ΚΥΡΙΟ ΑΡΘΡΟ
Γόρδιος δεσμός στον ΣΥΡΙΖΑ
Πέμπτη 2 Σεπτεμβρίου 2010
Αντιμέτωπος με επιλογές που θα καθορίσουν το μέλλον του βρίσκεται ο ΣΥΡΙΖΑ, στην τελική ευθεία για τις περιφερειακές - δημοτικές εκλογές.
«Ψυχή βαθιά»
Σκηνοθεσία: Παντελής Βούλγαρης
Ερμηνεία: Χρήστος Καρτέρης, Γιώργος Αγγέλκος, Βαγγέλης Μουρίκης, Γιώργος Συμεωνίδης, Βικτώρια Χαραλαμπίδου, Κώστας Κλεφτόγιαννης , Θανάσης Βέγγος
Σε έρευνα της κοινής γνώμης που δημοσιεύθηκε στην «Καθημερινή» τον περασμένο Φεβρουάριο, το 55% δηλώνει πως κατά τη γνώμη του η «ιδεολογική διαίρεση» του Εμφυλίου παραμένει ισχυρή και σήμερα. Εξήντα ακριβώς χρόνια μετά τη λήξη του, ο «ανθρωποκεντρικός» Παντελής Βούλγαρης γύρισε μια ταινία μυθοπλασίας για την τελευταία περίοδο του Εμφυλίου, ταινία που ήδη φαίνεται να έχει διχάσει, τη στιγμή μάλιστα που κηρύσσει τη «λήξη» της σύγκρουσης, τη συμφιλίωση.
Στη «δυσκολία» μου να την προσεγγίσω, θα επικαλεστώ μια φράση που είχε πει ο Φίλιππος Ηλιού μιλώντας για το βιβλίο του Άγγελου Ελεφάντη «Μας πήραν την Αθήνα»: «Είναι μεγάλος ο πειρασμός για τον αριστερό να προσεγγίσει την ιστορία του με όρους πολιτικούς, αποδοχής ή απόρριψης, που εμπλέκουν το ορθό και το λάθος και τείνουν να καταλήξουν στην αυτοδικαίωση». Έστω κι αν το «Ψυχή βαθιά» δεν είναι ιστορικό κείμενο αλλά μυθοπλαστική μεταγραφή ιστορικών δεδομένων.
Ο Βούλγαρης στηρίζει την αφήγησή του σε δύο νεαρούς ήρωες, δυο αδέρφια, χωριατόπαιδα, που η «μοίρα» ρίχνει τον έναν στη μεριά του κυβερνητικού στρατού και τον άλλον στην απέναντι πλευρά. Όχι μόνο η ηλικία αλλά και τα πρόσωπα των αγοριών (τα οποία ο φακός του Βούλγαρη καδράρει συστηματικά) υποδηλώνουν την «αθωότητα», θεμελιώδη αντίθεση στο σφαγείο της εμφύλιας σύγκρουσης. Ο σκηνοθέτης θέτει εξ αρχής τα δύο στρατόπεδα σε κατάσταση «ισοτιμίας». Όχι απόλυτης. Άλλωστε, ενδεικτικά, ο τίτλος είναι παρμένος από το σύνθημα των ανταρτών… Όμως, σαφώς, η οπτική του σκηνοθέτη δεν είναι με κάποια από τις δύο πλευρές αλλά ταυτίζεται με εκείνη της μάνας Ζαχαρούλας ή του τραγικού παππού που έχασε τον εγγονό του (Θανάσης Βέγγος), δύο χαρακτήρες που καλούνται να συνενώσουν τα διεστώτα…
Η ταινία συναπαρτίζεται από «επεισόδια» παρμένα από αυθεντικά περιστατικά της περιόδου -άλλωστε στο δελτίο τύπου που μοίρασε η εταιρεία παραγωγής επισυνάπτεται «βιβλιογραφία» για την περίοδο του Εμφυλίου, πάνω στην οποία στηρίχτηκε η έρευνα και το σενάριο της ταινίας. Και ενώ από τις προσωπικές μου μελέτες χρόνων για την περίοδο η βιβλιογραφία αυτή κρίνεται αρκούντως ικανοποιητική, από την άλλη με ξενίζει το γεγονός ότι μια ταινία μυθοπλασίας μοιάζει να διεκδικεί τη δικαίωσή της στο χώρο της ιστοριογραφίας.
Επιπλέον, δεν μου είναι εύκολο να αποδεχτώ τη λογική του action στις σκηνές μάχης, στις οποίες ο σκηνοθέτης φαίνεται να αποδίδει ιδιαίτερη βαρύτητα. Θέλει άραγε να μας πει, «δείτε τι σφαγείο ήταν ο εμφύλιος»; Και αν αυτός ήταν ο στόχος του, ήταν όντως αυτή η καλύτερη επιλογή που είχε; Εάν η οπτική είναι αντιπολεμική, συνάδει με την απόδοση ιδιάζουσας βαρύτητας στις σκηνές μάχης; Αισθάνθηκα στη διάρκεια της προβολής πως «πρέπει» να πειστώ ότι ο ανθρωποκεντρικός Βούλγαρης ξέρει να γυρίζει και πολεμικές σκηνές… Και δεν έχει ίσως νόημα να επικαλεστώ στον κλασικό αντιπολεμικό «Ουρανό» του Τάκη Κανελλόπουλου, ή την πιο πρόσφατη «Λεπτή κόκκινη γραμμή» του Τέρενς Μάλικ, όπου ο ρεαλισμός της μάχης υπεραναπληρώνεται από την έντονη εσωτερική ζωή των ηρώων…
Αλλά εφόσον γινόμαστε μάρτυρες της αγριότητας της σύγκρουσης, στο «Ψυχή βαθιά», τίθεται αυτομάτως το ερώτημα: Γιατί πολεμούν οι χαρακτήρες μέσα σε αυτή την ταινία; Ποιο είναι το ενδοφιλμικό διακύβευμα; Οι της μίας πλευράς αγωνίζονται, όπως υπονοείται με έμμεσες αναφορές, για μια «λαοκρατία», με φωτεινό ορόσημο τον πατερούλη των ημερών εκείνων Στάλιν, και όντως σκιαγραφείται ένα κλίμα συντροφικότητας, σπαργανώματα, ίσως, μιας «άλλης» κοινωνίας …
Από την άλλη πλευρά όμως για τι αγωνίζονται; Εξωφιλμικά (ιστορικά) η απάντηση είναι προφανής, «για την εξουσία, για την κυριαρχία». Ενδοφιλμικά η απάντηση μοιάζει να είναι «πολεμούν γιατί τους εξαναγκάζουν οι Αμερικανοί» -ναι, φοβάμαι πως ένας νέος θεατής εύκολα θα διολισθήσει σε αυτό το συμπέρασμα. Δεν υπάρχει ούτε ένας ιδεολόγος από τη «μοναρχοφασιστική» πλευρά -ακόμα και οι στρατοδίκες εμφανίζονται να κάνουν μια δουλειά «διεκπεραίωσης»… Δεν υπήρχαν σκληροπυρηνικοί ιδεολόγοι σε αυτή την πλευρά; Γνωρίζουμε πολύ καλά ότι όχι μόνο υπήρχαν αλλά συγκροτούσαν ένα πανίσχυρο ιδεολογικό ρεύμα - στη μελέτη ενός συντηρητικού ιστορικού για εκείνη την περίοδο περιλαμβάνεται η κρίσιμη παρατήρηση πως ακριβώς σε εκείνα τα χρόνια γεννιέται η έννοια της εθνικοφροσύνης, και ο όρος «εθνικόφρων» τότε αποκτά τη σημασία με την οποία κυριάρχησε για δεκαετίες στην πολιτική προπαίδεια.
Είδα την ταινία δύο φορές προκειμένου να βεβαιωθώ για την αρχική μου αίσθηση: Ο Βούλγαρης γύρισε μια ταινία για έναν εμφύλιο, τον πιο άθλιο, τον πιο ανελέητο απ` όλους τους πολέμους, χωρίς «κακούς»! Εκτός αν «κακοί» είναι μόνο οι ξένοι, και η αθωότητα των βασικών του ηρώων σφραγίζει τελικά ολόκληρο το έθνος των Ελλήνων, που ακόμη και εξήντα χρόνια μετά πορεύεται χωρίς συναίσθηση της ιστορικής ευθύνης…
Ο Μαρκ Φερό έχει δείξει προ πολλού ότι περίφημες ιστορικές ταινίες, όπως π.χ. ο «Αλέξανδρος Νιέφσκι», του 1938, μέσα από την οποία το σοβιετικό καθεστώς καλούσε σε εθνική συσπείρωση ενόψει της ναζιστικής απειλής, μας μιλούν περισσότερο για την ιστορική στιγμή κατά την οποία παράγονται και όχι για αυτή στην οποία αναφέρονται: «Διηθούν το παρελθόν μέσα από την επιλογή των θεμάτων, τις αισθητικές προτιμήσεις της εποχής τους, τις αναγκαιότητες της παραγωγής (…), τα ασυναίσθητα ολισθήματα του δημιουργού. Εδώ έγκειται η αληθινή ιστορική πραγματικότητα των ταινιών αυτών και όχι στο πώς αναπαριστούν το παρελθόν». Αναρωτιέμαι τι ακριβώς μας λέει η ταινία του Βούλγαρη για τη σημερινή ελληνική κοινωνία, αλλά επ` αυτού θα συνεχίσουμε στο φύλλο της Κυριακής.
Ένα καινούργιο κεφάλαιο για το ελληνικό σινεμά...
«Κυνόδοντας» (Dogtooth)
Σκηνοθεσία: Γιώργος Λάνθιμος
Ερμηνεία: Χρήστος Στέργιογλου, Μισέλ Βάλεϊ, Αγγελική Παπούλια, Χρήστος Πασσαλής, Μαίρη Τσώνη, Άννα Καλαϊτζίδου
Μια κατεδαφιστική κριτική στην «αγία ελληνική οικογένεια», με μια κινηματογραφική οπτική που φαίνεται να ανοίγει ένα καινούργιο κεφάλαιο για το ελληνικό σινεμά: Πατέρας, μητέρα και τα τρία τους παιδιά ζουν σε μια μονοκατοικία έξω από την πόλη. Γύρω από το σπίτι υπάρχει ένας ψηλός φράχτης. Τα παιδιά δεν έχουν φύγει ποτέ από το σπίτι. «Εκπαιδεύονται» όπως τα σκυλιά ράτσας, και έχουν διδαχτεί ότι ο κόσμος πέρα από τον φράχτη είναι γεμάτος φοβερούς κινδύνους… Ο πατέρας-αφέντης, στέλεχος σε βιομηχανία, μαζί με την σύζυγό του (Χρήστος Στέργιογλου-Μισέλ Βάλεϊ) διδάσκουν τα τρία παιδιά ένα οργουελιανό newspeak, σύμφωνα με το οποίο έννοιες μακρινές και επικίνδυνες, όπως «θάλασσα», «εκδρομή», μετατρέπονται σε αντικείμενα και λειτουργίες προσβάσιμες στο σπίτι ή στον κήπο. Τα παιδιά δεν έχουν καν όνομα: Είναι ο «γιος», η «μεγάλη» και η «μικρή» κόρη. Μοναδική επαφή με τον έξω κόσμο η Χριστίνα, μια νεαρή υπάλληλος στο εργοστάσιο όπου δουλεύει ο μπαμπάς: για να κάνει άντρα τον γιο του, την πληρώνει κατά διαστήματα για «σεξ κατ' οίκον», μακριά από αδιάκριτα βλέμματα και επικίνδυνες σχέσεις... Ο Λάνθιμος αντιμετωπίζει τη σουρεαλιστική κατάσταση με κλινική ψυχραιμία στη σκηνοθεσία, διαθέτει δουλεμένο σενάριο, ενώ αποσπά εξαιρετικές ερμηνείες από τους ηθοποιούς του.
“Moon”
Σκηνοθεσία: Ντάνκαν Τζόουνς
Μοναξιά απέναντι στα άστρα: Μια σύγχρονη «Οδύσσεια του Διαστήματος» με έμφαση στην ανθρώπινη, σχεδόν τραγική διάσταση. Βρετανική παραγωγή, με τον αστροναύτη Σαμ Μπελ να κατοικεί στη σκοτεινή πλευρά της Σελήνης, δουλεύοντας σε ένα ορυχείο, απομονωμένος από τους δικούς του στη Γη.
«Κυριακάτικο κάλεσμα»
Σκηνοθεσία: Αντριάν Σιταρού
Εξαιρετικό δείγμα του συνεχώς ανερχόμενου τα τελευταία χρόνια ρουμανικού κινηματογράφου: Με επιρροές από το «Μαχαίρι στο νερό» του Πολάνσκι, ένα κυριακάτικο πικνίκ μετατρέπεται σε μια ανελέητη βυθομέτρηση της ανθρώπινης ψυχολογίας.
«Τζούλι και Τζούλια» (Julie & Julia)
Σκηνοθεσία: Νόρα Έφρον
Ερμηνεία: Μέριλ Στριπ, Εϊμι Ανταμς, Στάνλεϊ Τούτσι, Κρις Μεσίνα
Ρεσιτάλ ερμηνείας από τη Μέριλ Στριπ στον ρόλο της Τζούλια Τσάιλντ, της γυναίκας που έμαθε τους Αμερικανούς να μαγειρεύουν, μετά τον Πόλεμο… Πενήντα χρόνια αργότερα, μια τριαντάχρονη στη Νέα Υόρκη αποφασίζει να αφιερώσει ένα χρόνο από τη ζωή της για να μαγειρέψει τις 524 συνταγές του βιβλίου της Τζούλια Τσάιλντ, δημιουργώντας παράλληλα ένα blog με τις εμπειρίες της.
«Oceanworld 3D -Τα μυστικά του βυθού»
Σκηνοθεσία: Ζαν Ζακ Μαντελό
Ταξίδι στον βυθό στων ωκεανών με ξεναγό μια θαλάσσια χελώνα. Εντυπωσιακό στις τρεις διαστάσεις αλλά χωρίς έμπνευση στην κινηματογράφηση.
Google
Facebook
Delicious
Twitter
Stumble
"Ψυχή βαθιά"