ΚΥΡΙΟ ΑΡΘΡΟ
Γόρδιος δεσμός στον ΣΥΡΙΖΑ
Πέμπτη 2 Σεπτεμβρίου 2010
Αντιμέτωπος με επιλογές που θα καθορίσουν το μέλλον του βρίσκεται ο ΣΥΡΙΖΑ, στην τελική ευθεία για τις περιφερειακές - δημοτικές εκλογές.
Οι ιστορικές και πολιτικές διαδικασίες που προσδιορίζουν ποια ζωή και ποιος θάνατος λογίζεται ως ανθρώπινος και αξιομνημόνευτος
ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ
ΔΗΜΗΤΡΑ ΜΑΚΡΥΝΙΩΤΗ (επιμ.), Περί θανάτου: Η πολιτική διαχείριση της θνητότητας, μτφρ. Κώστας Αθανασίου, εκδόσεις Νήσος, σελ. 581
Μπορεί να σκεφτεί κανείς το χώρο του θανάτου σαν ένα κατώφλι, είναι όμως ένας χώρος πλατύς, το εύρος του οποίου προσφέρει θέσεις τόσο ενδυνάμωσης όσο και εξόντωσης.
Michael Taussig
Στις 17 Μαρτίου 2009, η Κατερίνα Γκουλιώνη, ενεργό μέλος της Πρωτοβουλίας για τα Δικαιώματα των Κρατουμένων, που αγωνίστηκε για την κατάργηση του βασανιστηρίου της κολπικής έρευνας μέσα στις φυλακές, πέθανε κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες, κατά τη διάρκεια πειθαρχικής μεταγωγής της. Μερικούς μήνες πριν, και λίγες μέρες μετά τη δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου, στις 22 Δεκέμβρη 2008, η Κωνσταντίνα Κούνεβα, μετανάστρια από τη Βουλγαρία και γραμματέας της Παναττικής Ένωσης Καθαριστριών και Οικιακού Προσωπικού, είχε δεχτεί δολοφονική επίθεση με βιτριόλι την ώρα που επέστρεφε από την δουλειά της. Σε ένα εντελώς διαφορετικό πλαίσιο: η Βρετανίδα Jade Goody, που έγινε γνωστή μέσω της συμμετοχής της σε ριάλιτι τηλεπαιχνίδι, μετέτρεψε σε δημόσιο, μιντιακό θέαμα το θάνατό της από καρκίνο, δηλώνοντας ότι επιθυμεί να πεθάνει μπροστά στην κάμερα, όπως έζησε, αλλά και να εξασφαλίσει οικονομικά το μέλλον των παιδιών της. Και σε μία ακόμη, διαφορετική πτυχή της σύγχρονης θανατοπολιτικής: στο όνομα της ρεαλιστικής παρουσίασης της «ανθρώπινης ανατομίας» και της κοινωνικής συμβολής στην επιμόρφωση του κοινού για την εκπλήρωση του ιστορικού καθήκοντος της ευζωίας, η αμφιλεγόμενη έκθεση «Bodies ...the Exhibition» εκθέτει συντηρημένα, πλαστικοποιημένα λείψανα φτωχών και φυλακισμένων ανώνυμων ανθρώπων από την Κίνα (οι χορηγοί και οι διοργανωτές επιμένουν ότι πρόκειται για «εθελοντική προσφορά στην επιστήμη»), επισείοντας ποικίλες και εξίσου αμφιλεγόμενες διαμαρτυρίες, κάποιες πολιτικές για την επικερδή επιχείρηση πραγμοποίησης και εκμετάλλευσης αναλώσιμων και αζήτητων νεκρών σωμάτων, και άλλες που επικαλούνται ηθικολογικές και θεολογικές αντιρρήσεις για την απομάγευση -μέσω της θεαματοποίησης- του «μυστηρίου της ζωής». Το βιβλίο που επιμελήθηκε η Δήμητρα Μακρυνιώτη αποτελεί μια εξαιρετική συμβολή στο στοχασμό της πολιτικής του θανάτου και της θνητότητας. Θέτει και επεξεργάζεται καίρια ερωτήματα σχετικά με τις ιστορικές και πολιτικές διαδικασίες που προσδιορίζουν ποια ζωή και ποιος θάνατος λογίζεται ως ανθρώπινος και αξιομνημόνευτος, τις ιστορικές και πολιτικές συνθήκες που νομιμοποιούν πρακτικές εξόντωσης ανεπιθύμητων άλλων, αλλά και αυτές που υπάγουν τον πολιτικό θάνατο στην εφησυχαστική ρητορική της φιλανθρωπικής ηθικολογίας.
Με επιμελώς επιλεγμένα αντιπροσωπευτικά κείμενα, το βιβλίο καταδεικνύει με τον πιο πειστικό τρόπο τις ιεραρχικές διαρθρώσεις του φύλου, της φυλετικότητας, της σεξουαλικότητας, της κοινωνικής τάξης, της αποικιοκρατικής και μετααποικιακής ιστορίας, που συγκροτούν την ανθρώπινη τρωτότητα, οδύνη, επιβίωση και θνητότητα. Οι πολιτικές μορφές του «Εβραίου», του «Ινδιάνου», του «μαύρου», της «γυναίκας» έχουν κατασκευαστεί ιστορικά ως ταυτόχρονα απειλητικές και μυστηριώδεις ενσαρκώσεις του Άλλου στη δυτική νεωτερικότητα. Αυτές οι αφαιρέσεις της ετερότητας θέτουν παραδειγματικά το ζήτημα της πολιτικής συγκρότησης του θανάτου και της θανάτωσης διαμέσου των εκάστοτε κανονιστικών όρων του πλέγματος γνώση/εξουσία.
Τα κείμενα του τόμου συνθέτουν μια γενεαλογία της θεώρησης της θνητότητας, πέρα από κάθε λειτουργισμό και βιολογιστικό θετικισμό του έμβιου όντος. Έτσι, ο θάνατος δεν προσεγγίζεται μόνο ως εμπειρική βεβαιότητα για τη φυσική περάτωση της ζωής, αλλά ως δυνατότητα, δυνητικότητα, αλλά επίσης δύναμη-εξουσία, βέβαιη και ταυτόχρονα απροσδιόριστη, η οποία σηματοδοτεί την ιστορική και πολιτική περατότητα του υποκειμένου. Έχουμε να κάνουμε, δηλαδή, με μια πραγμάτευση της σχέσης του υποκειμένου με το θάνατο (το είναι-προς-θάνατον του Dasein), και δη με το θάνατο του άλλου, ως διακύβευμα πολιτικό και ως διακύβευμα του πολιτικού, τόσο με την έννοια των ορίων της πόλης -του συνανήκειν σε μια κοινότητα πολιτισμικής οικειότητας και των πολιτικών ιδιοτήτων που απορρέουν από αυτό- όσο και με την έννοια της κυριαρχίας που ορίζει την άσκηση του θανάτου και την άσκηση στο θάνατο.
Είτε στα συμφραζόμενα της ιστορικής ιδιαιτερότητας του ναζιστικού Ολοκαυτώματος, της γενοκτονίας των ιθαγενών, της αποικιοκρατικής και νεοαποικιακής θανατοπολιτικής, που αποβλέπουν στην εξάλειψη του ίχνους των θυμάτων-μαρτύρων, είτε υπό το φως των αντιδικιών για την ευθανασία, των πρακτικών και τεχνικών ιατρικής διαχείρισης του πάσχοντος, κωματώδους και θνήσκοντος σώματος, της εγκατάλειψης στον αργό θάνατο της φτώχιας και της ιμπεριαλιστικής κατακυρίευσης, αλλά και του άνισου επιμερισμού της κοινωνικής οδύνης σε συνθήκες φυσικών καταστροφών, ο θάνατος συναρθρώνεται με τη θανάτωση, δηλαδή την κυριαρχική οριοθέτηση και διαχείριση της α-δύνατης επιβίωσης.
Το θεματολογικό φάσμα του τόμου είναι όχι απλώς ευρύτατο, αλλά και απολύτως εύστοχο: η διαδικασία εξορθολογισμού και ιατρικοποίησης του θανάτου ως στρατηγική ζωής (Bauman), ο εξοβελισμός του θανάτου και η μετατροπή του σε ατομικό γεγονός σε συνθήκες καπιταλιστικής ορθολογικότητας (Baudrillard), η αφομοίωση των νεκρών στο σώμα των επιζώντων στο πλαίσιο της πρακτικής του νεκρικού κανιβαλισμού στους Ουαρί τη δεκαετία του 1960 (Coklin), το νόημα του λειψάνου, η μετακομιδή και ο επανενταφιασμός του σε συνθήκες κρατικής τρομοκρατίας στη Αργεντινή (Robben), η νομιμοποίηση της κρατικής βίας εν όψει της «φυσικής θεομηνίας» του καύσωνα που έπληξε στο Σικάγο το 1995 (Klinenberg), η γραφειοκρατική παραγωγή της κοινωνικής αδιαφορίας για το θάνατο παιδιών στις παραγκουπόλεις της Βραζιλίας κατά τη δεκαετία του 1980 (Scheper-Hughes), η συμβολιστική του θανάτου του δικτάτορα Φράνκο ως πεδίο σύγκρουσης ανάμεσα στην κυριαρχία επί του θανάτου και τη ρύθμιση της ζωής (Φουκό), η μετατροπή των ιθαγενών λαών σε σύμβολα αγριότητας ως νομιμοποίηση της φυσικής εξόντωσης ή εκπολιτιστικής τιθάσευσής τους (Maybury-Lewis), οι εννοιολογήσεις του μαρτυρίου και του βίαιου θανάτου στο μουσουλμανικό αποσχιστικό αντιδικτατορικό κίνημα των Φιλιππίνων κατά τη δεκαετία του 1970 (McKenna), η ιστορική τοποθέτηση και πολιτική ερμηνεία του ναζιστικού Ολοκαυτώματος μέσα στις συνθήκες της νεωτερικότητας (Bauman), οι βαναυσότητες των Βρετανών και η πολιτισμική διαχείριση του φόβου μέσα από φήμες, σιωπές και μύθους στην αποικιακή πραγματικότητα (Taussig), η ιεραρχική κατασκευή και η υπό όρους αναγνώριση της ανθρώπινης τρωτότητας σε συνθήκες σύγκρουσης, απώλειας και πένθους (Butler).
Σημαντική θέση στην προβληματική του βιβλίου κατέχει η έννοια της βιοεξουσίας (ως «ανατομο-πολιτική του ανθρώπινου σώματος» και ως «βιο-πολιτική του πληθυσμού», σύμφωνα με τον Μισέλ Φουκό), ενώ φωτίζονται και οι διαστάσεις που παραμένουν υποσκιασμένες στη φουκοϊκή αναλυτική: το στρατόπεδο συγκέντρωσης, η αποικιακή συνθήκη, οι κανονικότητες και οι αποκλεισμοί του φύλου και της φυλετικότητας. Όπως δείχνει ο Μισέλ Φουκό, στο Il faut défendre la société (1977), η βιοεξουσία λειτουργεί επιβάλλοντας ένα σχίσμα ανάμεσα σε εαυτούς και άλλους, σε αυτούς που πρέπει να ζήσουν και σε αυτούς που πρέπει να πεθάνουν: υπό αυτή την έννοια, κάθε βιοπολιτική είναι και θανατοπολιτική. Η εκτεθειμένη τρωτότητα που εγκαταλείπεται στη δικαιοδοσία της θανατοπολιτικής είναι η «γυμνή ζωή», στην οποία αναφέρονται ο Βάλτερ Μπένγιαμιν1 και ο Τζόρτζιο Αγκάμπεν2, απηχώντας τη διατύπωση της Χάνα Άρεντ, «η αφηρημένη γύμνια που δεν είναι τίποτε άλλο από ένας άνθρωπος»3: το γυμνό και ανώνυμο σώμα που βρίσκεται στην απόλυτη διάθεση μιας εξουσίας, απογυμνωμένο από πολιτικές ιδιότητες και εγκλωβισμένο σε μια ζώνη αδιακρισίας ανάμεσα στο φυσικό και το πολιτικό. Στο επίκεντρο της αναζήτησης που αποτυπώνει αυτό το εκδοτικό εγχείρημα είναι όχι απλώς η συνάρθρωση θνητότητας και ιστορίας, αλλά η ιστορική έκθεση της ανθρώπινης ζωής στην κυριαρχική απόφαση επί της ζωής και του θανάτου.
Η συλλογή καλύπτει ένα ευρύ διεπιστημονικό φάσμα: κοινωνιολογία, κοινωνική ανθρωπολογία, ιστορία και φιλοσοφία. Το εκτενές εισαγωγικό κείμενο της επιμελήτριας Δήμητρας Μακρυνιώτη αποτελεί μια συστηματική και διαφωτιστική επισκόπηση του πεδίου, αλλά ταυτόχρονα και μια εμπεριστατωμένη πρόταση για την πολιτική ανάγνωση του θανάτου και της θνητότητας, μια πρόταση «ανοιχτή σε ανακατατάξεις και μετατοπίσεις» (σ. 16). Πρόκειται για ένα εξαιρετικό βιβλίο, που όχι μόνο αντανακλά την επικαιρότητα αλλά παρεμβαίνει σε αυτήν με τρόπο διορατικό. Σε μια ιστορική στιγμή που η γλώσσα των δικαιωμάτων μετατρέπεται σε νομιμοποιητική ρητορική και τεχνοκρατική στρατηγική της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας της «ατομικής επιλογής», αναδύεται επιτακτική η ανάγκη για μια ριζοσπαστική ανα-θεώρηση της ανθρώπινης τρωτότητας και των πολιτικών ορίων και ιεραρχιών της, μια ριζοσπαστική ανάκτηση της υπεράσπισης του «δικαιώματος στη ζωή». Η σημαντικότερη ίσως συμβολή του βιβλίου είναι η δυνατότητα που διαπερνά επίμονα τον προβληματισμό που αυτό καταθέτει: ότι η συλλογική τρωτότητά μας, η πολιτική μας έκθεση σ' αυτήν, ενδέχεται να γίνει η βάση της συλλογικής μας αντίστασης.
Η Αθηνά Αθανασίου διδάσκει στο Τμήμα Κοινωνικής Ανθρωπολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου
Σημειώσεις
1. Walter Benjamin, Για μια κριτική της βίας, μτφρ. Λ. Μαρσιανός (Αθήνα: Ελευθεριακή Κουλτούρα, 2002).
2. Giorgio Agamben, Homo Sacer: Κυρίαρχη εξουσία και γυμνή ζωή, μτφρ. Π. Τσιαμούρας, επιμέλεια-επίμετρο Γ. Σταυρακάκης (Αθήνα: Scripta, 2005).
3. Hannah Arendt, The Origins of Totalitarianism. The Imperialism (Νέα Υόρκη: Harcourt Brace Jovanovich, 1979), σ. 299.
Google
Facebook
Delicious
Twitter
Stumble
Η ζωγράφος του μήνα
Οι ταραχοποιοί και η χαρά
Λόγος από το ψυχαναλυτικό ντιβάνι
Τάο: παράλληλοι δρόμοι
Μια ποιητική μετουσίωση
Πολιτικά κόμματα και Δημοκρατία
Ένας γιατρός αυτοβιογραφούμενος
Ερωτήματα ενός πολίτη-μηχανικού (Ακούει κανείς;)
Ένας πολίτης-μηχανικός κρίνει και προτείνει
Για παιδιά και νέους
Η ποίηση του μη-ποιήματος