ΚΥΡΙΟ ΑΡΘΡΟ
DNA ΔΝΤ το DNA του ΠΑΣΟΚ
Παρασκευή 30 Ιουλίου 2010
Η Μ. Ξενογιαννακοπούλου είναι η τελευταία υπουργός η οποία σκέφτηκε ή έδειξε πως σκέφτηκε να αντισταθεί, όχι στο Μνημόνιο...
Του Παναγιώτη Σωτήρη*
JOHN MILIOS and DIMITRIS P. SOTIROPOULOS, Rethinking Imperialism. A Study of Capitalist Rule, Houndsmills: Palgrave Macmillan, 2009, σσ. Viii+248
Εάν η δεκαετία του 1990 ήταν η δεκαετία της “παγκοσμιοποίησης”, η δεκαετία που μόλις ολοκληρώθηκε σηματοδοτήθηκε από την επιστροφή του ιμπεριαλισμού. Η 11η Σεπτεμβρίου, και η επέμβαση στο Αφγανιστάν που την ακολούθησε, η βάρβαρη και συνεχιζόμενη κατοχή του Ιράκ, οι αντιπαραθέσεις για το ρόλο που πρέπει να πάρει η Αμερικανική “αυτοκρατορία”, η ύπαρξη κινημάτων, ακόμη και κρατικών σχηματισμών που επιμένουν να καταγγέλλουν τον ιμπεριαλισμό, όλα αυτά συντέλεσαν σε μια επιστροφή, στο επίπεδο του δημοσιογραφικού λόγου αλλά και στο επίπεδο της θεωρητικής συζήτησης, της έννοιας του ιμπεριαλισμού.
Αυτό, όμως, που απουσίασε ήταν μια περισσότερο συστηματική συζήτηση πάνω στην έννοια του ιμπεριαλισμού και τη σχέση του με το σύγχρονο καπιταλισμό. Άλλωστε, η παρουσία μιας έννοιας στο πολιτικό λεξιλόγιο δεν σημαίνει και ανάλογη επίγνωση των θεωρητικών προϋποθέσεων ή των ανοιχτών ερωτημάτων που τη διαπερνούν. Ειδικά στην ελληνική περίπτωση, όσο θετικό είναι το γεγονός ότι η έννοια του ιμπεριαλισμού δεν διαγράφηκε ποτέ από το λεξιλόγιο της ελληνικής Αριστεράς, τόσο προβληματικό είναι να χρησιμοποιείται ως απλό συνώνυμο της οικονομικής ή πολιτικοστρατιωτικής επιθετικότητας στο διεθνές επίπεδο.
Σε αυτό το φόντο, η όλη συζήτηση πάνω στο “νέο ιμπεριαλισμό” στη δεκαετία του 2000 αποτέλεσε, παρ' όλες τις αντιφάσεις της, μια σημαντική πτυχή της όλης αναγέννησης και ανανέωσης των μαρξιστικών θεωρητικών κατευθύνσεων. Βιβλία και παρεμβάσεις όπως του David Harvey (O Νέος Ιμπεριαλισμός, Αθήνα, εκδ. Καστανιώτη 2006) ή της Ellen Meiksins Wood (H Αυτοκρατορία του Κεφαλαίου, εκδ. ΚΨΜ, 2008) ή του Alex Callinicos αναμφίβολα αποτέλεσαν συνεισφορές σε αυτή την προσπάθεια. Σε αρκετές, όμως, από αυτές τις τοποθετήσεις ο αναγνώστης μένει με την αίσθηση ότι διαβάζει κατά βάση ένα συνδυασμό ανάμεσα σε μια κλασική μαρξιστική θεωρία του ιμπεριαλισμού και μια αριστερή εκδοχή γεωπολιτικής. Συγκρινόμενος με τον εμπειριστικό, περιγραφικό, ιδεαλιστικό και ανοιχτά απολογητικό χαρακτήρα μεγάλου μέρους της θεωρίας των διεθνών σχέσεων, ο συνδυασμός είναι ευπρόσδεκτος και προσφέρει επιχειρήματα σε εκείνους τους αγωνιστές που θέλουν να μετασχηματίσουν την οργή τους απέναντι στην ιμπεριαλιστική βαρβαρότητα σε μια πιο συνολική κριτική των συνθηκών που τη γεννούν. Δεν συγκροτεί, όμως, μια πρωτότυπη θεωρία που να απαντά στα ερωτήματα που αφορούν τη σχέση ανάμεσα στην εξέλιξη των δυναμικών και αντιφάσεων της καπιταλιστικής συσσώρευσης και τη διαμόρφωση ιμπεριαλιστικών στρατηγικών και πρακτικών.
Έτσι, το ανά χείρας βιβλίο αποκτά μεγάλο ενδιαφέρον, ακριβώς επειδή δοκιμάζει να ορίσει το θεωρητικό πλαίσιο μιας συνεκτικής μαρξιστικής θεωρίας πάνω στο ερώτημα του ιμπεριαλισμού, σε μια κριτική οριοθέτηση απέναντι στις περισσότερες τοποθετήσεις που έχουν διατυπωθεί μέσα στην ιστορία του μαρξισμού.
Για το σκοπό αυτό, οι δύο συγγραφείς ξεκινούν από μια κριτική παρουσίαση των κλασικών θεωριών για τον ιμπεριαλισμό. Υπενθυμίζουν ότι η πρώτη διατύπωση της έννοιας του ιμπεριαλισμού από τον Hobson έγινε στο πλαίσιο ενός πολύ συγκεκριμένου σχήματος για την υποκατανάλωση, ως βασική αιτία της κρίσης, και την ιμπεριαλιστική επέκταση, ως μηχανισμό απάντησης στο πλεονάζον κεφάλαιο, σχήμα που θα αποτελέσει αρνητική κληρονομιά για τους μαρξιστές που θα δοκιμάσουν να το χρησιμοποιήσουν. Aντίστοιχα, κριτικοί είναι απέναντι στην τοποθέτηση της Λούξεμπουργκ και του Μπουχάριν, θεωρώντας ότι κάνουν το λάθος να μιλούν για μια λειτουργία του καπιταλισμού ως “παγκόσμιου συστήματος”, υποτιμώντας τη σημασία των εθνικών κοινωνικών σχηματισμών, αλλά και απέναντι στη συσχέτιση του ιμπεριαλισμού με τα μονοπώλια, στοιχείο που εντοπίζουν τόσο στον Χίλφεντινγκ όσο και στον Λένιν. Ταυτόχρονα, όμως, εντοπίζουν και τη θεωρητική πρωτοτυπία και επικαιρότητα που έχει η έννοια της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας, την οποία εισήγαγε ο Λένιν, ως μια θεωρητική προσέγγιση της διαμόρφωσης του διεθνούς πεδίου μέσα από τη συνάρθρωση εθνικών κοινωνικών σχηματισμών (των επιμέρους κρίκων της αλυσίδας) που είναι ο βασικός τόπος αναπαραγωγής των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων.
Κριτική είναι, όμως, και η τοποθέτησή τους απέναντι στις διάφορες παραλλαγές θεωριών του ιμπεριαλισμού που στηρίχτηκαν σε ένα σχήμα «κέντρου - περιφέρειας» ή σε κάποια παραλλαγή των θεωριών της εξάρτησης. Σε αυτά τα θεωρητικά σχήματα οι δύο συγγραφείς εντοπίζουν την αναπαραγωγή μιας θεωρητικά εσφαλμένης αντίληψης περί της εκμετάλλευσης μιας περιφερειακής χώρας από τις “μητροπόλεις”, η οποία παραβλέπει τη σημασία που έχουν οι ταξικές σχέσεις (άρα και οι σχέσεις εκμετάλλευσης) στο εσωτερικό κάθε κοινωνικού σχηματισμού, συμπεριλαμβανομένων και των περιφερειακών.
Σε ένα πιο αφηρημένο θεωρητικό επίπεδο, οι δύο συγγραφείς θεωρούν ότι οι περισσότερες θεωρίες για τον ιμπεριαλισμό, όπως και μεγάλο μέρος της θεωρίας των διεθνών σχέσεων, διαπερνιούνται από δύο βασικές θεωρητικές αντιφάσεις: την αντιμετώπιση του κράτους ως ενός αυτόνομου φορέα μέσα στο διεθνές σύστημα, σε αποσύνδεση από τους όρους αναπαραγωγής των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων, και την αντιμετώπιση των εκμεταλλευτικών σχέσεων ως κατά βάση σχέσεων άνισης κατανομής πλούτου και εισοδήματος. Αποδίδουν δε αυτές τις αντιφάσεις στην επίδραση του Βέμπερ και του Σουμπέτερ. Ειδικά για τις μαρξιστικές τοποθετήσεις, αυτή η αντίληψη του κράτους ως υποκειμένου παίρνει και μια ειδικά ιστορικιστική χροιά, την οποία αποδίδουν και σε μια ορισμένη ανάγνωση του Γκράμσι.
Απέναντι σε αυτά, οι δύο συγγραφείς αντιπαρατάσσουν το δικό τους θεωρητικό σχήμα. Θεωρούν ότι μια θεωρία του ιμπεριαλισμού δεν μπορεί παρά να στηρίζεται σε μια θεωρία της γενίκευσης της αξιακής μορφής ως συμπύκνωσης της ηγεμονίας των καπιταλιστικών παραγωγικών σχέσεων. Επιμένουν ότι για να αποφύγουμε τη θεώρηση του κράτους, είτε ως ουδέτερου εργαλείου, είτε ως υποκειμένου με αυτόνομη βούληση, χρειαζόμαστε μια θεωρία του συνολικού κοινωνικού κεφαλαίου, που αποδίδει τον τρόπο με τον οποίο συγκροτείται μέσα σε κάθε ιστορική στιγμή το αντικειμενικό ταξικό συμφέρον. Το κράτος σε αυτό το πλαίσιο είναι το αποτέλεσμα και η συμπύκνωση των σχέσεων εξουσίας και εκμετάλλευσης και ως εκ τούτου λειτουργεί και ως ο φορέας αυτού τού με όρους συνολικού κοινωνικού κεφαλαίου οριζόμενου αντικειμενικού ταξικού συμφέροντος. Η συγκρότηση των αστικών κρατών συνεπάγεται και τη διαμόρφωση εθνικών μορφών, με το έθνος να λειτουργεί ως η μεταγραφή του αστικού συμφέροντος ως εθνικού συμφέροντος και ταυτόχρονα να αποτυπώνει τη διπλή αντιφατική τάση και προς την ελευθερία (το αίτημα της εθνικής χειραφέτησης) και προς τον ολοκληρωτισμό (την εθνική ομογενοποίηση μέσα από την βίαιη ενσωμάτωση ή και εξόντωση των “αλλοεθνών”) των σύγχρονων εθνών-κρατών.
Με βάση τα παραπάνω, ο ιμπεριαλισμός δεν αποτελεί ιδιαίτερο στάδιο του καπιταλισμού, αλλά στοιχείο που εξαρχής συνοδεύει την εμφάνιση των αστικών κρατών. Αυτό που αλλάζει είναι η μορφή που παίρνει ο ιμπεριαλισμός ανάλογα με την φάση στην οποία βρίσκονται οι καπιταλιστικοί κοινωνικοί σχηματισμοί. Έτσι, περνάμε, από την πρώτη μορφή αποικιακού ιμπεριαλισμού, στην περίοδο όπου κυριαρχούν οι μερκαντιλιστικές και προβιομηχανικές μορφές καπιταλισμού, στη δεύτερη εκδοχή αποικιακού ιμπεριαλισμού, που συμπίπτει με την ανάπτυξη του βιομηχανικού καπιταλισμού και στη συνέχεια, μετά την αποαποικιοποίηση, στη σύγχρονη μορφή ιμπεριαλισμού, που στηρίζεται πάνω στην ύπαρξη ενός συστήματος ανεξάρτητων εθνών-κρατών. Οι ιμπεριαλιστικές πρακτικές δεν μπορούν να περιγραφούν ως απλές επιλογές ή τακτικές των ιμπεριαλιστικών σχηματισμών, αλλά ως αποτελέσματα της ίδιας της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας ως δομής, που συμπυκνώνει τις κυρίαρχες αστικές στρατηγικές. Έτσι, τόσο οι μορφές πολιτικοστρατιωτικής επιθετικότητας όσο όμως και οι μορφές διεθνοποίησης του κεφαλαίου (συμπεριλαμβανομένης και της τρέχουσας τάσης προς την “χρηματοπιστωτικοποίηση” - financialisation) δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως “παρεκκλίσεις” από μια φαντασιακή καπιταλιστική ομαλότητα, αλλά ως πλευρές δομικών κοινωνικοπολιτικών δυναμικών που αντιστοιχούν στη σημερινή ηγεμονία του νεοφιλελευθερισμού ως της βασικής αστικής στρατηγικής.
Συνολικά, είναι μια σημαντική μελέτη με ιδιαίτερο θεωρητικό βάθος, συνολική στην οπτική και τη θεωρητική προσέγγιση και αρκούντως αυστηρή στον τρόπο με τον οποίο χαράσσει αναγκαίες θεωρητικές διαχωριστικές γραμμές. Το βασικό ισχυρό θεωρητικό σημείο του βιβλίου είναι ότι δεν θεωρεί την έννοια του ιμπεριαλισμού δεδομένη, αλλά αντίθετα την αντιμετωπίζει ως μια θεωρητική πρόκληση, καθώς και ότι επιμένει να δει τις ιμπεριαλιστικές πρακτικές, σχέσεις και ανταγωνισμούς ως οργανική πλευρά της συνολικής αναπαραγωγής του κεφαλαίου ως κοινωνικής σχέσης. Μας δείχνει δηλαδή ότι αυτό που καθορίζει το διεθνές σύστημα δεν είναι μια “άφρων” τάση των ηγεμονικών καπιταλιστικών σχηματισμών προς την επιθετικότητα, αλλά η ίδια η “συστημική” λογική της αναπαραγωγής των καπιταλιστικών καταπιεστικών και εκμεταλλευτικών κοινωνικών σχέσεων. Και αυτό είναι ιδιαίτερα αναγκαίο, εάν θέλουμε να κάνουμε το βήμα από την καταδίκη της ιμπεριαλιστικής βαρβαρότητας στην πολιτική πάλη για την ανατροπή των κοινωνικών σχέσεων και μορφών που τη γεννούν και την αναπαράγουν.
*Ο Παναγιώτης Σωτήρης διδάσκει Φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου
Google
Facebook
Delicious
Twitter
Stumble