλλευτείς
την περίσταση και φτιάξεις στην πράξη
κάτι που βλέπεις ότι αποδίδει, πρέπει
μετά να γίνεται θέμα της δικής σου
εσωτερικής πολιτικής. Με άλλα λόγια,
παύει να είναι κάτι το ‘νέο’ και έχει
εξελιχθεί σε ένα πολύ χρήσιμο εργαλείο
που εσύ, σαν κράτος οφείλεις να υποστηρίξεις
τη λειτουργία του. Οι Βιβλιοθήκες
κέρδισαν αυτό το στοίχημα, αλλά η ισχύουσα
κατάσταση είναι μία δίνη που στο τέλος
θα καταπιεί τα πάντα, αν δε μπει μία
τάξη. Τάξη σημαίνει σαφή οργάνωση των
βιβλιοθηκών και κατ’ επέκταση σταθερό
περιβάλλον εργασίας. Σημαίνει ακόμη
μέριμνα και σταθερή χρηματοδότηση από
τον τακτικό προϋπολογισμό σε ότι αποτελεί
αδιαμφισβήτητη ανάγκη, όπως είναι το
προσωπικό. Είναι ακριβώς αυτές οι
σταθερές συνθήκες, που θα δώσουν ένα
αντίστοιχα σταθερό αποτέλεσμα, πάνω
στο οποίο μπορούμε να χτίσουμε πράγματα.
Εφόσον φυσικά μας ενδιαφέρει ως κράτος
η οποιαδήποτε επένδυση στον τομέα της
Παιδείας του τόπου μας.
AΟι άνθρωποι αυτοί,
εκτός των άλλων, συμμετείχαν και στην
διαδικασία ψηφιοποίησης;
Θα σας εξηγήσω τι
συμβαίνει με τη διαδικασία ψηφιοποίησης
και τι ισχύει, είτε πρόκειται για σύγχρονα
κείμενα όπως π.χ. οι διατριβές, είτε για
ιστορικής αξίας τεκμήρια, ένα δηλαδή
πολύ μεγάλο κομμάτι ανεκτίμητης αξίας
του πολιτιστικού μας πλούτου ευρισκόμενο
αυτή τη στιγμή στις βιβλιοθήκες μας.
Από τη στιγμή που η
ψηφιοποίηση αποφασιστεί και χρηματοδοτηθεί,
μπορείς ως φορέας να κάνεις δύο πράγματα:
να αναθέσεις το έργο σε μία εταιρία μέσω
διαγωνισμού ή, να χρησιμοποιήσεις το
δυναμικό που διαθέτεις, προστρέχοντας
ίσως ή όχι, για ένα τμήμα μόνο του έργου
σε εταιρία.
Μία εταιρεία μπορεί
πράγματι να αναλάβει ένα έργο, να το
φέρει εις πέρας εντός προθεσμιών και
το αποτέλεσμα ίσως να είναι αξιοπρεπές.
Τίθεται εδώ το εξής ερώτημα: πώς μπορεί
να ελεγχθεί η ορθότητα του αποτελέσματος
αυτού; Είσαι σίγουρος δηλαδή, ότι αυτός
που έχει πάρει το υλικό, δεν έχει κάνει
κάποιο λάθος; Εσύ όταν το δεις το λάθος
είναι δικό σου και σου δίνεται η δυνατότητα
να το διορθώσεις. Μιλώ εδώ, για μία
τελείως διαφορετική αντιμετώπιση της
δουλειάς που έχεις να κάνεις, η οποία
περιλαμβάνει μία αγωνία για υψηλή
ποιότητα του προσφερόμενου αποτελέσματος
σε κάθε του πτυχή. Εντάξει, κάποιοι
θέλουν να γίνεται πολύ γρήγορα μία
δουλειά, οπότε δε έχουν τέτοιου είδους
στάνταρτ: λένε ‘εγώ αυτά θέλω, θα το
δώσω σε μία εταιρία, θα ξεμπερδέψω, δε
θα απασχολώ προσωπικό’ κλπ. Υπάρχουν
τα υπέρ και τα κατά.
Από την άλλη γιατί να
μην αξιοποιήσεις τους καθ’ όλα, από
άποψη σπουδών, ικανούς ανθρώπους που
ήδη έχεις; Η επιλογή αυτή προσφέρει
απείρως περισσότερα πλεονεκτήματα.
Καταρχάς το δικό σου δυναμικό έχει τη
δυνατότητα να ελέγξει άμεσα την εργασία
που πρόκειται να πραγματοποιηθεί και
να διορθώνει λάθη ανά πάσα στιγμή. Έπειτα
έχεις μία ομάδα εκπαιδευμένη, η οποία
μέσα από την πρακτική διαδικασία έχει
προάγει τις δεξιότητες και τις γνώσεις
της στο βέλτιστο και κατά συνέπεια είναι
ανά πάσα στιγμή διαθέσιμη να εξελίξει
και άλλα έργα προς την ίδια κατεύθυνση.
Όλα δε τα παραπάνω πραγματοποιούνται
με ελάχιστο κόστος.
AΜπορείτε να μου δώσετε
κάποιο παράδειγμα;
Επιτρέψτε μου να σας
εκθέσω εν συντομία αυτό που συνέβη
σχετικά με την ψηφιοποίηση στη δική μας
βιβλιοθήκη. Θέλαμε εδώ να φτιάξουμε ένα
ψηφιακό αποθετήριο, τον Πάνδημο.
Χρειαζόμασταν δύο επιπλέον άτομα, ένα
με γνώσεις πληροφορικής και μία
βιβλιοθηκονόμο, που όντως προσελήφθησαν
ως ‘έκτακτο’ προσωπικό και συνεργάστηκαν
με όποιο άλλο δυναμικό είχαμε εδώ. Σας
λέω με βεβαιότητα ότι, πέρα από το γεγονός
ότι στήσανε αυτή την ψηφιακή βιβλιοθήκη
σχετικά γρήγορα, δούλεψαν για πολύ
περισσότερα πράγματα στο χώρο μας. Μα
και η ψηφιακή μας βιβλιοθήκη δε σταμάτησε
στο σημείο που είχε φτάσει: καλύψαμε
στην αρχή τις μεταπτυχιακές εργασίες
και τις διατριβές.
Αφού αυτή η διαδικασία
απέκτησε ενός είδους τακτικότητα και
έγινε γνωστή στο Πανεπιστήμιο, αρχίσαμε
να ψηφιοποιούμε και ελληνικά περιοδικά,
όπως π.χ. την Ουτοπία ή τα Σύγχρονα
Θέματα. Θα μπορούσαμε λέγοντας τα
περιοδικά αυτά να τα δώσουμε σε μία
εταιρία. Αφενός δεν υπήρχε λόγος γιατί
το προσωπικό εδώ, είχε ήδη την απαραίτητη
τεχνογνωσία. Αφετέρου είχαμε τη δυνατότητα
να παντρέψουμε το μεράκι δύο χώρων με
τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Περιοδικά
όπως αυτά που ανέφερα μόνο στο οικονομικό
όφελος δεν αποσκοπούν. Επιβιώνουν
αποκλειστικά από την αγάπη των
ανθρώπων-επιστημόνων που τα δημιούργησαν
για τη γνώση. Αυτή τη γνώση επιζητούν
να την κοινοποιήσουν, να τη μοιραστούν
με άλλους ανθρώπους, παρόμοιων ερευνητικών
ανησυχιών. Εμείς από την άλλη επιθυμούμε
ο κάθε χρήστης να έχει άμεση πρόσβαση
στο υλικό της βιβλιοθήκης, ώστε να
διευκολυνθεί στη μελέτη του και όχι να
κάθεται να ψάχνει το κάθε ράφι για το
τάδε ή δείνα άρθρο, που μπορεί και να
μην το βρει ποτέ.
Έτσι τα συνδυάσαμε:
μεταξύ αυτών που προσφέρουν τη γνώση
και αυτών που την επιζητούν, μεσολαβούμε
εμείς που θέλουμε να είναι η αλληλεπίδραση
αυτή εφικτή και, μέσω της τεχνολογίας
των ηλεκτρονικών υπολογιστών, απεριόριστα
ανεμπόδιστη. Αν πηγαίναμε σε μία εταιρία,
το κόστος για την ψηφιοποίηση των
περιοδικών αυτών θα ήταν μάλλον μεγάλο.
Ποιο είναι το κόστος τώρα; Μηδενικό ή,
αν το θέλετε, ισοδυναμεί με την πληρωμή
δύο νέων ανθρώπων που βρήκαν δουλειά.
AΕίναι αυτό το επίπεδο
κατάρτισης που τους έχει κάνει πλέον
αναντικατάστατους; Δεν θα μπορούσε να
υποστηρίξει κανείς ‘ας φύγουν αυτοί
οι συμβασιούχοι και θα βρούμε λύση στο
μέλλον παίρνοντας άλλους’;
Θα σας απαντήσω πάλι
με ένα δικό μας παράδειγμα. Έχουμε εδώ
στη βιβλιοθήκη μας μία συνάδελφο με
εξαιρετικές γνώσεις, η οποία εργάζεται
κύρια στην επιλογή και καταλογογράφηση
του οπτικοακουστικού μας υλικού. Εκτός
από αυτό όμως, προσφέρει και την ακόλουθη
υπηρεσία στη βιβλιοθήκη (και αφήνω στον
καθένα να εκτιμήσει τη σπουδαιότητά
της): είναι υπεύθυνη ανάπτυξης των
υπηρεσιών για άτομα με προβλήματα
μερικής ή ολικής όρασης. Αυτό δεν ήταν
διόλου εύκολη υπόθεση. Η συνάδελφος
πήγε καταρχάς σε σεμινάρια και έλαβε
περαιτέρω εκπαίδευση. Ψάξαμε μαζί να
εντοπίσουμε τα άτομα αυτά -περί τα 15 τον
αριθμό υπολογίζεται ότι υπάρχουν στο
Πανεπιστήμιό μας. Έχουμε φθάσει σε ένα
σημείο που αφενός την εμπιστεύονται,
αφετέρου γνωρίζει τις διαδικασίες για
να τα διευκολύνει, είτε στέλνοντας στον
Οίκο Τυφλών τα μαθήματά τους για να
μετατραπούν σε ακουστικό υλικό, είτε
να έρθει σε επαφή με τους εκδότες, ώστε
να μας παραδίδουν το υλικό σε μορφή που
να διαβάζεται από τα δικά μας μηχανήματα,
ακόμα και να εκτυπώνει σε Braille τις
σημειώσεις των μαθημάτων τους. Τα όσα
διδάχτηκε από τα παιδιά αυτά και τα όσα
είναι σε θέση να τους προσφέρει, αποτέλεσμα
μίας διαρκούς προσπάθειας, όπως επίσης
η αμοιβαία σχέση εμπιστοσύνης δεν
αντικαθίστανται.
Αύριο είναι δυνατόν
αυτό το άτομο να μην υπάρχει. Ποιος
πιστεύετε ότι θα κάνει αυτή τη δουλειά,
χωρίς να μείνει πίσω η δική του; Είναι
μία υπηρεσία που κλείνει και πολύ δύσκολα
θα μπορούσε να ενεργοποιηθεί εκ νέου
-πέρα από το γεγονός ότι είναι μάλλον
αστείο να επιστρέφεις στην αφετηρία
διαδρομών που έχεις ήδη διανύσει, για
να τις περπατήσεις ξανά.
AΟι εργαζόμενοι αυτοί
έφτιαξαν ένα Σύλλογο από όσο γνωρίζω
που οδήγησε το θέμα στο Υπουργείο και
από ότι άκουσα δόθηκαν κάποιες υποσχέσεις.
Τι πιστεύετε ότι ισχύει από όλα αυτά;
Ναι, έφτιαξαν έναν
εξαιρετικά δραστήριο Σύλλογο χάρη στις
ενέργειες του οποίου κοινοποιήθηκε το
πρόβλημα. Τους έχουν υποσχεθεί διαφόρων
ειδών πράγματα. Ομιχλώδης κατάσταση:
από τη μια υπόσχονται κάτι, από την άλλη
το αναιρούν. Εφησυχάζουμε για λίγο καιρό
και μέχρι να καταλάβεις ότι τίποτε δεν
πρόκειται να γίνει, πολύτιμος χρόνος
αποτελεί ήδη παρελθόν.
AΕπίσημα δηλαδή, στην
πράξη δεν υφίσταται κάποια γραπτή
δέσμευση;
Στην πράξη δεν ισχύει
τίποτε, εκτός από κάποιες τελευταίες
υποσχέσεις που δόθηκαν μετά την
πανελλαδική κινητοποίηση και την απήχηση
της διαμαρτυρίας που έφθασε πέρα από
τις βιβλιοθήκες και στα πανεπιστήμια.
Ό,τι πιο επίσημο έχουμε είναι το τελευταίο
έγγραφο από το Υπουργείο, το οποίο
συμπληρώσαμε και στείλαμε πίσω για το
ποιες είναι οι θέσεις που ζητάμε. Και
σε αυτή την περίπτωση όμως γινόταν λόγος
μόνο για τους εργαζόμενους στη Βιβλιοθήκη.
Να συμπληρώσουμε εδώ ότι το ίδιο πρόβλημα
έχουν και άλλοι εργαζόμενοι στα
πανεπιστήμια που λήγουν τα έργα τους
και κατ’ επέκταση οι συμβάσεις τους.
Για όσους έχουν απομείνει, το Δεκέμβριο
του 2008, εκπνέει κάθε δυνατότητα απασχόλησής
τους.
Για να ολοκληρώσω, σε
ό,τι αφορά το θέμα των συναδέλφων μου
θέλω να πω το εξής: θεωρώ ότι εργάζονται
υπό συνθήκες αντιεπαγγελματικές και
ανεπίτρεπτες, ειδικά αν λάβουμε υπόψη
τα όσα προσφέρουν. Μέσα από τις συμβάσεις
αυτές, παρά το γεγονός ότι απασχολούνται
χρόνια σε θέσεις αυξημένων ευθυνών και
καλύπτουν πάγιες ανάγκες, στερούνται
κάθε δικαιώματος που προβλέπει ο
υπαλληλικός κώδικας. Δε μπορούν για
παράδειγμα να γίνουν προϊστάμενοι, αν
και έχουν όλα τα προσόντα. Είναι δυστυχώς
αυτοί τα πρώτα τραγικά θύματα μίας
ολέθριας πολιτικής χρόνων και αν δεν
αλλάξει κάτι, τα χειρότερα έπονται.
Συνέντευξη στη Nαυσικά
Tσιμά
|