"Ένα όνομα μπορεί να χρησιμοποιηθεί για περισσότερα φαντάσματα"
 
Ημερομηνία δημοσίευσης: 13/06/2009

ΤΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΣ ΣΤΑΘΟΥΛΙΑ

ή τα φαντάσματα της ανανεωτικής ριζοσπαστικής αριστεράς

Mια μετεκλογική αρθρογραφία και συζήτηση στην ανανεωτική ριζοσπαστική αριστερά έχει ως αφετηρία τα ποσοστά, το κόμμα, τις ψήφους, την κοινωνία, τις ιδέες, την ιστορία. Σε αντίθεση με αυτή τη βάση συζήτησης, αυτό το σημείωμα θα προσπαθήσει να στραφεί στην αναζήτηση μιας κεντρικής ιδιότητας αυτών που ψήφισαν ΣΥΡΙΖΑ. Αυτή η οπτική, αλλάζοντας σημαντικά τον προσανατολισμό της σκέψης που συγκροτείται κυρίως με βάση την ερώτηση “γιατί δεν ψηφίστηκε ο ΣΥΡΙΖΑ και ποια τα λάθη του”, μπορεί, στον βαθμό που της αναλογεί ως μέθοδος και σκέψη, να απομονώσει κάποιες κρίσιμες για τα συμπεράσματα παραμέτρους.

Ποιος είναι ο κύριος παράγοντας πρόσδεσης χιλιάδων πολιτών στον πολιτικό λόγο του ΣΥΡΙΖΑ; Ποιους έπεισε και γιατί; Για τη συγκρότηση των εννοιών η κομμουνιστική αριστερά με την επιστημονική σκέψη, με την υπεροχή του πραγματικού πάνω στο συμβολικό -χωρίς να απομονώνει το προσωπικό- αναμειγνύει στο ποτάμι της ιστορίας τον λόγο με την αιτιότητα, την ασυνέχεια με το προτσές στη διαρκή κίνηση της διαλεκτικής σκέψης.

Ο Χομπς αποδείχνει, ξεκινώντας από τον Βάκωνα, πως αν η αισθητικότητα είναι εκείνη που δίνει τη γνώση στους ανθρώπους, τότε οι έννοιες, οι ιδέες, οι παραστάσεις, κ.λπ. δεν είναι τίποτα άλλο από φαντάσματα του υλικού κόσμου που απογυμνώθηκε περισσότερο ή λιγότερο από τις αισθητές του μορφές”. Και παρακάτω: “Η σκέψη είναι η αιτία κάθε μεταβολής” (Φρ. Ένγκελς, Ουτοπιστικός σοσιαλισμός ή επιστημονικός σοσιαλισμός).

Αυτός ο υλικός κόσμος και τα φαντάσματα της απογύμνωσής του είναι το πεδίο της συγκρότησης ενός σύγχρονου ριζοσπαστικού κόμματος ή συνασπισμού της ριζοσπαστικής αριστεράς. Οι ιδέες του, η δράση του αντλούν θεωρία από τα ονόματα που δίνει στα φαντάσματα του υλικού κόσμου. Αυτές οι ιδέες έχουν “εκπροσώπους” μέσα στην παραγωγική διαδικασία, στο τελικό προϊόν, στο επικοινωνιακό μέρος της ολοκλήρωσης ή μη ολοκλήρωσης των κοινωνικών διεργασιών, στην ανατροπή τους από αστάθμητους παράγοντες, στην προσωπική ιστορική μεταμόρφωση, στην αιτιότητα που ανατράπηκε από μη προβλέψιμα γεγονότα. Εν πολλοίς, η προοπτική και η ανασύνθεση της ριζοσπαστικής αριστεράς στην ιστορική της διάσταση ξεπερνά “την ιστορική προέλευση” του ΣΥΝ και του ΣΥΡΙΖΑ.

Τα κινήματα, στις αρχές του 2000, αφού άφησαν στην αριστερά το αποτύπωμα της αυτοοργάνωσης και του κοινωνικού ριζοσπαστισμού στην αντικαπιταλιστική του έκφραση, εκφυλίστηκαν σε γραφειοκρατικές εκπροσωπήσεις. Ο “τρίτος δρόμος” ενός εθνικού προοδευτισμού και της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, που η ανανεωτική αριστερά στήριξε στη στρατηγική της με πολιτική συμμαχιών από το προοδευτικό στρατόπεδο, ακυρώθηκε από την ίδια τη βιαιότητα της καπιταλιστικής ολοκλήρωσης και της νέας παγκοσμιοποιημένης οικονομίας, απαιτώντας νέες θεωρίες για τον άνθρωπο στην παγκόσμια, οικουμενική του διάσταση.

Οι πολίτες στην Ελλάδα, στις προεκλογικές μετρήσεις για τα θέματα που θα βαρύνουν στην ψήφο τους, αναδείκνυαν δύο κυρίαρχα και απόλυτα συγγενή προβλήματα: την οικονομική κρίση και τα σκάνδαλα. Πολύ πίσω, και με πολύ μικρό ποσοστό, μόλις 9%, αναδεικνυόταν το θέμα της μετανάστευσης και των μεταναστών. Όσο περισσότερο η οικονομική κρίση βαθαίνει τις ανισότητες χωρών, περιοχών, κοινωνικών ομάδων, τόσο περισσότερο η έξοδος από την κρίση συνδέεται με τη στρατηγική για την κρίση μαζί με την ηθική στην πολιτική και κοινωνική ζωή??? εν τέλει, την ηθική των ίδιων των πολιτικών.

Το γνώρισμα του σύγχρονου ανθρώπου δεν οργανώνεται γύρω από τον κώδικα της ταξικής του βάσης και μόνον αυτής, γι' αυτό και δεν υπάρχουν πολλοί να ακούσουν το κάλεσμα του ΚΚΕ (που υπονοεί την εκπροσώπηση της λαϊκής δικαιοσύνης μέσα από τις γραμμές του), πολύ δε περισσότερο αυτού, την ανάδειξη των αντιθέσεων στο οικονομικό πεδίο μόνο. Οι αντιθέσεις ανάμεσα στο προλεταριάτο και την αστική τάξη του πρώιμου καπιταλισμού εντάθηκαν στο νέο παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον της οικονομικής και πολιτικής οργάνωσης με την ένταξη της τεχνολογικής επανάστασης ως απόλυτου στοιχείου μιας νέας πορείας που εντάσσει στην εξέλιξη της ανθρωπότητας ένα παγκόσμιο σχέδιο το οποίο αδυνατεί, προς το παρόν, να ενταχθεί στις μορφές της νέας πολιτικής πάλης. Για παράδειγμα, η Διεθνής Υπηρεσία Ενέργειας ζητά για τη μείωση των εκπομπών του διοξειδίου του άνθρακα κάθε χρόνο “να κατασκευάζονται 17.000 ανεμογεννήτριες και 32 πυρηνικά εργοστάσια”. Τι θα αντιτάξει σΆ αυτό η ριζοσπαστική αριστερά;

Η τεχνολογική επανάσταση στις τηλεπικοινωνίες έφερε ευφορία, δημιούργησε ψευδαισθήσεις, ανακατέταξε τις κοινωνικές δυνάμεις σε αυτές που έχουν πρόσβαση στην πληροφοριακή δομή της γνώσης και σΆ αυτές που δεν έχουν και δεν μπορούν να έχουν??? ενέπλεξε τη ριζοσπαστική αριστερά στις αντιλήψεις για μια νέα ιστορική περίοδο που το διακύβευμα είναι περισσότερη τεχνολογική ένταση στην κοινωνία και την παραγωγή, ματαίωσε τις φωνές εκείνων που ήθελαν τον κόσμο να αναστοχάζεται την εξέλιξή του με άξονα τη χειραφέτηση των νέων κοινωνικών δυνάμεων που απελευθερώνονται σε μια ανατρεπτική πορεία ριζικών αλλαγών στο εποικοδόμημα.

Ο πολιτισμός παραδόθηκε σε μια αμφίβολης αξίας συμβολική και υποκριτική μετουσίωση του νέου ανθρώπου, ως δημιούργημα της τεχνολογικής διαμεσολάβησης που, όμως, δεν τον αγγίζει στην κοινωνική και θεσμική διάστασή του. Οι κάθε λογής τεχνολογίζουσες προσεγγίσεις, όπως “ο αιώνας της πληροφορίας είναι ένα τεχνολογικό πρότυπο, αφορά την τεχνολογία και όχι την κοινωνική οργάνωση και τους θεσμούς” (Castells) ανακατεύτηκαν με τις θεωρίες της νέας ιστορίας που δεν έχει εθνικό ιστορικό υποκείμενο αλλά πετάει πάνω στις πολυπολιτισμικότητες και παράγει νέες υπερεθνικές, ιστορικές βάσεις ανάλυσης και σκέψης. Με έναν ανιστόρητο προοδευτισμό να συναντιέται στον χώρο της ανανεωτικής αριστεράς με τις νέες οικονομικές και τεχνολογικές δυνάμεις και να οδηγεί σε συμπεράσματα για αντιευρωπαϊστές.

Από την άλλη μεριά, ο δημόσιος χώρος της αριστεράς, ως απαίτηση για πολιτικοποίηση της δράσης ενός κόμματος, όπως ο ΣΥΝ, πιθανώς να πετυχαίνει την καλύτερη διευθέτηση, προσωρινά, των επίδικων??? καθιστά όμως μακροπρόθεσμα την πολιτική υπόλογη απέναντι στο αίτημα για ηθική στη δράση, για σύνδεση των επιμέρους, για την εννοιακή απεικόνιση του συνόλου των στοιχείων του πολιτισμού, της πολιτικής, της ιστορίας για το όνομα ή τα ονόματα στα φαντάσματα του υλικού κόσμου. Θα μπορέσει, λοιπόν, η ριζοσπαστική αριστερά να ερμηνεύσει τις οικονομικές σχέσεις στον ύστερο καπιταλισμό, σε ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο, θα μπορέσει να εντάξει την ηθική της πολιτικής στην πολιτική, οικονομική και κοινωνική κρίση;

Αν απαντήσουμε θετικά, ότι ο ΣΥΝ προσπάθησε να οργανώσει την πολύπλευρη δράση του μέσα στο παραπάνω πλαίσιο, των αντιφάσεων, των ελλείψεων στην πολιτική σκέψη και την ιδεολογία -γιατί έχει την καταγωγή του στην πιο διαλεκτική αριστερή σκέψη της αριστεράς των ρήξεων και του αναστοχασμού- γιατί δεν ψηφίστηκε από περισσότερους, που θα αναγνώριζαν το δικό τους αίτημα στη δική του δράση; Ποιοί είναι αυτοί που τον ψήφισαν; Είναι τελικά τόσο λίγοι, αυτοί που μπόρεσαν να δουν αυτό το δυναμικό στοιχείο στην πρόταση του ΣΥΝ για την κοινωνία, την οικονομία, το περιβάλλον, τον πολιτισμό; Τόσο λίγοι μπόρεσαν να δουν το στοιχείο της αμφισβήτησης, της σύγκρουσης, της αντίστασης, του κινηματικού, χωρίς ψευτοπροοδευτισμούς αναζήτησης της ευρύτερης “κοινωνικής συναίνεσης”;

Είναι λίγοι, πράγματι, γιατί λείπει το όλον των δυνάμεων του ΣΥΝ από αυτή την πορεία, λείπουν οι δυνάμεις του που έφυγαν από τη Βουλή για να μην ψηφίσουν κατά στη συνθήκη της Λισσαβώνας, λείπουν οι δυνάμεις του που δεν ονοματίζουν τη δεύτερη υποψήφια στο ψηφοδέλτιο του ΣΥΡΙΖΑ, λείπουν οι δυνάμεις που αρθρογραφούν και τηλεπαρουσιάζουν τις δήθεν εκκρεμότητες και παραβιάσεις του ΣΥΝ απέναντι στη γνήσια (;) παράδοση της ανανεωτικής αριστεράς.

Για να τελειώσουμε με τα αναγκαία συμπεράσματα, με βάση την αρχική θέση μας ότι πρέπει να προσδιορίσουμε τα χαρακτηριστικά αυτών που ψήφισαν ΣΥΡΙΖΑ: Είναι αυτοί οι πολίτες που δεν εκδιώχθηκαν από τα εσωτερικά προβλήματα του ΣΥΡΙΖΑ, που παραμένουν στη ριζοσπαστική αριστερά, που παραβλέπουν την αδύναμη σύνδεση του ΣΥΡΙΖΑ και των προτάσεών του για την οικονομική κρίση με την ηθική στην πολιτική, που διαβλέπουν ότι η τεχνολογική εποχή, το “τεχνολογικό πρότυπο”, έχει δυνάμεις αμφισβήτησης.

Κάποιοι αντιστάθηκαν και ανέσυραν, παλιοί και νέοι, τις παραδόσεις της ανανεωτικής αριστεράς ως συνέχεια στο καινούργιο βίαιο παγκόσμιο τοπίο. Ως συνέχεια που απαιτεί υπέρβαση στις στρατηγικές των συνεργασιών του προοδευτικού χώρου, γιατί αυτός τώρα πια δεν συγκροτείται στις παλιές γραμμές δεξιά-αριστερά.

Είναι αυτοί, οι λίγοι σΆ αυτές τις εκλογές, που όμως δίνουν νέα ονόματα στα φαντάσματα του υλικού κόσμου και αυτά τα ονόματα συμπίπτουν με αυτά που χρησιμοποιεί η πλειοψηφία του ΣΥΡΙΖΑ. Αυτοί που συγχώρεσαν τις αδυναμίες του, τις ανεπάρκειές του, αυτοί που θέλουν να δώσουν ευκαιρίες στη ριζοσπαστική αριστερά να προχωρήσει, που μπροστά στην ήττα του ανθρώπου, ως όλου, ελπίζουν ότι το νέο ιστορικό υποκείμενο, όχι ως ιδεότυπος μιας κοινωνικής κατηγορίας ή ετερότητας, είναι ο άνθρωπος, που συλλογικά και ατομικά θα διαμορφώσει το μέλλον πάνω στην ιστορία των αγώνων για χειραφέτηση και αυτοπροσδιορισμό.

Τέλος, είναι αδύνατο να απαντήσει η ριζοσπαστική αριστερά σε όλα με ένα πλήρες σχέδιο. Θα απαντάει αργά και βασανιστικά, θα συμμετέχει και θα καθορίζει κατά πολύ το μέλλον, θα δημιουργεί συμμάχους και αντιπάλους. Αυτή είναι η ιστορία. Αυτό που ζητήθηκε από την ριζοσπαστική αριστερά είναι να συνδέσει την ηθική με τους αγώνες της. Αυτό είναι το διακύβευμα. ΣΆ αυτό δεν θα υπάρξουν υποχωρήσεις. Τα φαντάσματα της ανανεωτικής ριζοσπαστικής αριστεράς κατοικούν στο σπίτι της. Με όλα τα πιθανά ονόματα.

* Η Θ. Σταθούλια είναι ερευνήτρια στην ψηφιακή τεχνολογία