ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
Γερουλάνειον παραλήρημα
Μαυροειδής Σ., Πέμπτη 26 Αυγούστου 2010
Αν αληθεύουν τα στοιχεία του βιογραφικού του, ο κ. Γερουλάνος πριν γίνει υπουργός είχε εργαστεί ως οικονομικός διευθυντής στη Photoelectron Corporation...
Σε ένα παλιό μηχανουργείο (υποδειγματικά ανακαινισμένο από τους αρχιτέκτονες Βάσω Τροβά και Νίκο Μπελαβίλα), που στην ταράτσα του στέγαζε τον λαϊκό κινηματογράφο «Λαΐς», στη συμβολή της Ιεράς Οδού με τη Μεγάλου Αλεξάνδρου, στεγάστηκε επιτέλους η Ταινιοθήκη της Ελλάδος, που έκανε τα επίσημα εγκαίνιά της χθες βράδυ με τη "Φόνισσα" του Κώστα Φέρρη...

Εγκαίνια για τη νέα Ταινιοθήκη της Ελλάδος
"Ήταν μια καθαρή αρχιτεκτονική πρόκληση", μας είπε ο Νίκος Μπελαβίλας, "να αξιοποιήσουμε αυτό το ανώνυμο μηχανουργείο της Ιεράς Οδού, κτίριο του 1948, που στην ταράτσα του είχε ένα λαϊκό θερινό σινεμά.
Η επιλογή του χώρου, από τον Νίκο Κούνδουρο, έγινε αρκετά χρόνια πριν, σε μια στιγμή που δεν φαινόταν το μέλλον του άξονα της Ιεράς Οδού. Έπρεπε να κινηθούμε μέσα από τη μνήμη λαϊκής καθημερινότητας του χώρου -ακόμα και το θερινό ήταν στοιχείο του λαϊκού πολιτισμού- χωρίς να παρασυρθούμε στη γραφικότητα να επανακατασκευάσουμε ένα λαϊκό σινεμά.
Στον περιβάλλοντα χώρο το κτίριο έπρεπε να βρει τη θέση του ανάμεσα στην ασχήμια που επικρατεί, των χώρων μοντέρνας, εμπορευματοποιημένης ψυχαγωγίας. Και βέβαια πρέπει να επισημάνω πως η Ταινιοθήκη είναι ένας χώρος πολιτισμού χαμηλών τόνων αλλά πάρα πολύ υψηλής απόδοσης".
Στον ανακαινισμένο χώρο υπάρχει πλέον μια αίθουσα 200 θέσεων, μία μικρότερη 60 θέσεων και στην ταράτσα θα διαμορφωθεί ξανά ο θερινός κινηματογράφος, 250 θέσεων, με θέα στην Ακρόπολη. Ακόμη το κτίριο διαθέτει μουσείο κινηματογράφου, βιβλιοθήκη, αναγνωστήριο, δύο φουαγιέ, κυλικείο και ένα μικρό πωλητήριο.
Το κόστος ανακατασκευής κτρίου έφτασε συνολικά τα επτά εκατομμύρια ευρώ. Τα 5,5 από αυτά διατέθηκαν από το Γ' Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης, ενώ το 1,5 εκατομμύριο από εθνικούς πόρους.
Μετά το τριήμερο των εγκαινίων (σήμερα προβάλλονται "Τα κόκκινα παπούτσια", η "Αστέρω" αλλά και "Ο τρελός Πιερό") αύριο ξεκινά το 6ο Φεστιβάλ Πρωτοποριακού Κινηματογράφου στους χώρους της Ταινιοθήκης, με περίπου εκατό ταινίες 57 ξένων και 24 Ελλήνων δημιουργών.
Διευθύντρια του φεστιβάλ η γενική γραμματέας της Ταινιοθήκης Μαρία Κομνηνού, η οποία είναι ταυτόχρονα και καθηγήτρια στο Τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών. Μιλήσαμε μαζί της λίγο πριν από τα εγκαίνια.
* Έχετε μιλήσει για μια "νέα κινηματογραφοφιλία", την οποία θα προσπαθήσει να προωθήσει η Ταινιοθήκη εκπαιδεύοντας μια νέα γενιά σινεφίλ... Πώς ακριβώς προσδιορίζετε αυτή τη νέα κινηματογραφοφιλία;
Σήμερα υπάρχει μια νέα γενιά, που βλέπει ταινίες από DVD ή τις κατεβάζει από το Διαδίκτυο, έχει διαφορετικούς τρόπους πρόσληψης του κινηματογράφου, όμως αυτοί οι τρόποι δεν μας δίνουν την αντιστοιχία της εμπειρίας μέσα στην κινηματογραφική αίθουσα. Είναι ανάγκη να διατηρήσουμε αυτό το είδος εμπειρίας, να διατηρήσουμε τις κινηματογραφικές κόπιες, από την άλλη όμως πρέπει να βρούμε και νέους τρόπους να γοητεύσουμε το κοινό, ώστε τελικά να μπορούμε να μιλήσουμε για μια ξανακερδισμένη εμπειρία...
* Ποιοι είναι οι «εχθροί», οι ανασχετικοί παράγοντες σε αυτό το νέο ξεκίνημα της Ταινιοθήκης;
Εχθρός είναι σίγουρα η αδιαφορία, το «σύνδρομο του ολυμπιακού ακινήτου», της εγκατάλειψης μετά την αρχική επένδυση -πλέον υπάρχει πληθώρα πολιτιστικών χώρων, αλλά η πολιτεία δεν φροντίζει αρκετά για τη συντήρησή τους, για την αξιοποίησή τους. Μέχρι τώρα εμείς στην Ταινιοθήκη είχαμε μια επιχορήγηση της τάξεως των 200.000 ευρώ, όμως για να ανταποκριθούμε στον νέο μας ρόλο, συνολικά στα προγράμματα διαφύλαξης, συντήρησης και προβολής που έχουμε την πρόθεση να υλοποιήσουμε, χρειαζόμαστε ενίσχυση στο επίπεδο των δύο εκατ. ευρώ.
Δυστυχώς, μέχρι σήμερα η αντιμετώπισή μας από το κράτος θυμίζει Κάφκα, τον φύλακα έξω από την πύλη του Νόμου... Και δίνεται προτεραιότητα σε μια πολιτική της θέασης, όχι του αρχείου, της "βιβλιοθήκης" -για παράδειγμα δεν μπορώ να καταλάβω πώς είναι δυνατόν ένα περιφερειακό Φεστιβάλ όπως της Θεσσαλονίκης να χρηματοδοτείται με δέκα εκατ. ευρώ...
Η Ταινιοθήκη ως θεσμός έρχεται από τη Δύση και, όπως γνωρίζουμε, για πολλά πράγματα που έρχονται από εκεί υπάρχει στην Ελλάδα ένα είδος δυσπιστίας, μαζί με έναν στρουθοκαμηλισμό: «Αποδεχόμαστε» την ύπαρξή τους αλλά ταυτόχρονα κάποιοι από τους αρμόδιους της πολιτείας κάνουν τη σκέψη «μήπως υπάρχει τρόπος να αποφύγουμε το κόστος που συνεπάγονται;».
* Για να προλάβω την κριτική που ενδεχομένως να διατυπωθεί από κάποιες πλευρές, ότι η Ταινιοθήκη δεν είναι ένα κρατικό ίδρυμα, αλλά πρωτοβουλία ιδιωτικού χαρακτήρα -κάποιοι ίσως μιλήσουν και για "κλειστή λέσχη". Τι θα τους απαντούσατε προκαταβολικά;
Σημασία έχει η ύπαρξη μιας συλλογής και το πώς αυτή θα εμπλουτίζεται. Η έννοια του κρατικισμού είναι ξεπερασμένη... Στη Γερμανία για παράδειγμα υπάρχουν σήμερα και λειτουργούν παράλληλα επτά κινηματογραφικά αρχεία... Εμείς έχουμε μια συλλογή μεγάλης αξίας, με δέκα χιλιάδες τίτλους, ελληνικούς και ξένους, κι επιπλέον έχουμε σύνδεση με 162 αρχεία σε όλο τον κόσμο.
Η φιλοδοξία μας είναι να είμαστε ένας ζωντανός οργανισμός, με συζητήσεις -ήδη είμαστε ανοιχτοί στους νέους δημιουργούς, όπως π.χ. με το φεστιβάλ που διοργανώνουμε, και αυτή τη στιγμή δουλεύουν πάρα πολλοί εθελοντές στα προγράμματα και τις εκδηλώσεις της Ταινιοθήκης. Αλλά πιστεύω στη σημασία και τον ρόλο των ειδικών σε έναν χώρο.
* Αυτή η "ταινιοθήκη ελληνικά", που ξεκίνησε από την αποθήκευση ταινιών στην κουζίνα της Αγλαΐας Μητροπούλου, τη δεκαετία του '50, για να φτάσει σήμερα στο πολύ όμορφο κτίριο της "Λαΐδας", τι στίγμα φιλοδοξείτε να δώσει στα πολιτιστικά πράγματα;
Πλέον υπάρχει ένας σταθερός χώρος, και αυτό είναι πάρα πολύ σημαντικό... Έπειτα η Ταινιοθήκη είναι αυτή που θα μας φέρει σε επαφή με τα καινούργια ρεύματα. Οι τάσεις αλλάζουν, αλλιώς θα προσεγγίζουμε τον σημερινό κινηματογράφο έπειτα από δέκα, είκοσι χρόνια, όπως αλλιώς βλέπουμε σήμερα τον Τσάπλιν ή τον Χίτσκοκ, σε σχέση με την εποχή που παρουσιάστηκαν...
* Ουσιαστικά ξεκινάτε με το φεστιβάλ πρωτοποριακού κινηματογράφου, που διοργανώνετε τα τελευταία χρόνια... Είναι μήπως η πρωτοπορία το αντιστάθμισμα του «κλασικού φορτίου» της Ταινιοθήκης;
Κοιτάξτε, αυτό είναι κάτι που το βλέπουμε να συμβαίνει διεθνώς -η Τέιτ Γκάλερι για παράδειγμα προβάλλει την πρωτοπορία. Πρέπει να ενθαρρύνεται ένας «διάλογος» μεταξύ των τεχνών, να δίνεται βήμα εκεί όπου παρατηρούνται φαινόμενα αποκλεισμού, στις γυναίκες ή σε κινηματογραφίες που έχουν δυσκολία να φτάσουν στο δυτικό κοινό, όπως αυτές του Τρίτου Κόσμου.
* Ποιο είναι το στίγμα του φεστιβάλ; Τι θα υποδεικνύατε σε έναν σινεφίλ να μη χάσει από το πρόγραμμα που έχετε ετοιμάσει;
Έχουμε τα αφιερώματα στο έργο του Πέτερ Κουμπέλκα, ο οποίος βλέπει τον κινηματογράφο σαν μια αυτόνομη μορφή τέχνης, του Κεν Μακ Μάλεν, που θα δούμε ταινίες του για πρώτη φορά στην Ελλάδα και έχει εμπνευστεί από τον Ντέρεκ Τζάρμαν, τον Τρότσκι, τον Γιόζεφ Μπόις. Υπάρχει το αφιέρωμα "Πάθος και περιφρόνηση" για τις σιωπηλές ντίβες του ιταλικού σινεμά, όπως η Φραντσέσκα Μπερτίνι και η Πίνα Μενιτσέλι, το οποίο θα παρουσιάσει η καθηγήτρια Άντζελα ντε λα Βάτσε... Ένα άλλο τμήμα του Φεστιβάλ παρουσιάζει ταινίες του ολλανδικού πειραματικού κινηματογράφου, ενώ παράλληλα έχουμε αφιερώματα στο έργο των Τζον Σμιθ, Γκι Ντεμπόρ και Τόμας Χάιζε.
Να επισημάνω ότι η διοργάνωση περιλαμβάνει δύο διαγωνιστικά τμήματα, το ένα με δώδεκα ταινίες Ελλήνων σκηνοθετών (πρόεδρος της κριτικής επιτροπής είναι η Χρυσάνθη Σωτηροπούλου) ενώ το άλλο είναι επικεντρωμένο στη γυναικεία δημιουργικότητα (πρόεδρος της επιτροπής η Στέλλα Θεοδωράκη). Και ακολουθεί μια ημερίδα στις 16 Οκτωβρίου για τις πολιτικές της εικόνας: "Μεταξύ εικονολατρίας και εικονοκλασίας".
* Τι ετοιμάζετε για τη νέα χρονιά;
Για την επόμενη χρονιά ετοιμάζουμε πολλά αφιερώματα, στο νέο βραζιλιάνικο σινεμά, στον κινηματογράφο του Χονγκ Κονγκ, στον Χέρτζογκ... Στόχος μας είναι τουλάχιστον η μικρή αίθουσα να λειτουργεί καθημερινά. Αλλά για να υλοποιηθούν τα σχέδιά μας, το ξαναλέω, απαιτείται η ουσιαστική υποστήριξη από την πολιτεία...
* Για σας προσωπικά τι σημαίνει αυτή η μακρά ενασχόληση με τη μνήμη, τη διατήρηση των εικόνων, τη διατήρηση αρχείων;
Κοιτάξτε, όπως λέει ο Ντεριντά, το θέμα του αρχείου είναι ένα ζήτημα που πονάει... Και όπως ξέρουμε η επιβεβλημένη λήθη έχει παίξει μεγάλο ρόλο σε αυτή τη χώρα, έγιναν προσπάθειες να κλείσουν πληγές όπως ο εμφύλιος με επίπλαστο τρόπο. Θέλουμε να μπει το θέμα της διατήρησης της κινηματογραφικής μνήμης στη δημόσια σφαίρα όχι με δογματικό τρόπο, αλλά με την πολυπλοκότητα που έχει. Σε αυτή τη χώρα θέλουμε να ξεχνάμε, αλλά ελπίζω ότι τελικά θα μπορέσουμε να θυμηθούμε -βασική προϋπόθεση για να υπάρξουμε.
Google
Facebook
Delicious
Twitter
Stumble