|
Του Χρήστου ΧΡΥΣΟΠΟΥΛΟΥ
"The final lens through which we can view our practice
is the lens of theory".
Stephen Brookfield
Ιδού μία από τις πλέον δημοφιλείς δοξασίες γύρω από τη λογοτεχνία: οι συγγραφείς (και υπονοείται: οι "καλοί" συγγραφείς) απεχθάνονται (ή μάλλον θα "έπρεπε να απεχθάνονται") τη θεωρία ή, εν πάση περιπτώσει, η θεωρία τούς είναι άχρηστη^1^.
Πράγματι, η διάκριση ανάμεσα σε θεωρία και λογοτεχνία είναι αναμφισβήτητη^1^. Εντούτοις, η διχοτομία που προβάλλεται μεταξύ τους είναι ατελέσφορη, επειδή και οι δύο συνιστούν μεν διακριτές πρακτικές της γραφής, όμως παραμένουν αυτό ακριβώς: |πρακτικές της γραφής|. Συνεπώς, ακόμα και όταν γράφω λογοτεχνία, ο τρόπος με τον οποίο λειτουργώ είναι οπωσδήποτε διαμορφωμένος από λογής παραδοχές, που όμως (και εδώ βρίσκεται η διαφορά) παραμένουν αδήλωτες, μη-συστηματοποιημένες, δίχως διατυπωμένο αξιωματικό χαρακτήρα, και υποκείμενες στην καθημερινές περιστάσεις που πλαισιώνουν τη γραφή.
Έτσι, λοιπόν, η σκέψη που παρουσιάζεται ως αυστηρή θεωρία (theory proper) είναι μόνο μια πιο κωδικοποιημένη και αφαιρετική διατύπωση των ίδιων προβληματισμών που εμπεριέχονται στις "τοπικές" (local) αποφάσεις και επιλογές που καλούμαι να πραγματοποιήσω κατά τη διάρκεια της συγγραφής. Όπως λέει πολύ εύστοχα ο Usher, "η επίσημη θεωρία εκτελεί χρέη συνομιλητή και κριτή (resource and board) για την εκλέπτυνση των προσωπικών άτυπων θεωριών μας"^2^.
Με ποιον τρόπο, λοιπόν, μπορεί η θεωρία να συνδράμει τη σκέψη των συγγραφέων;
1. \Μας επιτρέπει να "ονομάσουμε" τις μεθόδους μας\. Η θεωρία μπορεί να μας βοηθήσει να προσεγγίσουμε εκείνες τις εκφάνσεις της συγγραφικής εμπειρίας που μοιάζουν αντιφατικές και ακατανόητες. Όταν διαβάζουμε τη θεωρητική τους πραγμάτευση, ενδέχεται να τις ερμηνεύσουμε από οπτικές γωνίες που δεν είχαμε ως τότε σκεφτεί. Επομένως, μέσω της θεωρίας η εμπειρία της γραφής μάς αποκαλύπτεται με μεγαλύτερη ποικιλότητα και καθίσταται πιο δεκτική (με περισσότερους τρόπους) στη δική μας προθετικότητα. Δεν είναι απλώς ότι πολλές φορές η θεωρία μοιάζει να επιβεβαιώνει και να συστηματοποιεί μύχιες πεποιθήσεις μας, αλλά επίσης ότι ισχυροποιεί την ικανότητα να δικαιολογούμε με πειστικότητα στον εαυτό μας εκείνες τις πράξεις και επιλογές της γραφής που μοιάζουν να γίνονται "ερήμην" μας.
2. \"Σπάει" τον κύκλο της οικειότητας\. Η θεωρία μάς επιτρέπει να αποφύγουμε την παγίδα του "προσωπικού ύφους", τον σχετικισμό και την απομόνωση, που καθιστούν αδύνατη τη συνέχιση της σκέψης και συχνά αποτελούν το τελευταίο καταφύγιο του συγγραφέα: "έτσι το κάνω εγώ" ή "ο καθένας όπως μπορεί"... κ.λπ. Καθώς βρισκόμαστε διαρκώς βυθισμένοι στο προσωπικό μας σύμπαν της γραφής (που αποτελείται από εμμονές, ιστορίες, συνήθειες), είναι πολύ εύκολο να καταλήξουμε σε βολικές εκλογικεύσεις και γενικότητες. Ακριβώς τότε, η θεωρία μπορεί να μας "ταρακουνήσει" με παραγωγικό τρόπο, προτείνοντας ανοίκειες διατυπώσεις.
3. \Υποκαθιστά τον απόντα συνομιλητή\. Ιδιαίτερα στις μέρες μας, εντός ενός πλαισίου στο οποίο ο δημόσιος λόγος παρουσιάζεται ως οντολογικά μετανεωτερικός και κοινωνικά θεαματικός (spectacular), η γραπτή λέξη είναι για τους περισσότερους από εμάς η μόνη διαθέσιμη πηγή εναλλακτικών απόψεων. Μέσω της θεωρίας, ο συγγραφέας εμπλέκεται σε έναν απερίσπαστο, αν και εξομοιωμένο (simulated), διάλογο με τους ομότεχνούς του.
4. \Αποτρέπει την αγελαία σκέψη του "σιναφιού" (groupthink)\. Η θεωρία είναι η μόνη που μπορεί να μας προμηθεύσει προκλητικά στοιχεία "παραφωνίας", για να διαταράξουμε τις βολικά εγκατεστημένες υποθέσεις και κανόνες που οικοδομούν το "σινάφι" μας^3^. Η τρέχουσα "εποχή", και η κριτική που τη συνοδεύει, επιβραβεύουν τη συμμόρφωση και αγνοούν (λόγω αμηχανίας ή εχθρότητας) θέσεις που μοιάζουν "άβολες". Οι συγγραφείς, όμως, οφείλουμε να επιδιώκουμε την "άβολη" θέση, και η θεωρία μπορεί να μας υποδείξει τέτοιες θέσεις, ακόμα κι όταν εξυπηρετεί τους δικούς της "κανονιστικούς" σκοπούς.
5. \Τοποθετεί την ενασχόληση με τη γραφή σε κοινωνικό πλαίσιο\. Δίχως την ουσιαστική και διαρκή μελέτη της θεωρίας μπορούμε πολύ εύκολα να εγκλωβιστούμε σε μια πραγματολογική εμμονή με τους γρίφους της προσωπικής μας πρακτικής, λες και αυτή είναι απομονωμένη μέσα σε έναν γυάλινο κώδωνα. Η θεωρία μάς υπενθυμίζει κάτι που η γραφή αγνοεί, λόγω της απομόνωσης που επιβάλλει στον συγγραφέα: τα ζητήματα της λογοτεχνίας δεν είναι απλώς γοητευτικά παράδοξα της δημιουργικής διαδικασίας, αλλά καταστάσεις που διαμορφώνονται από κοινωνικές, πολιτικές και οικονομικές συνθήκες και αντικατοπτρίζουν τις εσώτερες αντιφάσεις των συστημάτων εντός των οποίων εργαζόμαστε^4^. Όταν, λοιπόν, σκεφτόμαστε τον τρόπο της δουλειάς μας, η προσφυγή στη θεωρία επαναφέρει στο προσκήνιο την κοινωνική διάσταση που ενέχει ο ρόλος του συγγραφέα.
6. \Μας επιτρέπει να διατυπώνουμε επιστημολογικές ερωτήσεις\. Όταν προσεγγίζουμε τα επιστημολογικά θεμέλια της γραφής, διερωτόμαστε με ποιον τρόπο γνωρίζουμε ότι κάτι είναι πραγματικό. Με άλλα λόγια, εξετάζουμε τις δικαιολογητικές βάσεις για τους ισχυρισμούς μας και για την απόδοση βαθμών αληθείας εντός του έργου. Αυτό το ζήτημα είναι κεφαλαιώδους σημασίας για την αυτογνωσία των συγγραφέων (για εκείνους τους συγγραφείς που δεν αρκούνται να γράφουν με το άλλοθι της υποκειμενικότητας), επειδή αποκαλύπτει τις πολιτισμικές παραδόσεις που διαμορφώνουν τις απορίες που διατυπώνουμε, τα θέματα που επιλέγουμε και τις λύσεις που προτείνουμε στη γραφή. Η θεωρία, επίσης, μας διατηρεί σε εγρήγορση, ώστε να αναγνωρίζουμε με μεγαλύτερη ακρίβεια τις στερεοτυπικές γενικεύσεις και τις αστάθμητες κατηγοριοποιήσεις που συχνά υφέρπουν στη γραφή μας, δίχως να το αντιλαμβανόμαστε με την πρώτη ματιά.
7. \Μας παρέχει ένα μη-εμπειρικό (non-experiential) εργαλείο διερεύνησης της εμπειρίας\. Η δυνατότητα να προσεγγίζουμε με ψυχρότητα τη γραφή, όπως παρουσιάζεται μέσα από το ομολογουμένως παραμορφωτικό πρίσμα της προσωπικής εμπειρίας, μας βοηθά να απο-μυθοποιήσουμε τη δουλειά του συγγραφέα και τα ίδια τα κείμενα. Αυτό είναι απαραίτητο, επειδή η προσωπική εμπειρία είναι η μοναδική βιωματική πηγή γνώσης που διαθέτουμε και εύκολα μπορούμε να υπερεκτιμήσουμε τη σπουδαιότητά της. Υπάρχει μια λεπτή γραμμή που οροθετεί τη χρησιμότητα της εμπειρίας, πέρα από την οποία απλώνεται το πεδίο της σολιψιστικής παραμόρφωσης. Αυτό το όριο οφείλουμε να το σεβόμαστε (ή μάλλον να το φοβόμαστε). Η αυτοβιογραφική γνώση για τη γραφή χαρακτηρίζεται από ανεξέλεγκτες μεταφορές και δημοφιλείς αναλογίες, που πρέπει οπωσδήποτε να υπόκεινται στη βάσανο της κριτικής ανάλυσης^5^.
8. \Η θεωρία μάς υπενθυμίζει τα ηθικά ζητήματα\. Ο συγγραφέας οφείλει να αναγνωρίζει τα διαρκή και πιεστικά ηθικά ζητήματα. Δεν υπάρχει συγγραφέας που να πέρασε έστω και μια μέρα γράφοντας και να μη βρέθηκε αντιμέτωπος με κάποιου είδους δίλημμα, που ενώ έμοιαζε σε πρώτη ματιά μεθοδολογικό, εντούτοις είχε άδηλες ηθικές διαστάσεις. Οι επιλογές σχετικά με το ύφος, τη δομή ή το λεξιλόγιο μοιάζουν ουδέτερες. Εντούτοις, αυτά τα ζητήματα ενέχουν ηθικές στάσεις. Η θεωρία μάς υπενθυμίζει ότι κάθε επιλογή είναι θέση. Και ο συγγραφέας -θέλοντας και μη- είναι αναγκασμένος να επιλέξει.
9. \Επιτρέπει να σχετικοποιήσουμε την "αυτο-εικόνα" μας\. Η ανάγκη των συγγραφέων να "βρουν έναν δρόμο" μέσα από την πληθώρα των διλημμάτων που θέτει η σκέψη (και πρωτίστως η απαίτηση να υπερβούν τον horror vacui της λευκής σελίδας) οδηγεί πολύ συχνά σε έναν φόβο απέναντι στην κριτική εξέταση της γραφής. Οι συγγραφείς φοβούνται ότι αν "θεωρητικολογήσουν" θα απολέσουν αυτήν την εύθραυστη μέθοδο που έχουν βρει για να γράφουν. Κι όμως, η ταχύτητα και η ευκολία με τις οποίες σπεύδουμε να υιοθετήσουμε απο-πλαισιωμένες (decontextualized) και ανελαστικές φόρμουλες γύρω από το ζήτημα της γραφής^6^, εξασθενούν το "επείγον" αίσθημα της επικαιρότητας (urgency) σε έναν συγγραφέα. Με λίγα λόγια, ο συγγραφέας πιάνεται στην παγίδα να αναπαράγει "αυτό που νομίζει ότι είναι" ή αυτό "που αντιλαμβάνονται οι άλλοι ότι είναι"^7^. Σε αυτό το σημείο η θεωρία μπορεί να αποβεί σωτήρια, φωτίζοντας τις υπαρξιακές επιλογές που κάνει ο συγγραφέας όταν κατασκευάζει το έργο του.
10. \Η θεωρία μάς υπενθυμίζει ότι η γραφή (όσο κι αν μοιάζει μοναχική) δεν είναι μια ατομική πράξη\. Πολύ συχνά οι συγγραφείς πιστεύουν ότι αποτελούν οι ίδιοι και την αιτία και τη λύση των προβλημάτων που ανακύπτουν κατά τη διάρκεια της γραφής. Μοιάζουν έτσι να προκρίνουν μια άποψη που λέει ότι η λογοτεχνία είναι αποκλειστικώς προσωπική υπόθεση. Αυτός ο μύθος ακουμπά σε μια αλήθεια: στη μοναχικότητα της γραφής, και συσκοτίζει μια άλλη αλήθεια: ότι η γραφή είναι μια κοινωνική, δημόσια λειτουργία. Εντούτοις, είναι απαραίτητο να αναγνωρίζουμε τη συλλογική φύση της γραφής και η θεωρία είναι σύμμαχος στη διατήρηση αυτής της επίγνωσης. Η ατομική και η συλλογική δράση είναι αξεχώριστες. Ο συγγραφέας που δοκιμάζεται μόνος απέναντι στο κείμενο συμμετέχει (τη στιγμή που γράφει) σε μια φασματική κοινότητα, έστω κι αν εκείνη μοιάζει να αγνοεί την ύπαρξή του.
Τέλος, ας τονίσουμε ότι -ως συνεπής οντολογία- η χρήση της θεωρίας οφείλει να υπόκειται η ίδια στις αρχές που κάθε φορά επικαλείται. Κι αυτό σημαίνει ότι όσοι αναγνωρίζουμε την ανάγκη να εξετάζουμε με κριτικό πνεύμα τις παραδοχές μας ή να κοιτούμε τη γραφή μας μέσα από διαφορετικά πρίσματα πρέπει να υποβάλλουμε την ίδια τη θεωρητική μας σκέψη στη βάσανο της θεωρίας και όχι απλώς να χρησιμοποιούμε τη θεωρία ως τελεσίδικο εξηγητικό εργαλείο^8^. Πρέπει να ανεχόμαστε και να καλωσορίζουμε τη δημόσια αποτίμηση των ιδεών μας και των έργων μας. Πρέπει να παραδεχόμαστε την πιθανότητα να σφάλλουμε, και να είμαστε έτοιμοι να αλλάξουμε απόψεις ή να πειστούμε από τους άλλους. Πρέπει να θυμόμαστε ότι τα ιδεολογικά και τα μεθοδολογικά συμπεράσματα της κριτικής θεώρησης της λογοτεχνίας είναι πάντοτε ανοιχτά στην αλλαγή.
Και πρωτίστως οφείλουμε να ενστερνιστούμε την πίστη ότι, τις πιο βαθιά παραδεκτές υποθέσεις μας, οφείλουμε να τις αμφισβητούμε, πρώτοι απ' όλους, εμείς οι ίδιοι.
Ο Χρήστος Χρυσόπουλος είναι πεζογράφος
1. Και συνακόλουθα η διάκριση ανάμεσα σε δρώντες (Practitioners) και θεωρητικούς (Theorists) της γραφής.
2. Dan Usher, "The Dynastic Cycle and the Stationary State", The American Review 79: 1031-44.
3. Υφολογικές, θεματικές, ηλικιακές ή άλλες ομαδοποιήσεις, οριστική τοποθέτηση συγγραφέων και έργων σε έναν οικείο χάρτη πρόσληψης (perceptual map), αυτοματοποιημένη παραγωγή ερμηνειών και προβλέψιμων κριτικών αξιολογήσεων των έργων ή ακόμα και η άκριτη συμμόρφωση των συγγραφέων με όλα τα παραπάνω, αποτελούν αυτό το "πλέγμα" των "εύλογων" εξηγήσεων.
4. Ας αναφέρουμε ενδεικτικώς τα οικονομικά, συνδικαλιστικά και ιδεολογικά ζητήματα που αφορούν τις συνθήκες εργασίας των συγγραφέων, τις απολαβές τους, τη δυνατότητά τους να βιοπορίζονται ως συγγραφείς, τα συνδικαλιστικά τους αιτήματα και την οργάνωσή τους, την ταξική τους προέλευση, το κύρος που απολαμβάνουν στη δημόσια σφαίρα, τους παράλληλους ρόλους που αναλαμβάνουν ως κριτικοί, εκδότες, μεταφραστές... κ.λπ., τις σχέσεις τους με τους εκδότες και τα μέσα προβολής του βιβλίου... κ.ά.
5. Είναι πολύ συνηθισμένα τέτοια σχήματα όταν μιλούμε αυθόρμητα για τη γραφή: η γραφή είναι "ταξίδι", το έργο είναι ένας "άλλος κόσμος", ο συγγραφέας "βυθίζεται", μια "φωνή" του "υπαγορεύει" τη "διαδρομή" του έργου... κ.λπ.
6. Είτε διατυπωμένες από εμάς τους ίδιους είτε αποδιδόμενες σ' εμάς. Βλ. Σημ. 5.
7. Κι εδώ το "είναι" συστεγάζει μια πληθώρα ιδιοτήτων: τη δημόσια εικόνα του συγγραφέα, τα αναγνωρίσιμα χαρακτηριστικά σημεία του έργου του, τη μέθοδο με την οποία γράφει, τη θεματολογία του, την αυτόο-εικόνα που καλλιεργεί στον εαυτό του... κ.λπ., ακόμα και την ίδια την αλλαγή τους: την "εξέλιξη" που θέλει να επιτύχει.
8. Όπως επισημαίνει ο Collins 1991: "We must think of putting ourselves into practice, rather than putting theory into practice", [Adult education as vocation, Routledge, 1991, σ. 47].
|