Εκλογικές επιδόσεις Α' Εθνικής όταν κοινωνικά έχουμε υποβιβαστεί στη Β' Εθνική;
 
Ημερομηνία δημοσίευσης: 11/06/2009

Του ΑΝΕΣΤΗ ΤΑΡΠΑΓΚΟΥ*

Εκεί που κρίνεται πολιτικά ο γόνιμος ρόλος του αριστερού κινήματος βρίσκεται στην καθοριστική συμβολή στην κοινωνική συγκρότηση του λαϊκού κινήματος των εργαζομένων και της νεολαίας.

Οι εκλογικές επιδόσεις της ελληνικής Αριστεράς στις πρόσφατες Ευρωεκλογές εμφανίζουν μια στασιμότητα σε σχέση με το αθροιστικό 14% των εθνικών εκλογών του Σεπτεμβρίου 2007, καθώς και των Ευρωεκλογών του Ιουνίου 2004, κιΆ έτσι ανέρχονται εκ νέου στο 14% (ΚΚΕ + ΣΥΡΙΖΑ + ΑΝΤΑΡΣΥΑ + Μ-Λ ΚΚΕ), πράγμα που καταδεικνύει την αδυναμία αξιοποίησης τόσο της παραφθοράς του νεοφιλελεύθερου δικομματισμού, όσο και των αντιλαϊκών συνεπειών της σημερινής βαθιάς κρίσης του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού. Έτσι, η εκλογική άνοδος που καταγράφηκε την άνοιξη του 2004 από το 10% των βουλευτικών εκλογών του Μαρτίου 2004 στο 14% του Ιουνίου 2004, παρέμεινε χωρίς παραπέρα αυξητική πολιτική εξέλιξη.

Το ελληνικό αριστερό κίνημα πολιτεύτηκε με όρους κυρίαρχα επίκλησης για την ενίσχυση του πολιτικού κομματικού του υποκειμενισμού (λ.χ. η ενίσχυση του ΚΚΕ θα δυσχεράνει τη μετεκλογική επιβολή αντιλαϊκών ρυθμίσεων κλπ.), όσο και με όρους πολυσήμαντων διαχωρισμών και οξείας ενδοαριστερής αντιπαλότητας. Έτσι φαίνεται ότι δεν κατόρθωσε να μεταπλάσει πολιτικά και με όρους εκλογικής έκφρασης τις κοινωνικές αντιπαραθέσεις στα δύο καίρια μέτωπα που αναδείχθηκαν στην τελευταία περίοδο, δηλαδή της εργατικής τάξης και της νεολαίας.

Καταδεικνύεται έτσι και με την πρόσφατη αναμέτρηση των Ευρωεκλογών του Ιουνίου 2009 ότι η ελληνική Αριστερά, με την στασιμότητα εκλογικής επιρροής που εμφανίζει στο 14% , αδυνατεί να διαδραματίσει τόσο τον ρόλο της εναλλακτικής κυβερνητικής διαχείρισης απέναντι στο 80% των αστικών συστημικών δυνάμεων, όσο και της μαζικής ενωτικής κοινωνικής αποτελεσματικής αντιπολίτευσης (παρόλη την έκρηξη της καπιταλιστικής κρίσης και τις ολέθριες αντιλαϊκές της συνέπειες). ΚιΆ αυτό γίνεται γιατί οι αριστεροί σχηματισμοί πολιτεύονται με όρους εκφοράς ενός σίγουρα αντινεοφιλελεύθερου φιλολαϊκού λόγου σε διαφορετικά επίπεδα ριζοσπαστικότητας, ωστόσο όμως ενταγμένο σε μια τροχιά δηλωμένης ή άδηλης «κυβερνητικής προτασεολογίας», άσχετα αν η πραγμάτωσή της τοποθετείται σε διαφορετικά σημεία του ιστορικού ορίζοντα.

Αυτή η «κυβερνητική προτασεολογία», ρητά διατυπωμένη ή λανθάνουσα (λ.χ. επίλυση των ζωτικών λαϊκών ζητημάτων με την εγκαθίδρυση της λαϊκής οικονομίας - εξουσίας), παραπέμπει σε διαφορετικούς συσχετισμούς πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων που σήμερα δεν υφίστανται, και γιΆ αυτό δεν προσελκύει την ευρεία εκλογική προτίμηση των εργαζομένων και της νεολαίας, ακριβώς γιατί θεωρείται αναντίστοιχη με το περιορισμένο πολιτικό μέγεθος και την κοινωνική γείωση της ελληνικής Αριστεράς. Κατά συνέπεια οι εκλογικές λαϊκές προτιμήσεις κατευθύνονται προς τον έναν από τους δύο πόλους του αστικού δικομματισμού, λόγω της «εγγύτητας» προς την κατάκτηση της κυβερνητικής εξουσίας με την προσδοκία «δευτερογενών διευθετήσεων» στο πλαίσιο της κυρίαρχης νεοφιλελεύθερης διαχείρισης. Αυτός ο πολιτικός λόγος αδυνατεί να συμβάλει στη συγκρότηση μαζικού ριζοσπαστικού κινήματος κοινωνικής αντιπολίτευσης, εφόσον επικεντρώνεται σε μείζονες οικονομικές και πολιτικές αλλαγές (π.χ. κατάργηση Συμφώνου Σταθερότητας, εθνικοποίηση στρατηγικών μονοπωλιακών επιχειρήσεων κ.λπ.), που απαιτούν ευρείες αριστερές εκλογικές πλειοψηφίες , οι οποίες και δεν υφίστανται σήμερα.

Μόνον η προβολή ενδιάμεσων ριζοσπαστικών στόχων διεκδίκησης και η καθοριστική συμβολή του αριστερού κινήματος στην ανάπτυξη των λαϊκών αγώνων σΆ αυτή τη βάση, μπορεί να επιφέρει μια αποτελεσματικότητα στα πεδία των κοινωνικών αντιπαραθέσεων, η οποία με τη σειρά της να πολιτικοποιήσει τους κοινωνικούς προσανατολισμούς και πρακτικές προς τα αριστερά. Τέτοια πεδία και επίδικα ζητήματα ταξικής διαπάλης αναδείχθηκαν μεταξύ των άλλων στην τελευταία διετία:

Η αντιπαράθεση με αφορμή το τρίτο κύμα αντιασφαλιστικών ρυθμίσεων που κατέληξε στην ψήφιση του νόμου Πετραλιά (μετά εκείνους των Σιούφα και Ρέππα).

Η προβολή στο προσκήνιο της νεολαιίστικης εξέγερσης του Δεκεμβρίου 2008 και η απουσία πολιτικών και κοινωνικών μορφών ολοκλήρωσης των νεολαιίστικων διεκδικήσεων.

Οι αντιπαραθέσεις για την ιδιωτικοποίηση της Ολυμπιακής όσο και τμημάτων του ΟΣΕ, μετά από την ολοσχερή εκχώρηση του ΟΤΕ στο ιδιωτικό κεφάλαιο κ.λπ.

Οι κινητοποιήσεις απέναντι στην απειλή κλεισίματος εργοστασίων (π.χ. Ζήμενς) ή μονάδων ευρύτερων βιομηχανικών ομίλων (λ.χ. Ενωμένη Κλωστοϋφαντουργία).

ΣΆ όλες αυτές τις περιπτώσεις κοινωνικών αντιπαραθέσεων που αποτέλεσαν το κυρίαρχο περιεχόμενο της ταξικής πάλης στην ελληνική κοινωνία την τελευταία διετία, καταγράφηκε μια συνεχής σειρά από διαδοχικές ήττες του λαϊκού εργατικού κινήματος : Κοινοβουλευτική ψήφιση της αντιασφαλιστικής μεταρρύθμισης Πετραλιά. Η νεολαιίστικη κοινωνική έκρηξη συγκλόνισε όλες της πόλεις της επικράτειας, χωρίς ωστόσο καμία κοινωνική αποκρυστάλλωση κινηματικού διεκδικητικού χαρακτήρα. Οι αποκρατικοποιήσεις δημόσιων επιχειρήσεων συνέχισαν τον δρόμο τους χωρίς σοβαρές αντιστάσεις. Οι εκκαθαρίσεις εργοστασίων και επιχειρήσεων πραγματοποιήθηκαν δίχως ιδιαίτερα εμπόδια.

Όταν σε μια ολόκληρη διετία (2007 - 09) ο απολογισμός των κοινωνικών αντιπαραθέσεων στα ζωτικά μέτωπα της ταξικής διαπάλης δεν είναι άλλος από μια συνεχή ακολουθία ηττών, υποχωρήσεων και παλινδρομήσεων, με την ελληνική Αριστερά και το εργατικό ταξικό και νεολαιίστικο κίνημα να αδυνατεί να διαδραματίσει ουσιαστικό ρόλο για την αντιστροφή της πορείας των πραγμάτων (πέραν από του να δηλώνουν την κοινοβουλευτική τους αντίθεση και καταγγελιολογία), επόμενο είναι ότι σΆ αυτό το έδαφος των κοινωνικών υποχωρήσεων, το μόνο που δεν μπορεί να προκύψει είναι οι αριστερές πολιτικές μετατοπίσεις, και άρα οι αριστερές εκλογικές μεταλλάξεις. Η ανεπαρκής και αναιμική συμβολή του αριστερού πολιτικού και εργατικού κινήματος σΆ αυτά τα κρίσιμα πεδία των κοινωνικών αντιπαραθέσεων, η μοιρολατρική συσσώρευση επιμέρους ηττών, η εξάντληση του ρόλου της Αριστεράς στην «κοινοβουλευτική καταγγελιολογία», στέρησαν το κοινωνικό κίνημα από ενδιάμεσες τακτικές νίκες , που μόνον αυτές θα μπορούσαν να τονώσουν την κοινωνική αυτοπεποίθηση των λαϊκών, εργατικών και νεολαιίστικων δυνάμεων, πράγμα που είναι η ασφαλέστερη προϋπόθεση για την πολιτική και εκλογική μετατόπιση προς τα αριστερά.

Το εγχείρημα κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης των λαϊκών τάξεων που πλήττονται από τη νεοφιλελεύθερη καπιταλιστική κρίση, η καταγγελιολογία των πεπραγμένων της νεοφιλελεύθερης διακυβέρνησης, η εκφορά ενός λόγου «κυβερνητικής προτασεολογίας» κ.λπ. δεν είναι επαρκείς τελικά όροι για τη διεύρυνση της ιστορικά προσδιορισμένης εκλογικής επιρροής της ελληνικής Αριστεράς. Εκεί που κρίνεται πολιτικά ο γόνιμος ρόλος του αριστερού κινήματος βρίσκεται στην καθοριστική συμβολή στην κοινωνική συγκρότηση του λαϊκού κινήματος των εργαζομένων και της νεολαίας, στην αποτελεσματική προώθηση των κινητοποιήσεων στα πεδία των κοινωνικών αντιπαραθέσεων, στην καταγραφή επιμέρους νικών, στην ανάδειξη της αυτοπεποίθησης του κοινωνικού κινήματος, στην τροποποίηση του ταξικού συσχετισμού των δυνάμεων, και σΆ αυτές τις βάσεις στην συνεπακόλουθη αριστερή μετατόπιση των πολιτικών προσανατολισμών και των αντίστοιχων εκλογικών επιλογών.

* Ο Ανέστης Ταρπαγκος είναι μέλος του Συντονιστικού ΣΥΡΙΖΑ Θεσσαλονίκης