ΚΥΡΙΟ ΑΡΘΡΟ
DNA ΔΝΤ το DNA του ΠΑΣΟΚ
Παρασκευή 30 Ιουλίου 2010
Η Μ. Ξενογιαννακοπούλου είναι η τελευταία υπουργός η οποία σκέφτηκε ή έδειξε πως σκέφτηκε να αντισταθεί, όχι στο Μνημόνιο...
ΤΗΣ ΡΕΝΑΣ ΔΟΥΡΟΥ
DIANA MARDIDES, Κύπρος 1957-1963, Πρόλογος: Robert Holland, μτφρ. Ελένη Ιερείδου-Μόλλισον, εκδόσεις Μεσόγειος, σελ. 560
Το βιβλίο της Diana Markides έρχεται σε μια κρίσιμη χρονιά για την πορεία του Κυπριακού, αλλά και για την πορεία ένταξης της Τουρκίας στην Ε.Ε. Και έρχεται να φωτίσει μια πτυχή των Συμφωνιών Ζυρίχης-Λονδίνου, οι οποίες διαμόρφωσαν, πενήντα χρόνια πριν, τη δομή της ανεξαρτησίας της νήσου. Πρόκειται για το ζήτημα των χωριστών Δήμων που προβλεπόταν με το άρθρο 20 του Συντάγματος (και τις Περί Δήμων Διατάξεις του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, άρθρα 173, 174, 175, 177, 178), το οποίο δήλωνε, με κάποιους όρους, ότι έπρεπε να δημιουργηθούν χωριστά Δημαρχεία από τους Τούρκους κατοίκους των πέντε κυριότερων πόλεων της Κύπρου. Ο θεμελιακός χαρακτήρας του συγκεκριμένου άρθρου στο κυπριακό Σύνταγμα αποδεικνύεται κι από το γεγονός ότι δεν μπορούσε να τροποποιηθεί χωρίς την έγκριση των Εγγυητριών Δυνάμεων.
Στο προφανές ερώτημα, ποια η αναγκαιότητα της μελέτης ενός τόσο μερικού θέματος και η επιλογή του μέσα από μια σειρά άλλων θεμάτων, μιας σημαντικής περιόδου για τη σύγχρονη κυπριακή ιστορία, όπως είναι η περίοδος της απο-αποικιοποίησης, η συγγραφέας επιχειρεί την απάντηση με τη βοήθεια βρετανικού κι αμερικανικού αρχειακού υλικού, η οποία συνοψίζεται στο ό,τι: «η ιστορική μαρτυρία καταδεικνύει ότι ούτε στη σύλληψη, ούτε στην εξέλιξή του δεν ήταν απλώς ζήτημα για το “ποιος θα πετούσε τα σκουπίδια ποιου” [...]το θέμα αυτό αποτελεί ένα κεντρικό ζήτημα για την εξέταση των πολιτικών εξελίξεων από το τέλος της αποικιοκρατικής διοίκησης μέχρι και την συνταγματική κρίση του 1963»1.
Η αφετηριακή υπόθεση της έρευνας της συγγραφέως ορίζει το ζήτημα των χωριστών Δήμων ως μικρογραφία του ευρύτερου κυπριακού προβλήματος και ισχυρίζεται ότι αντανακλά με τον τρόπο που εξελίσσεται η τακτική και η καχυποψία των ευρύτερων συγκρουόμενων αντιλήψεων στην περιοχή. Ήδη από τον πρόλογο, με την υπογραφή του Άγγλου ιστορικού Robert Holland, αλλά και στην εισαγωγή, τονίζεται ότι η αποτυχία να επιλυθεί το ζήτημα των Δήμων εμπεριείχε τους «σπόρους κατάρρευσης του συστήματος διακυβέρνησης που προβλεπόταν από τις Συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου»2. Και βεβαίως δεν θα παραλείψει να φωτίσει όλους εκείνους τους λόγους για τους οποίους δεν αποδόθηκε μεγαλύτερη σημασία στο ζήτημα των Δήμων, σχεδόν στο σύνολο της ακαδημαϊκής έρευνας, αλλά πρωτίστως από τους πρωταγωνιστές, κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου και των διαπραγματεύσεων.
Κεντρικό σημείο στη μελέτη της συγγραφέως κατέχουν οι συνέπειες της αποτυχίας του χειρισμού του θέματος των Δήμων και η επίδραση που είχε το γεγονός αυτό στις πιθανότητες επιβίωσης του κράτους μέσα στο πλαίσιο των Συμφωνιών της Ζυρίχης-Λονδίνου, ιδίως κατά τη διάρκεια των δύο πρώτων χρόνων της ανεξαρτησίας.3. Με την υποστήριξη των παραπομπών σε επίσημα κείμενα-ορόσημα των διαπραγματεύσεων που έλαβαν χώρα κατά τη διάρκεια που ορίζει η μελέτη -1957 έως 1963-, αλλά και δημοσιογραφικών πηγών, το ζήτημα των Δήμων αναδύεται ως παράγοντας-κλειδί4 και στις διεθνείς διαπραγματεύσεις που αφορούσαν την Κύπρο, οι οποίες δεν είχαν καμία σχέση με την αποτελεσματική διοίκηση των πόλεων για το καλό των πολιτών των δυο κοινοτήτων.5 Το θέμα των Δήμων ήταν «μια μάχη ενάντια στην επιβολή του status των Τουρκοκυπρίων ως μειοψηφίας»6.
Αποδεικνύεται πως η δημιουργία και διατήρηση χωριστών δημοτικών διοικήσεων αποτέλεσε κρίσιμο παράγοντα για την κατάκτηση του status της κοινότητας, αντί αυτού της μειοψηφίας από τους Τουρκοκυπρίους. Στον πυρήνα του προβλήματος υπήρχε η εκ διαμέτρου αντίθετη αντίληψη για την καινούργια Δημοκρατία που εγκαινιάστηκε με τις Συμφωνίες. Οι Ελληνοκύπριοι οραματίζονταν ουσιαστικά ένα ενιαίο κράτος, όπου η πλειοψηφία θα ασκούσε τη διοίκηση, με αποτέλεσμα τα προνόμια της μειονότητας να παρουσιάζονται ως εμπόδιο. Από την άλλη, οι Τουρκοκύπριοι και η Άγκυρα επιθυμούσαν τη δημιουργία μιας ομοσπονδίας, με χωριστούς θεσμούς σε κάθε τομέα. Ταυτόχρονα, μάχονταν για την προώθηση της αρχής ότι οι Τουρκοκύπριοι πολίτες θα έπρεπε να είναι υπόλογοι μονάχα σε Τούρκους αξιωματούχους, γεγονός που τουλάχιστον στα πρώτα χρόνια της ανεξαρτησίας δεν ήταν εφικτό, αφού στο ενιαίο κράτος ο τουρκοκυπριακός πληθυσμός του 18% ήταν διάσπαρτος σε όλο το νησί7.
Μέσω του ζητήματος των Δήμων αναδεικνύεται ότι οι Συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου ουσιαστικά δεν διευθέτησαν τις διαφορές, αλλά επιχείρησαν να τις σταθεροποιήσουν, χωρίς να κατορθώσουν να επιφέρουν δραστικές αλλαγές στους παράγοντες που προκάλεσαν την ελληνοτουρκική ένταση στα χρόνια μεταξύ 1957 έως 1963. Όπως ήταν αναμενόμενο, οι διαφορές αναζωπυρώθηκαν μόλις οι Ελληνοκύπριοι χρειάστηκε να αντιμετωπίσουν τις ευκαιρίες που δημιουργήθηκαν με την αποδοχή της Δημοκρατίας από τη διεθνή κοινότητα και την ίδια στιγμή τους περιορισμούς που προέκυψαν από την τουρκική ερμηνεία του Συντάγματος και των δικαιωμάτων των Εγγυητριών Δυνάμεων. Όπως σημειώνει η συγγραφέας, «η ολοκληρωτική ανεξαρτησία σήμαινε για τους Τούρκους, όπως παλαιότερα για τους Βρετανούς, μια ολισθηρή κλίση προς την Ένωση. Για τους Ελληνοκυπρίους όμως, η πλήρη ανεξαρτησία, ή ένα κράτος με ελληνικό χαρακτήρα στην ανατολική Μεσόγειο, ήταν η μόνη εναλλακτική λύση που θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή ως συμβιβασμός για την υποχώρηση από την επιδίωξη της Ένωσης. Οι τουρκικές απειλές για διχοτόμηση, σε περίπτωση μονομερούς τροποποίησης του Συντάγματος, ενίσχυαν την απόφαση των Ελληνοκυπρίων να αναζητήσουν ένα εναλλακτικό πλαίσιο για ανεξαρτησία»8. Άλλως, η πορεία των Δημαρχείων έπαυε να αποτελεί το χώρο διευθέτησης της καθημερινότητας των πολιτών και μετατρεπόταν σε βασικό μοχλό της ελληνοκυπριακής κοινότητας, από όπου προωθούνταν τα ιδανικά της ένωσης, ενώ για τους τουρκοκυπρίους σε πρόσχημα για το γεωγραφικό προσδιορισμό, με στόχο τον πολιτικό έλεγχο της κοινότητας και του νησιού.
Ωστόσο, η πολύ ενδιαφέρουσα ιστορική πτυχή του Κυπριακού που επιχειρεί με την συγκεκριμένη μελέτη να αναδείξει η Diana Markides -αυτή του ζητήματος των χωριστών Δήμων- δεν δικαιολογεί το μέγεθος του συγκεκριμένου βιβλίου. Αναπόφευκτο είναι, λοιπόν, να οδηγείται σε αλληλοεπικαλύψεις και ακόμη και επαναλήψεις, ιδίως όσον αφορά τον ισχυρισμό/συμπέρασμα, για το πόσο σημαντικό ρόλο κατείχε στην περίοδο της από-αποικιοποίησης αλλά και αργότερα το άρθρο 20 του Συντάγματος και οι αποπειρώμενες προσπάθειες υλοποίησής του. Κατά την άποψή μας, μέρος της ευθύνης για τις επαναλήψεις φέρει και η μετάφραση, η οποία δεν κατορθώνει, επίσης, να αποφύγει τη μεταφορά στα ελληνικά μιας καθαρά αγγλικής σύνταξης και ιδιωματισμών, που αδικούν το κείμενο. Πιστή στην αγγλοσαξονική μεθοδολογία, που θέλει τον αυστηρό ορισμό του προς εξέταση θέματος, η συγγραφέας, παρόλο που ορίζει κάθε φορά στην αρχή των κεφαλαίων τι πρόκειται να ακολουθήσει, δεν αποφεύγει μια σειρά από ολισθήματα, πέραν από αυτό της επανάληψης ίδιων διαπιστώσεων. Εν τέλει ίσως αυτό να δικαιολογεί το μέγεθος της μελέτης, που δεν επικεντρώνεται αυστηρά στο ζήτημα των χωριστών Δήμων αλλά, με αυτό ως εργαλείο, διατρέχει τις κρίσιμες πολιτικο-οικονομικές και κοινωνικές εξελίξεις τα πρώτα χρόνια της ανεξαρτησίας του νησιού έως το 1974.
Εάν αντιμετωπίσουμε τη συγκεκριμένη μελέτη με αυτό τον τρόπο, τότε χρειάζεται να αναφερθούμε και στις επαναλαμβανόμενες εκτιμήσεις που παίρνουν το ρίσκο του ψυχολογικού αναγωγισμού. Απαλείφοντας τα εθνικά και ταξικά συμφέροντα και τις πολιτικές και ιδεολογικές αιτιάσεις, η ανάλυση θέλει ελληνοκυπρίους και τουρκοκυπρίους να ζουν αγαστά, αλλά εξωτερικοί παράγοντες να διασαλεύουν αυτή την αρμονική συμβίωση9. Ακόμη πιο προβληματική παρουσιάζεται η προσφυγή στην καχυποψία για την ανάλυση μιας σειράς πολιτικών ενεργειών, παρ’ ότι ορθά αποδίδεται η ευθύνη, για τα διάφορα πολιτικά αδιέξοδα, στον ενωτικό φανατισμό ή/και το τουρκικό διαχωριστικό κίνημα.10
Η «καχυποψία», η «αδυναμία» εμφιλοχωρεί ως εξήγηση και όσον αφορά μια σειρά παρεμβάσεων των Βρετανών11. Όπως επίσης η έλλειψη συνεννόησης, που προκύπτει από την ύπαρξη Υπουργείου Εξωτερικών και Υπουργείου Κοινοπολιτειακών Σχέσεων, ευθύνεται για την αναποτελεσματικότητα του βρετανικού παράγοντα [sic]. Η γεωστρατηγική ανάλυση, ωστόσο, δεν απουσιάζει, ώστε να αφήσει έκθετη τη μελέτη. Χαρακτηριστικά είναι τα όσα αναφέρονται στη διατήρηση της βρετανικής κυριαρχίας σε ολόκληρο το νησί, που πήρε καινούργια σημασία το 1957 «με την απόφαση να χρησιμοποιηθεί η Κύπρος ως πυρηνική βάση, κάτι που ήδη βρισκόταν υπό μελέτη. Η μετά το Σουέζ πεποίθηση ότι τα πυρηνικά όπλα ήταν ο απόλυτος αποτρεπτικός παράγοντας του πολέμου κι επίσης το σύμβολο το οποίο χρειαζόταν η Βρετανία για να διατηρήσει τα διαπιστευτήρια μιας παγκόσμιας δύναμης, δημιούργησε νέα κίνητρα για την παραμονή των Βρετανών στην Κύπρο».12
Επίσης, παρόλο που η συγγραφέας εύστοχα διαπιστώνει ότι η ανάμειξη των Ηνωμένων Πολιτειών, με κύρια προτεραιότητα την αντίδραση προς την «κομμουνιστική απειλή»,13 καθυστερούσε και περιέπλεκε την πρόοδο στις σχέσεις μεταξύ των δύο κοινοτήτων, αλλά και δημιουργούσε ενδοκοινοτικές τριβές, δεν κατορθώνει να έχει στο οπλοστάσιο των πηγών της συνεντεύξεις και μαρτυρίες από στελέχη του ΑΚΕΛ, όπως έχει επιτύχει με τον Τ. Παπαδόπουλο και την Σ. Σουλιώτη. Άλλωστε, ο ρόλος του ΑΚΕΛ, πολύ προτού εκτυλιχθεί η αντικομουνιστική διαδικασία τον Δεκέμβριο του 1961, είναι ιδιαίτερα σημαντικός καθ’ όλη την περίοδο που διερευνάται στη συγκεκριμένη μελέτη, όπως για παράδειγμα -και όχι μόνο- στις εκλογές που έλαβαν χώρα στις 13 Δεκεμβρίου 1959.
Εν κατακλείδι, το βιβλίο αυτό αποτελεί μια σημαντική μελέτη, γιατί ακριβώς δεν περιορίζεται μονάχα στα χρονικά όρια που θέτει ο τίτλος του, αλλά ιχνηλατεί μια περίοδο πολύ μεγαλύτερη, με εκτενή περιγραφή ιστορικών γεγονότων, ώστε να αξίζει να διαβαστεί κι από τον μη ειδικό στην Ελλάδα, την Τουρκία, την Κύπρο και τη Βρετανία. Η λεπτομερής καταγραφή από τις προτάσεις Radcliffe και Acheson, έως τα περιστατικά με το παράνομα αρματωμένο πλοιάριο Deniz και τον υπουργό Εσωτερικών Πολύκαρπο Γεωρκάτζη να τοποθετεί μικρόφωνα έξω από το στρατόπεδο του ελληνικού αποσπάσματος, από τα οποία ακούγονταν κατηγορίες ανανδρίας και προδοσίας έναντι των Ελλήνων στρατιωτών,14 καθιστούν την ανάγνωση της μελέτης ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσα και κατατοπιστική για όσα συνέβησαν, αλλά κυρίως ρίχνει ένα διαφορετικό φως στη συγχρονία των τεκταινομένων στο Κυπριακό ζήτημα.
Η Ρένα Δούρου είναι υπεύθυνη Διεθνών σχέσεων του ΣΥΝ
1. Βλ. Εισαγωγή, στο Κύπρος 1957-1963, εκδόσεις Μεσόγειος, Αθήνα, 2009, σελ. 40.
2. Βλ. στο ίδιο, σελ.41.
3. Βλ. Κύπρος 1957-1963, εκδόσεις Μεσόγειος, Αθήνα, 2009, σελ. 216.
4. Βλ. Πολύ ενδιαφέρουσα η διάσταση απόψεων Κ. Καραμανλή με Μακάριο όσον αφορά την αξιολόγηση του ζητήματος των Δήμων «Όταν ο Μακάριος και ο Μητροπολίτης Κιτίου ξεκαθάρισαν ότι δεν ήταν εναντίον των χωριστών Δήμων... ο Καραμανλής και ο Αβέρωφ τόνισαν ότι αυτό ήταν θέμα-κλειδί και δεν έπρεπε να το αποδεχτούν, ο Μακάριος επέμενε ότι οι Έλληνες έπρεπε να ενεργήσουν σύμφωνα με τις επιθυμίες των Κυπρίων»,στο ίδιο, σελ.126-127.
5. Βλ. στο ίδιο, σελ. 128. κ.ε.
6. Βλ. στο ίδιο, σελ. 451. κ.ε.
7. Βλ. στο ίδιο, «η διατήρηση του ελέγχου επί του status του νησιού χωρίς να προκληθεί ελληνοτουρκικός πόλεμος ήταν το σημαντικότερο στοιχείο της τουρκικής πολιτικής στην Κύπρο. Αυτό εξαρτιόταν από τη διατήρηση μιας ξεχωριστής τουρκικής πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής συνοχής της τουρκικής κοινότητας. Η μόνη πρόνοια των Συμφωνιών της Ζυρίχης, το Φεβρουάριο του 1959, που προσέφερε την πιθανότητα διατήρησης τέτοιου ελέγχου, όταν το νησί έπαψε να είναι βρετανική αποικία, ήταν το άρθρο 173 του Συντάγματος, που προνοούσε τους τουρκικούς δήμους στις πέντε κυριότερες πόλεις», σελ. 489-490. κ.ε.
8. Βλ. στο ίδιο, σελ. 41. κ.ε.
9. Βλ. Πρόλογος, «...για την φυσική τους τάση να ζουν αγαστά και με ομόνοια και να δημιουργούν, μέσα από αυτή την τάση, μια ενιαία κοινότητα... και το πώς αυτή η φυσική ροπή των δυο κοινοτήτων μπορεί να ανατραπεί από παρεξηγήσεις, φόβο και λανθασμένες αναλύσεις» στο Κύπρος 1957-1963, εκδόσεις Μεσόγειος, Αθήνα, 2009, σελ. 12.
10. Βλ. «Ο αλυτρωτισμός, που ενυπήρχε στον ελληνικό αλλά και τον τουρκικό εθνικισμό και η εκμετάλλευσή του από ευρύτερα συμφέροντα...», στο Κύπρος 1957-1963, εκδόσεις Μεσόγειος, Αθήνα, 2009, σελ. 504.
11. Βλ. Εισαγωγή, «...την αδυναμία της Βρετανίας σε σχέση με την Τουρκία...» κι «...η μετριοπαθής και καλοπροαίρετη, αλλά όλο και περισσότερο επιφυλακτική διοίκηση ανεχόταν την κατάσταση...», στο Κύπρος 1957-1963, εκδόσεις Μεσόγειος, Αθήνα, 2009, σελ. 28, 29.
12. Βλ. Κύπρος 1957-1963, εκδόσεις Μεσόγειος, Αθήνα, 2009, σελ. 68.
13. Βλ. στο ίδιο, σελ. 250 και 465. κ.ε.
14. Βλ. στο ίδιο, σελ. 473. κ.ε.
Google
Facebook
Delicious
Twitter
Stumble