Περί πολιτικού ύφους
 
Ημερομηνία δημοσίευσης: 17/05/2009

Του Αριστειδη Μπαλτα

Για την πολιτική αυτοπεποίθηση της Αριστεράς

Η προεκλογική περίοδος ήδη ξεκίνησε, με σημαίες και με ταμπούρλα. Με τη Βουλή κλειστή ώστε να μη δημιουργεί προσκόμματα. Με αποκλειστικό, ουσιαστικά, αντικείμενο τα παρόντα, τα παρελθόντα και βεβαίως τα μελλούμενα σκάνδαλα και τους όρους αναπαραγωγής και παραγραφής τους. Ν.Δ. και ΠΑΣΟΚ καταγγέλλουν, ως θα όφειλαν, αλλήλους και υψώνουν τους τόνους στη διαπασών. Γιατί, με τέτοιο επίδικο, μόνον οι ακραίοι τόνοι μπορούν να συσπειρώσουν τους ψηφοφόρους στην κάλπη, δηλαδή να καταστήσουν τους πολίτες οπαδούς. Με άλλα λόγια, μόνον αυτού του είδους το πολιτικό ύφος μπορεί να επιφέρει πολιτικά αποτελέσματα αν το επίδικο είναι ποιος βρίσκεται, βρέθηκε ή θα βρεθεί σε θέση να καταχράται λυσιτελέστερα το δημόσιο χρήμα και να απολαμβάνει τα προνόμια που απορρέουν από τη συμμετοχή στην κυβερνητική εξουσία. Στο όνομα, πάντοτε, της ιερότητας της οικογένειας, στενής ή ευρείας, εξ αίματος, εξ αγχιστείας ή εκ πολιτικής.

Με τούτο το επίδικο ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί να έχει σχέση. Πέρα από τα αυτονόητα --την ανάγκη συστηματικής διερεύνησης των σκανδάλων και τη ρητή απόδοση των αντιστοίχων κάθε φορά ευθυνών-- η προεκλογική στόχευση του ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί παρά να είναι τελείως άλλη: η οικονομική και κοινωνική κρίση, οι επιπτώσεις της και οι τρόποι αντιμετώπισής της, τα προβλήματα του τόπου και των ανθρώπων του, η συνάρτηση όλων των παραπάνω με την Ευρώπη, οι όροι συγκρότησης και δράσης της Αριστεράς σε ευρωπαϊκή κλίμακα. Το πολιτικό ύφος που μπορεί να αναδείξει και να υπηρετήσει με συνέπεια τέτοια ζητήματα δεν μπορεί να είναι το ύφος που αντιστοιχεί στη διαμάχη Ν.Δ. και ΠΑΣΟΚ. Δεν μπορεί, δηλαδή, να είναι ύφος καταγγελίας και υψηλών τόνων, ύφος που καταγγέλλει τα δύο κόμματα επειδή δεν αναδεικνύουν τα πραγματικά προβλήματα αλλά απλώς αλληλοκαταγγέλλονται. Θέλω πω πως η πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ οφείλει να αγνοήσει, εν πολλοίς, τη διαμάχη ΝΔ και ΠΑΣΟΚ και τους τρέχοντες όρους διεξαγωγής της και να υιοθετήσει το πολιτικό ύφος που αντιστοιχεί στη σοβαρότητα και στη δυσκολία των προβλημάτων που ο ίδιος θέλει να αναδείξει και να υπηρετήσει -- ακόμη και αν ένα τέτοιο ύφος δεν παρέχει εύκολα ατάκες που εντάσσονται απρόσκοπτα στα δελτία των οχτώ.

Βάση για τη συγκρότηση του κατάλληλου πολιτικού ύφους είναι η αυτοπεποίθηση του ΣΥΡΙΖΑ, αυτοπεποίθηση που συνδέεται ευθέως με την επίγνωση της θέσης του στα πολιτικά πράγματα και του ρόλου που διεκδικεί εκεί. Σήμερα η εν λόγω αυτοπεποίθηση μπορεί να εδράζεται σε αρκετούς λόγους.

1. Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει αρχίσει να έχει ισχυρή κοινωνική αγκύρωση. Μετέχει ενεργά με όλες του τις δυνάμεις, με τις ιδέες, τις προτάσεις του και τη δράση του, όσο ουσιαστικότερα μπορεί, παντού όπου αναδεικνύονται κοινωνικά ή περιβαλλοντικά ζητήματα, παντού όπου εμφανίζεται αδικία ή καταπίεση, παντού όπου θίγονται δικαιώματα ή περιστέλλονται ελευθερίες.

2. Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει αρχίσει να διαθέτει μεστό προγραμματικό λόγο. Λόγο που συνδέει τα άμεσα με τα μακροπρόθεσμα, τη στρατηγική με την τακτική, την Ελλάδα με την Ευρώπη και τον κόσμο. Λόγο που τολμά να προτείνει και να διεκδικήσει, λόγο που δεν αγνοεί ούτε κρύβει τις δυσκολίες, αλλά προσπαθεί να τις αντιμετωπίσει στις πραγματικές τους διαστάσεις.

3. Όσο και αν ακούγεται ίσως υπερφίαλο, μπορεί να αποδειχθεί πολύ εύκολα ότι ο ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί σήμερα τη μόνη πολιτική δύναμη στην Ελλάδα που έχει επεξεργασμένο πολιτικό σχέδιο για την διέξοδο από την τρέχουσα οικονομική και κοινωνική κρίση σε άμεση συνάρτηση με τα τεκταινόμενα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Σχέδιο το οποίο αναγνωρίζει με σαφήνεια τα υπάρχοντα προβλήματα και συναρτάται με τη δουλειά, τις ιδέες και τις προτάσεις μιας πλειάδας διαπρεπών αριστερών οικονομολόγων και κοινωνικών επιστημόνων.

4. Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει μια ιδιαίτερα ενεργή και αποτελεσματική κοινοβουλευτική ομάδα όσο και μια ιδιαίτερα ενεργή και αποτελεσματική (έστω μονομελή σήμερα) ευρωκοινοβουλευτική ομάδα. Οι ομάδες αυτές είναι παντού παρούσες, αναδεικνύοντας ζητήματα, προβάλλοντας προτάσεις, αναβαθμίζοντας την ποιότητα των αντίστοιχων θεσμών, καταξιώνοντας τις αξίες και την προοπτική της Αριστεράς.

5. Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει διαλέξει για τον εαυτό του τον δύσκολο δρόμο της ενότητας και τη στρατηγική της δημοκρατικής ανασύνθεσης της Αριστεράς. Τείνει να ενοποιήσει στο εσωτερικό του διαφορετικά ιστορικά ρεύματα και διαφορετικές πολιτικές και ιδεολογικές ευαισθησίες, ενώ κάθε συνιστώσα του λειτουργεί στο δικό της πλαίσιο με δημοκρατία και διαφάνεια. Όλοι μαζί, ενταγμένοι και ανέντακτοι, αναγνωρίζουν ρητά τις μεταξύ τους διαφορές και έχουν επιλέξει τη συχνά βασανιστική αρχή της ομοφωνίας και της εποικοδομητικής σύνθεσης ανεξαρτήτως αριθμητικών μεγεθών.

6. Το ευρωψηφοδέλτιο που παρουσίασε ο ΣΥΡΙΖΑ πιστοποιεί εύγλωττα τόσο το εύρος της απεύθυνσής του όσο και την ποιότητα των στελεχών του.

 

Σίγουρα, στο πλαίσιο του ΣΥΡΙΖΑ παραμένουν πολλά προβλήματα ανοιχτά, κάποια από τα οποία με δυσκολία θα επιλυθούν, ενώ η λύση κάποιων άλλων είναι ιδιαίτερα επείγουσα. Αλλά είναι εξίσου σίγουρο πως δεν υπάρχει σήμερα πολιτικός σχηματισμός στην Ελλάδα που συγκεντρώνει τόσα και τέτοιας ποιότητας χαρακτηριστικά. Δηλαδή χαρακτηριστικά που μπορούν, ακριβώς, να συγκροτήσουν μια στέρεη και ήρεμη αυτοπεποίθηση.

Η στέρεη και ήρεμη αυτοπεποίθηση παρέχει στήριγμα και δημιουργεί εμπιστοσύνη, ενώ ταυτόχρονα οφείλει να παραγάγει το ιδιαίτερο πολιτικό ύφος που της αντιστοιχεί. Συγκεκριμένα, το πολιτικό ύφος που απορρέει από μια τέτοια αυτοπεποίθηση οφείλει, κατά πρώτο λόγο, να αρνείται συστηματικά να εγκλωβίζεται στις ευκολίες που αφειδώς παρέχουν οι μορφές αντιπαράθεσης Ν.Δ. και ΠΑΣΟΚ. Οφείλει, δηλαδή, να αποφεύγει τα στερεότυπα, τις γρήγορες αλλά αστόχαστες αποστροφές, τις τετριμμένες αντιστροφές (ποιος είναι ή δεν κουκουλοφόρος, ποιος χαϊδεύει ή δεν χαϊδεύει αυτιά), τη δωρεάν ειρωνεία ("κοκορομαχίες", "καυγάς για το πάπλωμα" και τα τοιαύτα χιλιοειπωμένα). Οφείλει, ακόμη, να αποφεύγει τα επίθετα προς χάριν των ουσιαστικών και των ρημάτων, επιδιώκοντας πάντοτε την ακρίβεια στη διατύπωση των θέσεων και των προτάσεων, την καίρια λέξη που μπορεί να ονομάσει με επάρκεια το εκάστοτε ζητούμενο. Με δυο λόγια, το πολιτικό μας ύφος οφείλει να αποπνέει τη σοβαρότητα που αντιστοιχεί στη σοβαρότητα των προβλημάτων που αντιμετωπίζουμε.

Το πολιτικό ύφος που απορρέει από στέρεη και ήρεμη αυτοπεποίθηση οφείλει, επιπλέον, να είναι κατά κύριο λόγο ύφος απεύθυνσης, όχι ύφος έκφρασης. Θέλω να πω πως τα συνθήματά μας, οι αφίσες μας, ο λόγος μας συνολικά και ολόκληρη η προεκλογική εκστρατεία μας δεν πρέπει να έχουν ως κύριο θέμα τους, έστω και έμμεσα, την Αριστερά και το πόσο καλή (ριζοσπαστική, ανανεωτική, αγωνιστική, κινηματική, οικολογική, φεμινιστική, αντιδικομματική, αντινεοφιλελεύθερη, αντικαπιταλιστική, επαναστατική κ.ο.κ.) είναι αυτή. Τα συνθήματά μας, οι αφίσες μας, ο λόγος μας συνολικά και ολόκληρη η προεκλογική εκστρατεία μας πρέπει να πείθουν για αυτά που λένε και για αυτά που προτείνουν και όχι να συνιστούν τον καθρέφτη της αυταρέσκειάς μας.

Γνωρίζουμε πως το κοινό στο οποίο απευθυνόμαστε είναι πλατύ, γιατί τα προβλήματα που αντιμετωπίζει σήμερα η χώρα αγγίζουν σχεδόν τους πάντες. Αλλά οι πολλοί στους οποίους απευθυνόμαστε δεν είναι όλοι αριστεροί. Δηλαδή δεν μοιράζονται όλοι τη δική μας ιστορία, τις δικές μας ευαισθησίες, τα αυτονόητα του δικού μας λόγου ή τις δικές μας εμμονές. Και εμείς δεν απευθυνόμαστε στους πολλούς ζητώντας εν λευκώ εξουσιοδότηση. Δεν αντιμετωπίζουμε τους ψηφοφόρους ως δυνάμει οπαδούς, αλλά, αντίθετα, τους λέμε ρητά ότι η ψήφος σε μας είναι ψήφος αμοιβαίας δέσμευσης και ψήφος κοινού αγώνα, δηλαδή ψήφος δύσκολη. Τους λέμε, με άλλα λόγια, ότι, αν ψηφίσουν εμάς, ψηφίζουν τον δικό τους αγώνα γιατί μόνον ο δικός τους αγώνας είναι σε θέση να επιφέρει τις αλλαγές που έχει σήμερα ανάγκη ο τόπος. Και αυτά σημαίνουν πως το πολιτικό ύφος της απεύθυνσής μας οφείλει να είναι ύφος σεβασμού. Σεβασμού προς τη σοβαρότητα των προβλημάτων, σεβασμού προς τις δυσκολίες των ανθρώπων, σεβασμού προς όλα εκείνα που περνούν και όλα εκείνα που σκέπτονται ή αισθάνονται οι εργαζόμενοι στον τόπο μας, γυναίκες και άντρες, νέοι και μεγαλύτεροι.

Γνωρίζουμε, ακόμη, πως ένα πολιτικό ύφος με τα παραπάνω χαρακτηριστικά δεν περνάει εύκολα από την τηλεόραση και τις παγίδες της. Ακόμη χειρότερα, γνωρίζουμε πως, σε τελευταία τουλάχιστον ανάλυση, η τηλεόραση είναι φτιαγμένη έτσι ώστε να τείνει να αποβάλει ως ξένο σώμα ένα τέτοιο πολιτικό ύφος και το ήθος που του αντιστοιχεί. Το στοίχημα του ύφους μας είναι, κατά συνέπεια, στοίχημα δύσκολο. Αλλά, από την άλλη μεριά, γνωρίζουμε ότι ακόμη και οι τηλεθεατές έχουν κρίση και κάποιες φορές κριτήρια αυστηρά. Και οφείλουμε να γνωρίζουμε ότι μόνον υπό όρους σαν τους παραπάνω το εκλογικό ποσοστό μας, όποιο και αν είναι αυτό, θα είναι στέρεα δικό μας.

Ο Αριστείδης Μπαλτάς διδάσκει φιλοσοφία των επιστημών στο ΕΜΠ

Εικόνα: Ρενέ Μαγκρίτ, "Κικέρων" 1947