Δεν τον παίρνετε τον Γράμμο, ρε!
 
Ημερομηνία δημοσίευσης: 01/11/2009

Με απογοήτευσε ο Παντελής Βούλγαρης. Είμαι ψυχρός θεατής, που σπάνια αφήνεται να παρασυρθεί και προσπαθεί μέσω της πολιτικής και ιστορικής κοινωνιολογίας να ασκήσει κριτική. Τελικά μια σταγόνα κύλισε στις απαλές παρειές μου. Αλλά μόνο μία. Το συναισθηματικό παιχνίδι με τους θεατές έπαιξε ο καλός μας σκηνοθέτης. Άφησε το επίπεδο των μικρο-ιστοριών να κυριαρχήσει σε βάρος του μακρο-ιστορικού που το έκανε αγνώριστο. Στο όνομα της καταγραφής των βίων και των στιγμών των «απλών ανθρώπων» που ξεκληρίστηκαν χάνει τις συνδέσεις με το ευρύτερο ταξικό και πολιτικό γίγνεσθαι. Τι απομένει; Στην αρχή η αφαίρεση των δεκάδων χιλιάδων νεκρών της Κατοχής, της Αντίστασης, του Δεκέμβρη του και της μεταβαρκιζιανής ακροδεξιάς τρομοκρατίας. Ο χρόνος σταματά στο 1940 και ξαναρχίζει το 1946. Η πρόσθεση στην εικόνα των τίτλων του τέλους των γελαστών ηθοποιών που μας χαμογελάνε φορώντας τις αντάρτικες ή τις κυβερνητικές πολεμικές στολές και κρατώντας τον οπλισμό τους.

Θα μπορούσα να σταθώ πρωτίστως στα κινηματογραφικώς άψογα στοιχεία της ταινίας, όπως η φωτογραφία, η μουσική, το παίξιμο των ηθοποιών και, ιδιαίτερα των παιδιών των πρώτων ρόλων, και ούτω καθεξής. Αυτά είναι και τα στοιχεία που συμβάλλουν στην έκρηξη των συναισθημάτων. Όμως, στο επίπεδο της ιδεολογίας και της πολιτικής πρότασης της ταινίας πρέπει να είναι κανείς επικριτικός. Προωθείται μια ιδέα «εθνικής συναδέλφωσης» των δύο Ελλάδων που συγκρούστηκαν ένοπλα με τελείως άνισους όρους. Από τη μια πλευρά το «συγκρότημα εξουσίας», το κράτος που συνιστά την πολιτική ενότητα των κυρίαρχων τάξεων του καπιταλισμού. Από την άλλη ήταν οι κατώτερες κυριαρχούμενες τάξεις, η εργατική και η φτωχή αγροτιά: η 15χρονη Φούλα με τα γαλάζια μάτια και την κοτσίδα που από τα εννιά της χρόνια δουλεύει στα καπνά και η κοκκινομάλλα πολυβολήτρια Γιαννούλα, που λέει στον 14χρονο βοσκό Βλάσση «ράφτρα ήμουν κι όταν τελειώσουμε πάλι ράφτρα θα είμαι». Είναι αυτός ο κόσμος που ηττήθηκε από το «συγκρότημα εξουσίας» λόγω και των θανάσιμων λαθών στρατηγικής και τακτικής της ηγεσίας της κομμουνιστικής αριστεράς. Το αξίωμα που ασπάζεται ο σκηνοθέτης είναι ότι «για όλα φταίνε οι ξένοι» και αυτοί που επέμβηκαν και αυτοί που δεν επέμβηκαν. Ατύχησε η ταινία ως αντιπολεμική με αυτό τον τρόπο. Ας επιχειρήσει τώρα να δημιουργήσει αντιπολεμική ταινία που ο ακήρυχτος πόλεμος των συνόρων πνίγει χιλιάδες άμαχους πρόσφυγες και μετανάστες στα βάθη των υδάτων της Μεσογείου.

 

ΘΑΝΑΣΗΣ ΤΣΑΚΙΡΗΣ, διδάκτωρ Πολιτικής Επιστήμης