Η πρόοδος των Νεοελληνικών Σπουδών στην Αμερική
 
Ημερομηνία δημοσίευσης: 26/04/2009

ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΗ ΛΑΜΠΡΟΠΟΥΛΟΥ

Σύμφωνα με την επιγραμματική φράση του Ρολάν Μπαρτ, “λογοτεχνία είναι ό,τι διδάσκεται”. Επικαλούμαστε αυτό τον ορισμό κάθε φορά που γίνεται μια συζήτηση για τον κανόνα ενός κλάδου, επειδή μας θυμίζει πως το τι νομιμοποιείται ως φιλολογία, ιστορία, κοινωνιολογία ή φιλοσοφία είναι θέμα όχι μόνο ανθολογιών, πτυχίων και συνεδρίων, αλλά και διδασκαλίας.

Η προοδευτική σκέψη ασκεί εδώ και δεκαετίες σφοδρή κριτική στον παραδοσιακό κανόνα των “αριστουργημάτων” και των “εθνικών συγγραφέων”, αμφισβητώντας τόσο την παιδαγωγική πρακτική όσο και την διδακτέα ύλη του πανεπιστημίου. Θα άξιζε να ανοίξει μια σχετική συζήτηση ειδικά για τη διδασκαλία της νεώτερης Ελλάδος στο σημερινό ελληνικό πανεπιστήμιο. Θα είχε ενδιαφέρον π.χ. να συζητηθεί τι διδάσκουν o γλωσσολόγος, o λαογράφος, ο θεατρολόγος ή ο νομικός, και συγκεκριμένα τι βιβλία δίνουν και τι βιβλιογραφία συνιστούν. Θα αποκτούσαμε έτσι μια πιο απτή εικόνα του κλάδου τους στην καθημερινή του θεσμική λειτουργία.

Το θέμα της διδακτικής πρακτικής έρχεται συχνά στην επιφάνεια, όταν συζητούνται δυσκολίες που αντιμετωπίζουν Νεοελληνικά Προγράμματα του εξωτερικού, όπως στις μέρες μας τα ευρωπαϊκά, πράγμα φυσικό, αφού ο κίνδυνος υποχρεώνει σε (αυτο)κριτική. Το ζήτημα λοιπόν προσφέρεται για γόνιμο προβληματισμό και εντός των ελλαδικών συνόρων.

Όντως, στη διάρκεια αυτής της δεκαετίας οι Νεοελληνικές Σπουδές της Ευρώπης διέρχονται μια εντεινόμενη κρίση. Οι πληροφορίες είναι ομόφωνα αποθαρρυντικές: οι φοιτητές λιγοστεύουν, τα χρήματα περιορίζονται, τα Προγράμματα συρρικνώνονται, θέσεις κλείνουν. Επιφανή μέλη της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Νεοελληνικών Σπουδών περιγράφουν (όπως πρόσφατα στην Καθημερινή της 5ης Απριλίου) μια κατάσταση παρακμής και επισημαίνουν παράγοντες που οδήγησαν εκεί.

Η συζήτηση όμως αυτή αποκτά ακόμη περισσότερο ενδιαφέρον, όταν λαμβάνει υπόψιν και την άλλη όχθη του Ατλαντικού, όπου η πορεία των Νεοελληνικών Σπουδών κατά την ίδια περίοδο συμβαίνει να έχει αντίθετη φορά: οι φοιτητές αυξάνονται, τα οικονομικά βελτιώνονται, τα Προγράμματα επεκτείνονται, νέες θέσεις δημιουργούνται.

Για να πάρουμε ένα οικείο παράδειγμα, τα τελευταία δέκα χρόνια το Νεοελληνικό Πρόγραμμα του Πανεπιστημίου του Μίσιγκαν τριπλασίασε τους φοιτητές του, από 100 σε 300, και το προσωπικό από 1 σε 3 διδάσκοντες. Με βάση αυτή την πρόοδο, προικοδότησε την Έδρα Κ.Π. Καβάφη, ένα ετήσιο συμπόσιο, δύο ετήσιες διαλέξεις, φοιτητικές υποτροφίες και μια ετήσια σειρά είκοσι περίπου επιστημονικών και πολιτιστικών εκδηλώσεων.

Ατομικά ή συλλογικά (μέσω του τοπικού Ιδρύματος Νεοελληνικών Σπουδών) οι ομογενείς υποστηρίζουν ενεργά κάθε πρωτοβουλία, αφού χαίρονται να αισθάνονται μέλη μιας αξιόλογης πανεπιστημιακής προσπάθειας. Και όλα αυτά, στην πολιτεία με τη μεγαλύτερη ανεργία της χώρας και σε μια εποχή όπου η ελληνική μετανάστευση έχει σταματήσει και ο αριθμός των φοιτητών από Ελλάδα και Κύπρο έχει μειωθεί.

Θα ήταν λοιπόν χρήσιμο να δούμε μερικούς παράγοντες που συμβάλλουν στην επιτυχία των Νεοελληνικών Σπουδών στο αμερικανικό πανεπιστήμιο του 21ου αιώνα. Ας αρχίσουμε από το γεγονός ότι, ανεξάρτητα από την επιστημονική ειδίκευσή τους, οι φοιτητές έχουν μεγάλη ευχέρεια επιλογής μαθημάτων, κι επομένως σχεδόν οποιοσδήποτε μπορεί να πάρει νεοελληνικά μαθήματα.

Έτσι, οι καθηγητές δημιουργούν μια σειρά αγγλόγλωσσων μαθημάτων που απευθύνονται στο ευρύ φοιτητικό κοινό. Αυτά δεν επικεντρώνονται σε ένα συγγραφέα ή μια περίοδο, αλλά σε ένα πολιτιστικό θέμα (ταξίδι) ή ένα ερευνητικό ζήτημα (ταυτότητα). Οι Νεοελληνιστές δεν θεωρούν το κοινό τους δεδομένο και μικρό, αλλά δυνητικό και μεγάλο, και φυσικά φροντίζουν να το αυξήσουν.

Επίσης, βρίσκονται σε διαρκή επαφή και συχνά συνεργασία με συναδέλφους τελείως εκτός Νεοελληνικών, καθώς μάλιστα αρκετοί Νεοελληνιστές ανήκουν σε περισσότερα του ενός Τμήματα. Τελικά, δεν λειτουργούν ως Νεοελληνιστές αλλά ως ανθρωπολόγοι, πολιτικοί επιστήμονες, φιλόλογοι κλπ.: τα Νέα Ελληνικά είναι το συγκεκριμένο αντικείμενό τους, όχι ο κλάδος τους.

Παρόμοια λειτουργούν και οι μεταπτυχιακοί φοιτητές τους: ειδικεύονται σε μια επιστήμη και έχουν τον νεώτερο ελληνισμό ως συγκεκριμένο αντικείμενο. Επειδή μέσα στην επιστήμη τους είναι αναγκασμένοι να συνδιαλέγονται με συναδέλφους που έχουν πολύ διαφορετικά αντικείμενα, μαθαίνουν να θεωρούν τον ελληνισμό ενδιαφέρουσα περίπτωση κι όχι το μόνο τους ορίζοντα. Σχεδόν όλοι κάνουν έρευνα από μια συγκριτική σκοπιά. Σχεδόν όλοι εκδίδουν τη διατριβή τους στα αγγλικά. Σχεδόν όλοι σταδιοδρομούν εκτός Ελλάδος.

Είναι εύλογο, πως στα Νεοελληνικά της Αμερικής δεν επικρατεί κάποιος κανόνας, λογοτεχνικός ή άλλος. Δεν επικρατεί δηλαδή η αντίληψη, πως πρέπει να καλυφθεί οπωσδήποτε μια σειρά μεγάλων έργων, σχολών, γεγονότων ή φυσιογνωμιών. Αυτό που προσφέρουν τα περισσότερα μαθήματα, προπτυχιακά ή μεταπτυχιακά, είναι ένας πρισματικός προβληματισμός σε ένα ελληνικό ζήτημα, το οποίο τοποθετείται σε κάποιο διαπολιτισμικό πλαίσιο. Αυτό επιτρέπει στο διδάσκοντα να περιλάβει στην ύλη μια μεγάλη ποικιλία υλικού, παλιού και τελείως πρόσφατου, γραπτού και οπτικού, δημόσιου και ιδιωτικού.

Χωρίς ίσως καμιά εξαίρεση, οι Νεοελληνιστές εκκινούν από τη θεμελιώδη άποψη ενός ελληνισμού οικουμενικού, ο οποίος δεν είναι φυλετικά ή γεωγραφικά περιορισμένος αλλά αποτελεί ενεργό πολιτιστικό μόρφωμα και διακύβευμα, πεδίο βίου και δράσης των απανταχού Ελλήνων. Αυτή η οικουμενική άποψη ανοίγει τον παιδαγωγικό ορίζοντα τους σε νέες προοπτικές, καθώς κάθε χρόνο βλέπουν το διδακτικό έργο τους με καινούργια μάτια και έχουν τη διάθεση να πειραματισθούν. Επιπλέον, μιας και διαλέγονται διαρκώς με άλλες χώρες, επιστήμες και προσεγγίσεις, διδάσκουν πάντα τον ελληνισμό με ένα πολυφωνικό και πολυεπίπεδο τρόπο.

Από όλες αυτές τις παρατηρήσεις προκύπτει πως οι Νεοελληνικές Σπουδές στην Αμερική είναι πλήρως ενσωματωμένες και δικτυωμένες στο πανεπιστήμιο, απευθύνονται στο μέσο φοιτητή, είναι οικονομικά βιώσιμες, παράγουν επιστημονικό έργο που συμβάλλει στην παγκόσμια έρευνα και διδάκτορες που στελεχώνουν αγγλόφωνα πανεπιστήμια. Όσο η διδασκαλία του ελληνισμού (ή οποιουδήποτε άλλου νεώτερου πολιτισμού) τηρεί αυτούς τους βασικούς όρους λειτουργίας, το μέλλον της στο αμερικανικό πανεπιστήμιο είναι εξασφαλισμένο. Σίγουρα θα συναντήσει δυσκολίες, αλλά δεν θα μαραζώσει.

Ποια είναι τα Νεοελληνικά προβλήματα στην Ευρώπη; Ο Κ. Δημάδης, καθηγητής στη Γερμανία και Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Εταιρείας, επισημαίνει δύο. Πρώτα, διαπιστώνει, το σύστημα επιλογής μαθημάτων “είναι 'σχολικό' και δεν αφήνει καμιά ακαδημαϊκή ελευθερία. [...] Το δεύτερο πρόβλημα είναι ότι τα προγράμματα που διατίθενται είναι στενά φιλολογικά και δεν μπορούν να προσελκύσουν φοιτητές. Ο φοιτητής θα πρέπει να μάθει για την κοινωνία της Ελλάδας, για την Ιστορία της, τη νοοτροπία της. Μια φιλολογική, λογοτεχνική σπουδή δεν τον εξυπηρετεί.

Δυστυχώς, στην Ευρώπη δεν θα επιζήσουν τέτοια προγράμματα”. Και ο Δ. Τζιόβας, καθηγητής στην Βρετανία, επισημαίνει το τρίτο πρόβλημα, τονίζοντας ότι, εάν οι διδάσκοντες “δεν παράγουν ερευνητικό έργο, δεν θα επιβιώσουν ούτως ή άλλως”. Όπως δείχνουν οι δύο παλαίμαχοι συνάδελφοι, οι Νεοελληνιστές που αδρανούν, όσο φιλέλληνες ή πατριώτες και να είναι, θέτουν εαυτούς στο περιθώριο και τις σπουδές τους εκτός ανωτάτης παιδείας.

Κι έτσι επιστρέφουμε στο γενικότερο θέμα της διδασκαλίας του νεώτερου πολιτισμού. Εντός και εκτός Ελλάδος, ο Νεοελληνιστής συχνά θεωρεί εαυτόν και θεωρείται σαν μοναχικός αγωνιστής, στις Θερμοπύλες ή το Μανιάκι, ενός απειλητικού πανεπιστημίου που ετοιμάζεται να τον εξαφανίσει. Ανυποχώρητος αλλά τελικά καταδικασμένος, αψηφά τον ωφελιμισμό γύρω του κι αγωνίζεται για τις πανανθρώπινες ελληνικές αξίες, όσο κι αν ο ρόλος του περιθωριοποιείται. Αλλά γιατί πρέπει να θαυμάζουμε έναν τέτοιο Δονκιχωτισμό; Γιατί να ταυτιζόμαστε συναισθηματικά με ένα ατελέσφορο ηρωισμό;

Υπάρχει κι ένας άλλος τρόπος υπεράσπισης, αντι-ηρωικός και αντι-λυρικός. Είναι η πανεπιστημιακή εργασία, που γεμίζει αίθουσες μαθημάτων και συνεδρίων, σελίδες διεθνών περιοδικών και δικτυοτόπων. Είναι η εργασία που συμβάλλει σε πολιτιστικές μεταφορές μεταξύ γλωσσών και χωρών, και νομιμοποιεί το αντικείμενό της διασταυρώνοντάς το με άλλα αντίστοιχα.

Είναι η εργασία που ενσωματώνει στην πρακτική της τις πιο πειραματικές και ριζοσπαστικές τάσεις όλων των τεχνών, λαμβάνοντας ταυτόχρονα υπόψιν τις νέες δεξιότητες και αντιστάσεις που φέρνει στο αμφιθέατρο κάθε καινούργια γενιά φοιτητών. Είναι τελικά η εργασία που προωθεί αποτελεσματικά το αντικείμενό της στον ευρύτερο κλάδο της.

Στη δεκαετία που τελειώνει, η διδασκαλία των εθνικών ιστοριών και πολιτισμών διέρχεται παντού ένα κρίσιμο μεταβατικό στάδιο, καθώς η ίδια η δόμηση και διακίνηση της γνώσης αλλάζει ριζικά. Σε κάθε δυτική χώρα, η διδασκαλία αυτή προσπαθεί να επαναπροσδιορίσει την αποστολή και λειτουργία της. Η κρίση των Νεοελληνικών Σπουδών της Ευρώπης αποτελεί μέρος αυτού του φαινομένου. Δεν υπάρχει αμφιβολία, πως η παραδοσιακή προσέγγιση του ελληνισμού στο πανεπιστήμιο χάνει καθημερινά και το κύρος και το κοινό της. Αυτό θα μπορούσε να μας αποκαρδιώσει, ή να μας παρακινήσει να ψάξουμε για εναλλακτικά πρότυπα.

Ο Βασίλης Λαμπρόπουλος κατέχει την Νεοελληνική Έδρα Κ. Π. Καβάφη στα Τμήματα Κλασικής και Συγκριτικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου του Μίσιγκαν και είναι Αντιπρόεδρος της Αμερικανικής Εταιρείας Νεοελληνικών Σπουδών