Το κόμμα-καταφύγιο 14/10/2007
Του Μιχαλη Μπαρτσιδη

Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι τρεις εβδομάδες μετά τις εκλογές δεν υπήρξε, μέχρι στιγμής τουλάχιστον, κάποια βαθύτερη ερμηνεία του εκλογικού αποτελέσματος του ΚΚΕ. Οι συνήθεις διατυπώσεις εξαντλούνται στην αναπαραγωγή της ορθής, πλην όμως εμπειρικής παρατήρησης, ότι αναφέρεται σε λαϊκές δυνάμεις και για αυτό το λόγο πήρε ψήφους από την κρίση του δικομματισμού ανεβάζοντας έτσι τα ποσοστά του.

Πολλοί λένε ότι το ΚΚΕ δεν διέθετε κάποια πολιτική στρατηγική σε όλο το προηγούμενο διάστημα ή αν υπήρχε τέτοια ήταν δυσδιάκριτη μέσα στην μονότονη και δογματική επανάληψη των ιδεολογικών χαρακτηριστικών της καθαρότητας, της επιμονής, της συνέπειας, με λίγα λόγια της απομόνωσης του. Ο παραπάνω ισχυρισμός φαίνεται εύλογος αν συνυπολογίσει κανείς ότι έμεινε σχεδόν εκτός των εμβληματικών αγώνων για το άρθρο 16 ή, ακριβέστερα, μπήκε σε αυτούς την τελευταία στιγμή. Γνώριμη συμπεριφορά στους παλαιότερους την οποία μάλιστα θεωρούσαν καταστατική για το εν λόγω κόμμα. Στην περίοδο της διακυβέρνησης Σημίτη ήταν κινητικότατο τόσο στα κοινωνικά προβλήματα όσο και στις αντιπολεμικές κινητοποιήσεις με αφορμή τους πολέμους στη Γιουγκοσλαβία και στη Μέση Ανατολή. Είναι όμως αρκετή αυτή η εκ περιουσίας εξήγηση; Από την άλλη, όσον αφορά στη μεγάλη συμβολική πολιτιστική σύγκρουση για το εγχειρίδιο της Ιστορίας απαίτησε την απόσυρση του φροντίζοντας να είναι μέσα στο ρεύμα των αντιδράσεων όπως και για άλλα ανάλογης θεματολογίας ζητήματα. Η πρόχειρη και αρκετά ελλειπτική αυτή αναδρομή στα πεπραγμένα του κόμματος δείχνει αν μη τι άλλο ότι το μείγμα είναι κάπως ασυνήθιστο, οπωσδήποτε άξιο παρατήρησης αλλά και καθόλου εκρηκτικό.

Αν δεν αναγνωρίζεται στο ΚΚΕ μια ευδιάκριτη πολιτική σκέψη με την έννοια της στρατηγικής άρθρωσης και ανανέωσης της πολιτικής, πρέπει να αποδεχτούμε τότε την αξιοποίηση εκ μέρους του ενός ενστίκτου και μιας εμπειρίας. Διότι τίθεται το ερώτημα τι είδους πολιτική είναι αυτή που |κάνει |το ΚΚΕ, η οποία μάλιστα συγκεντρώνει αυξημένη υποστήριξη, όπως δείχνουν πλέον και τα εκλογικά αποτελέσματα. Η συζήτηση δεν περιορίζεται στην απομόνωση του σε συνθήκες "παγκοσμιοποίησης" ούτε στην πολλαπλώς διαπιστωμένη ανάγκη έκφρασης των "ηττημένων από την αγορά" κοινωνικών στρωμάτων. Το πρόβλημα είναι πλέον η εξακρίβωση του μηχανισμού της αποτελεσματικότητας του στην παραγωγή και στην εκπροσώπηση πολιτικών ταυτοτήτων.

Καταρχήν, η πολιτική της απομόνωσης, δηλαδή το γεγονός ότι φαίνεται να μην επικοινωνεί με ότι συμβαίνει εκτός αυτού και να μην διαλέγεται, αποτελεί σχετικά νέο χαρακτηριστικό. Καθίσταται πιο αισθητό στην περίοδο μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, αν θεωρήσουμε ότι στην προηγούμενη μακρά ιστορική περίοδο ήταν υποχρεωμένο να επικοινωνεί και να ανταλλάσσει, ως ένα ορισμένο βαθμό, μέσω της αναφοράς σε ένα γενικότερο πλαίσιο. Εντάσσονταν σε ένα πραγματικό ιδεώδες, σε μια "ολοκλήρωση" και όταν αυτά εξέλιπαν, εκείνος ο λόγος ανταλλαγής και ιδεολογίας έλαβε σταδιακά πιο απόλυτη μορφή. Ακόμη πιο εντυπωσιακό είναι ότι παραμένει "ανοξείδωτο" από την εμφάνιση των νέων κινημάτων κατά της ή υπέρ μιας εναλλακτικής παγκοσμιοποίησης, κινήματα που όλοι υποδεχτήκαμε αν μη τι άλλο ως μια ιστορική δυνατότητα για ένα νέο καθολικό σημείο αναφοράς, ένα νέο απαραίτητο συμβολικό. Και όμως, το ΚΚΕ αναζήτησε το ρόλο του στο πολιτικό σύστημα σε άλλους δρόμους. Έτσι, ακόμη και αν θεωρήσουμε ότι χρησιμοποιείται από ένα τμήμα των μαζών για τους δικούς τους σκοπούς, άλλους από εκείνους που διακηρύσσει ή πιστεύει το ίδιο, δεν παύει να συνιστά ένα αξιοσημείωτο φαινόμενο, μια υπαρκτή κοινωνική και πολιτική τάση. Οπωσδήποτε, φαίνεται ότι τελικά |εκπληρώνει μια ορισμένη πολιτική λειτουργία| μέσα σε δεδομένη μια πολιτική συγκυρία.

Η βασική ιδέα, μήνυμα και αντίληψη του ΚΚΕ ήταν "όλα έχουν αλλάξει, εμείς παραμένουμε ίδιοι και συνεπείς, άλλαξε εσύ και πλησίασε το ΚΚΕ το οποίο αποτελεί την δύναμη". Η επιμονή στην απομόνωση, στη άρνηση να αλλάξει παράγει αποτελέσματα μέσα σε μια πραγματικότητα. |Τι είναι αυτό άραγε που δεν αλλάζει και εντούτοις διατηρείται και μάλιστα ενισχύεται|;

Για να αποκωδικοποιηθεί η απορία θα πρέπει να τοποθετήσουμε την πολιτική αυτή στη συγκυρία της αποκάλυψης της αποδυνάμωσης του κράτους, της κρίσης των συλλογικών ιδεωδών, της έντασης του προβλήματος της ασφάλειας τόσο κοινωνικά όσο και πολιτισμικά, των ταυτοτήτων. Δεν μπορεί να παίρνει νόημα παρά μέσα σε αυτά τα ιστορικά συμφραζόμενα του συνολικού προβλήματος ηγεμονίας. Το ΚΚΕ λειτουργεί ως κόμμα - καταφύγιο της ιστορικής |μνήμης| (της αντίστασης) και ως μηχανισμός - καταφύγιο |μέσα στο| κράτος. Τα δυο αυτά χαρακτηριστικά αρθρώνονται πολιτικά με ιδιαίτερο τρόπο.

Όσον αφορά το πρώτο, η εξήγηση βρίσκεται στο γεγονός της μετατροπής της αντίστασης σε υπεράσπιση μιας ταυτότητας. Όταν ο Ναπολέων κατέκτησε την Γερμανία σε συνθήκες πλήρους ήττας και κατοχής ο Φίχτε στις περίφημες |Επιστολές προς το γερμανικό έθνος| έδειξε ότι πέρα από την έννοια της |αντίστασης| για την ανάκτηση των εξωτερικών συνόρων είναι η εσωτερική ελευθερία που προετοιμάζει την απελευθέρωση. Η μετατροπή στηρίζεται στην άρνηση- αποποίηση του πολιτισμού του εχθρού και επιτυγχάνεται με την |καταφυγή (refuge)| στη βαθύτερη "ψυχή" του έθνους. Ο αναχωρητισμός από τα εγκόσμια και η στροφή στο, αόρατο από τον εχθρό, εσωτερικό εξασφαλίζει ασφάλεια και προστασία.

Η εσωτερίκευση αυτή απαιτεί πνευματική δραστηριότητα με την οποία συλλαμβάνεται μια χρονικότητα και μια ένταση σχέσεων |διασφαλίζοντας έναν εαυτό μέσα από την ενεργητική μνήμη|, από τον ενεργητικό μετασχηματισμό του παρελθόντος σε παρόν και ακόμη περισσότερο σε μέλλον. Σε αυτή τη διαδικασία την οποία ο Σβορώνος, αναφερόμενος στο έθνος, χαρακτήριζε "να παραμένεις πάντα ο ίδιος". Είναι γνωστό πόσο βαρύνουσα είναι η παρουσία του στοιχείου της μνήμης και της ιστορίας στον λόγο του ΚΚΕ το οποίο αναγνωρίζουν οι υποστηρικτές του ως το μόνο κόμμα "που τα λέει, που έχει πάντα δίκιο".

Υπ' αυτή την έννοια, καθίσταται, ενδεχομένως, ερμηνεύσιμη η εμφάνιση και καταλυτική παρουσία της ηθικής στο γενικότερο κοινωνικοπολιτικό ρεύμα από το οποίο το ΚΚΕ επωφελείται. Δεν πρόκειται μόνο για την διαφθορά στη διαχείριση. Διότι τέτοιες επιλογές επεξεργάζονται τα στοιχεία μιας ιδιαίτερης κουλτούρας και μιας |ηθικότητας|. Αποτελούν κινήματα "μορφωτικά" με μια κατεξοχήν εκπαιδευτική πολιτική όπως φάνηκε στη σύγκρουση για το εγχειρίδιο της Ιστορίας.

Όσον αφορά το δεύτερο χαρακτηριστικό, εδώ τα πράγματα είναι πιο γνώριμα. Σε περίοδο αποδυνάμωσης του κράτους και ανασφάλειας, το ΚΚΕ προορίζεται να υπάρχει ως δύναμη-αντίβαρο, ένας κομματικός μηχανισμός ο οποίος εξ ορισμού είναι μέσα στο κράτος. Μας το υπογράμμιζε το προεκλογικό μότο όλων των μηνυμάτων "ΚΚΕ - Η Δύναμη" καθώς και η επιτελεστική δήλωση της Παπαρήγα ότι θέτει τις δυνάμεις του κόμματος στη διάθεση του κράτους για την κατάσβεση των πυρκαγιών. Η |δύναμη - μηχανισμός| λειτουργεί ως προσομοίωση του κράτους ώστε να καταφεύγουν οι αδύναμοι. Πρόκειται για την παροιμιώδη ιστορική ιδιοτέλεια του ΚΚΕ σύμφωνα με την κλασική αντίληψη του της διαμεσολάβησης για την αντιπροσώπευση υπό την εγγύηση του μηχανισμού. Υπάρχω για να είμαι ο μόνος αντιπρόσωπος του λαού και της εργατικής τάξης. Η εμμονή αυτή σημαίνει, ακριβώς, ότι δεν χρειάζεται να αλλάξει ώστε να υπάρχει εκεί ως καταφύγιο.

Επιπλέον, ο μοναδικός εκπρόσωπος-μηχανισμός κρίνεται φυσικά από το μέγεθος της δύναμης του η αύξηση της οποίας δεν προκύπτει από την σύνθεση και αλληλεπίδραση αλλά από την εξαφάνιση άλλων δυνάμεων. Το γεγονός ότι το ΚΚΕ είναι το μεγαλύτερο από τα μικρά κόμματα το καθιστά αυτομάτως το μόνο άξιο λόγου και χρήσιμο αντιπρόσωπο, πράγμα που αποτυπώθηκε προεκλογικά στην κατάπτυστη χρήση της θεωρίας της χαμένης ψήφου.

Συνεπώς μιλάμε για μια διπλή λειτουργία του καταφυγίου: πολιτιστικό και κοινωνικό. Το καταφύγιο είναι κάτι διαφορετικό από την παράσταση του οχυρού που επιφυλάσσει το ίδιο το ΚΚΕ για τον εαυτό του ή του περίκλειστου που βλέπουν οι έξω. Το καταφύγιο είναι στην πραγματικότητα ανοικτό, βγαίνει κανείς και επιστρέφει όταν απειλείται. Επίσης, σημαίνει ότι ένα τέτοιο κόμμα δεν παύει να δοκιμάζει, να διαπραγματεύεται, να ασκεί μια διαχείριση των δυνάμεων ή των πιέσεων που υπο-δέχεται. Το πρόβλημα δεν έγκειται στην "πλήρη και απόλυτη" απομόνωση, η οποία άλλωστε δεν μπορεί να είναι πραγματική, αλλά στον τρόπο λειτουργίας του κόμματος μέσα στο κράτος και στο πολιτικό θεσμικό πλαίσιο. Ένα τέτοιο κόμμα δεν μπορεί να είναι ποτέ πλήρως κλειστό στις ανταλλαγές εν γένει, και αυτό το γνωρίζει το ΚΚΕ καλώντας προεκλογικά να το υπερψηφίσουν χωρίς απαραίτητα να συμφωνούν μαζί του.

Είναι εντούτοις κλειστό σε σχέση με την απειρία των πρακτικών (της πάλης των τάξεων) που υπερβαίνουν το αναγνωρισμένο πολιτικο-θεσμικό όριο. Και τούτο διότι η παραδοσιακή αντίληψη "όλα ή τίποτα" υποχρεώνει σε έναν υποκριτικό ρεαλισμό και στην "κατάψυξη" των στόχων συγχρόνως. Το απόλυτο της ταυτότητας δεν σημαίνει απαραιτήτως ότι αυτή δεν σχετικοποιείται κατά την ανταλλαγή εντός του κράτους και των σχέσεων εξουσίας. Την επικοινωνία την πραγματώνει μόνο μέσα από το κράτος, από την "κρατική" υπόσταση του ως κόμμα, την ένταξή του στον ιδεολογικό μηχανισμό. Κατά συνέπεια, δεν διανοείται μια πολιτική λειτουργία αυθεντικής αναγνώρισης των πρακτικών και μεταφοράς τους εντός του θεσμικού πεδίου. Εστιάζοντας σε αυτά τα χαρακτηριστικά δεν σημαίνει ότι αγνοούμε τη δυνατότητα παρέμβασης του ΚΚΕ σε ριζοσπαστικά στρώματα και την υπερψήφισή του από αυτά. Όσο για την ατίθαση νεολαία, η κ. Παπαρήγα θεωρεί ότι: "με ευκολία αποδέχεται τις αλλαγές, έλκεται από το ρίσκο, αναζητεί ιδεώδη και ιδανικά", όμως "μακριά από εμάς κάθε διάθεση κολακείας της νεολαίας με στόχο τον προσεταιρισμό της για κοντόφθαλμους και στενούς κομματικούς στόχους... το ΚΚΕ δεν φοβάται τα ξεσπάσματα, ούτε και εκείνους τους αγώνες "που έχουν αιτήματα και στόχους κατώτερους των αναγκών και των περιστάσεων είναι όμως και δικαίωμά του να κάνει κριτική προκειμένου να συμβάλει στην αποτελεσματικότητα της πάλης (ομιλία στο Φεστιβάλ της ΚΝΕ στις 7-10-2007).

Το ΚΚΕ εκφράζει προς τα έξω αυτό που είναι, δίνοντας μια σαφή εικόνα του εαυτού του. Δεν μπορεί να εκφράσει όμως το έξω του πολιτικού στοιχείου, δηλαδή τα άγνωστα και νέα φαινόμενα που ανανεώνουν την πολιτική. Μπορεί να εκφραστεί προς τα έξω, αλλά με μια γλώσσα που του επιβάλλει η ανταλλαγή που επέλεξε. Παρότι με τον ίδιο τρόπο εννοείται μια επικοινωνία που οδηγεί επιτυχώς στην εκπροσώπηση και συνεπώς στον μετασχηματισμό των δυο όρων της σχέσης, εδώ δεν πρόκειται όμως για αυτό. Στην πραγματικότητα γίνεται μια ανταλλαγή για να μην αλλάξει τίποτε. Ποιανού τη γλώσσα δανείζεται και χρησιμοποιεί το ΚΚΕ (και βεβαίως όχι μόνο στα τηλεοπτικά παράθυρα); Δεν αναγνωρίζει ότι πολλές φορές δεν μιλάει το ίδιο αλλά στη θέση του μιλάει αυτό(δηλαδή το ρεύμα, το κοινό του) από το οποίο χρησιμοποιείται (ca parle). Είναι φανερό ότι εδώ εντοπίζεται το μη αναπαραστάσιμο, το εσωτερικό όριο ως εμπόδιο, ως εσωτερικός αποκλεισμός σημείο στο οποίο συγκεντρώνονται οι απορίες της πολιτικής στην εποχή μας. Δεν ξενοιάζουμε με το να χαρακτηρίζουμε το ΚΚΕ απλώς εθνικιστικό, διότι έχουμε ένα πραγματικά πιο περίπλοκο πρόβλημα: λειτουργεί πετυχημένα με το μοντέλο του έθνους. Μπορούμε να προσθέσουμε, λοιπόν, ότι τελικά λειτουργεί με την επεξεργασία της μνήμης αλλά |μέσα από τον αποκλεισμό|. Αυτή είναι η εσωτερική ένταση που το διαπερνά.

Συνοψίζοντας, η παραπάνω προσέγγιση μπορεί να χρησιμεύσει στο να κατανοήσουμε τις αντιφάσεις της κομματικής μορφής, την "επιστροφή" της καθώς και τα όρια των κινημάτων. Διαπερνά όλα τα κόμματα ως ένας ορισμένος τρόπος συγκρότησης ταυτότητας, ιδεολογίας και πολιτικής. Αρκεί να μην είναι η κλασική συνταγή που περιλαμβάνει μια απόλυτη ιδέα συν έναν μηχανισμό, δηλαδή εμπόριο αθωότητας. Τι είναι αυτό το παραπάνω που απαιτείται; Το καταφύγιο σημαίνει απόλυτη εμπιστοσύνη, κατανόηση, συγκίνηση αλλά και κατοπινό εφαλτήριο της ενδυνάμωσης των αρχών μας με την έξοδο στο νέο, το άνοιγμα στον κόσμο. Αυτή είναι αναβάπτιση στο "αγαθό σημείο" της αθωότητας, το μόνο που είναι εφικτό να υπερασπιστεί κανείς στη βάση της ίδιας της ήττας ή της διάψευσης, δηλαδή μιλώντας με την ευρύτερη σημασία της κρίσης της Αριστεράς.

Εξ αντιδιαστολής, σχεδόν, μπορούμε να εξάγουμε ένα άλλο μοντέλο. Το μοντέλο του ΣΥΡΙΖΑ, ανοιχτό προς τις πρακτικές που αναδύονται πέραν του κράτους, θετικό στο να αναδεικνύει την αμφισβήτηση, να μεταφέρει εντός του πολιτικού συστήματος τον λόγο των κινημάτων, να συγκροτεί πολιτικές συλλογικότητες και εξ αυτών να παράγει σιγουριά και ασφάλεια. Μοντέλο της συγκρουσιακής δημοκρατίας, ανοιχτό και εύθραυστο από τη φύση του αλλά το μόνο στο οποίο παίζεται κάτι. Σηματοδοτεί επιπλέον το κόμμα ως ενότητα διαφοράς, δηλαδή το άλλο εσωτερικό όριο, το δικό μας το οποίο δικαιώθηκε όντας ανταγωνιστικό με το προηγούμενο. Πρέπει, συνεπώς, να αποφύγουμε την λογική της συμπληρωματικότητας, να συνειδητοποιήσουμε ότι είναι ποιοτικά διαφορετικές μοναδικότητες και να μην αθροίζουμε απλά ποσοστά.

|Ο Μιχάλης Μπαρτσίδης είναι "ανένταχτος ενταγμένος" στον ΣΥΡΙΖΑ Θεσσαλονίκης|

Συντάκτης : Καταχωρητης 4